Politics Security

Είναι ο κόσμος στα πρόθυρα της σύγκρουσης;

 

https://www.sott.net/


Του Βασίλη Γαβαλά 

Η Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, διαδραματίζει έναν, μεταξύ άλλων, μοναδικό διεθνή ρόλο: περιγράφει ολιστικά τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, εύθραυστο ή ανθεκτικό, σταθερό είτε απρόβλεπτο,  σε διάσπαση ή σε τάξη. Και οι παρεμβάσεις της φετινής διάσκεψης, η οποία έληξε τις εργασίες της την περασμένη Κυριακή, έρχεται να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες που αναλύει η ετήσια έκθεσή της για το 2018: ότι ζούμε σε έναν κόσμο διασπασμένο, με την πιθανότητα κλιμάκωσης  των διαφόρων συγκρούσεων να παραμένει αυξημένη και τη συναίνεση μεταξύ των μεγάλων κέντρων ισχύος, σχεδόν ανύπαρκτη. Όπως πολύ σωστά το έθεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο πρέσβης Wolfgang Ischinger, επικεφαλής της Διάσκεψης, «το παγκόσμιο σύστημα ασφάλειας είναι σήμερα περισσότερο ασταθές από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης […] Αντιμετωπίζουμε πολλές ανεπίλυτες κρίσεις, ανασφάλεια και συγκρούσεις». Δύο από τις πιο επικίνδυνες κρίσεις που ενδεχομένως να αντιμετωπίσουμε το 2018 έγκεινται αφ’ενός στις σχέσεις της Δύσης με το Ιράν και αφ’ετέρου, όσο κι αν φαίνεται απίθανο, σε πιθανό πυρηνικό ατύχημα με την Βόρεια Κορέα.

https://globalecco.org/web/guest/home

Κορέα – Ένα ατύχημα που πρέπει να αποφευχθεί

«Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, είμαστε ξανά αντιμέτωποι με μια πυρηνική απειλή». Σε κάποιον αμύητο, η προειδοποίηση αυτή του António Guterres, ΓΓ του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, στην Διάσκεψη, ίσως να μοιάζει κενή, απαισιόδοξη, υπερβολική. Αντιθέτως όμως, περιγράφει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η παγκόσμια σταθερότητα. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η πιθανότητα πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ των υπερδυνάμεων είχε αισθητά εξαφανιστεί. Η ραγδαία, όμως, άνοδος της τεχνολογίας έχει καταστήσει την ανάπτυξη πυρηνικής τεχνολογίας δυνατή τόσο σε κράτη όσο και ιδιώτες (non state actors). Η όξυνση των πολιτικών διαφορών με τη Δύση και οι μακροχρόνια δυσεπίλυτες περιφερειακές συγκρούσεις έχουν αποτελέσει κίνητρο για τα λεγόμενα κράτη -παρίες (rogue states), να προβούν στην απόκτηση τέτοιας τεχνολογίας.

Ο ΓΓ του ΝΑΤΟ, Jens Stoltenberg, εύλογα υποστήριξε στην παρέμβασή του, το Σάββατο, ότι «για πολλά χρόνια, η πυρηνική απειλή είχε απομακρυνθεί απ΄το πεδίο. Δυστυχώς, σήμερα είναι ξανά στην agenda και θα ήταν ανεύθυνο να την αγνοήσουμε. H (πυρηνική) εξάπλωση συμβαίνει και όσο μιλάμε κομβικές πυρηνικές συμφωνίες αμφισβητούνται».

Το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας το οποίο μετρά έξι περίπου δεκαετίες ζωής και η υποβόσκουσα, εξ αιτίας του, σύγκρουση με τις ΗΠΑ είναι η καίρια ανησυχία όσον αφορά την πυρηνική agenda. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το πρόγραμμα έχει διαμορφώσει την οικονομία, την ιδεολογία και την εξωτερική προβολή του ολοκληρωτικού καθεστώτος, τη δράση των μεγάλων δυνάμεων στη Βορειοανατολική Ασία καθώς και την ευρύτερη πολιτική δυναμική των κρατών της περιοχής. Σήμερα, η πιθανότητα ενός εφιαλτικού πολέμου στην κορεατική χερσόνησο είναι ισχυρότερη από ποτέ. Είναι αλήθεια ότι όσο αυξήθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης του προγράμματος το 2017, άλλο τόσο αυξήθηκε η πολεμική διάθεση των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι γείτονες την Βόρειας Κορέας βρίσκονται να ισορροπούν μεταξύ ενός απρόβλεπτου κράτους που συνεχώς αυξάνει τις πυρηνικές του ικανότητες και μιας αμερικανικής κυβέρνησης αποφασισμένης να το σταματήσει με κάθε κόστος. Η πιθανότητα διεξαγωγής ενός πυρηνικού πολέμου προκειμένου να αποτραπεί ένας άλλος είναι υπαρκτή- είναι όμως και στρατηγική αντιφατική κι αδιέξοδη, όπως εύστοχα παρατήρησε ο George Soros στον λόγο του στο Davos, πριν μερικές εβδομάδες. Η συνεργασία των ΗΠΑ με τις άλλες περιφερειακές δυνάμεις, ιδίως με την Κίνα, και η διπλωματία αντί της επιβολής στρατιωτικής ισχύος είναι οι δύο αναγκαίες προϋποθέσεις για να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση.

Ιράν- Θα επιβιώσει η συμφωνία;

Κρατώντας ένα υπόλειμμα ιρανικού drone που, όπως είπε, καταρρίφθηκε στον ισραηλινό εναέριο χώρο την προηγούμενη εβδομάδα, ο Πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu προκάλεσε ανοιχτά τον Ιρανό ομόλογό του λέγοντάς του, επιπλέον, να μεταφέρει στους «τυράννους της Τεχεράνης” το μήνυμα: «Mην δοκιμάζετε την αποφασιστικότητα του Ισραήλ.» Ο ισραηλινός ΠΘ υποστήριξε πως η διεθνής συμφωνία του 2015 για τα πυρηνικά του Ιράν έχει μετατρέψει την Τεχεράνη σε μια επιθετική και επικίνδυνη περιφερειακή δύναμη. Πιστός στη γραμμή Τραμπ, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, στρατηγός McMaster αντιτάχθηκε κι αυτός κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Μόναχο, στη συμφωνία της κυβέρνησης Ομπάμα λέγοντας πως είναι η ώρα να αναθεωρήσουμε «τις σημαντικές ελλείψεις της συμφωνίας και να αντιμετωπίσουμε τις αποσταθεροποιητικές κινήσεις του Ιράν, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και της διάδοσης των πυραύλων”.

Ο Ιρανός Υπουργός των Εξωτερικών απάντησε πως «αν τα συμφέροντα του Ιράν δεν διασφαλιστούν, το Ιράν θα απαντήσει σοβαρά και θα είναι μια απάντηση που θα κάνει όσους έλαβαν εσφαλμένες αποφάσεις να μετανιώσουν”.

Από το 2015, όταν ο Πρόεδρος Ομπάμα δήλωνε πως αν το Κογκρέσο καταψηφίσει την συμφωνία, οι ΗΠΑ θα είναι υπαίτιες για την αποτυχία της διπλωματίας και για τη διεύρυνση της βάσης περαιτέρω συγκρούσεων, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Τον περασμένο Οκτώβρη, ο Πρόεδρος Τραμπ έθεσε μια σειρά από λόγους για να δικαιολογήσει την άρνησή του να επικυρώσει ότι το Ιράν συμμορφώνεται με τους συμφωνημένους όρους. Παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου από πλευράς τόσο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής ενέργειας όσο και των υπολοίπων εταίρων της συνθήκης. Έκτοτε οι σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν βρίσκονται σε κλιμακούμενη ένταση, με τη λύση της συμφωνίας να είναι πιθανή.

Μια τέτοια εξέλιξη ίσως όμως σημάνει μια πρωτόγνωρα επικίνδυνη δυναμική στην περιοχή δημιουργώντας ρίσκα τόσο γεωπολιτικά όσο κι επενδυτικά.

Η Eurasia Group  τοποθετεί τη διάλυση της συμφωνίας στους πέντε σημαντικότερους πολιτικά κινδύνους του 2018, σημειώνοντας ότι αν ανατραπεί, θα παρασύρει την περιοχή σε μια παρατεταμένη περίοδο σημαντικής κρίσης.

Για την Washington, μπορεί μια τέτοια απόφαση να αποφέρει βραχυπρόθεσμα κέρδη στη Riyadh και στο Tel Aviv, ίσως όμως έχει ως αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερη ένταση στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Τον περασμένο Νοέμβριο, το ζήτημα του Ιράν ήταν η αφορμή για την επίσκεψη της Federica Mogherini στην Washington. Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ δεν υποστήριξε μόνο την ανάγκη διατήρησης των διαύλων με την Τεχεράνη ανοιχτών, αλλά τόνισε προς κάθε κατεύθυνση πως η συντήρηση της συμφωνίας με κάθε κόστος είναι ζωτικό συμφέρον για την παγκόσμια ασφάλεια. Είναι αλήθεια ότι η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, μέσα στην ασάφεια και τις δομικές τις ελλείψεις, αν έχει να επιδείξει μία επιτυχία τα τελευταία χρόνια, αυτή είναι η επίτευξη, σε συνεργασία βέβαια με τον πρ. Ομπάμα, της συμφωνίας του 2015.

Eπιπλέον, πιθανή διάλυση της συμφωνίας εντός του έτους ίσως αυξήσει την απροβλεψιμότητα και την κυκλοθυμία του Ιράν ως διεθνούς δρώντα, απομακρύνοντάς το ακόμη περισσότερο από τη Δύση. Η επανεκλογή του μετριοπαθούς Ρουχανί οφείλεται εν πολλοίς στην προσέγγισή του με τη Δύση και στην ελάφρυνση των κυρώσεων που επέφερε. Το αποτέλεσμα της λύσης θα είναι ένας αποδυναμωμένος εσωτερικά Ρουχανί και ένα σκληροπυρηνικό κατεστημένο με αυξημένη νομιμοποίηση, έτοιμο να εφαρμόσει μια εθνικιστική εξωτερική agenda.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η διατήρηση του υπάρχοντος πλαισίου συνεργασίας Δύσης-Ιράν, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η Δύση έχει περιθώρια να καλλιεργεί αυταπάτες ότι η Τεχεράνη μπορεί να συμβάλλει μακροπρόθεσμα στην σταθερότητα και την τάξη στην περιοχή. Η συμφωνία, έχει σε κάθε περίπτωση συναλλακτική κι όχι αξιακή βάση.

Κατά τον Wolfgang Ischinger, επικεφαλής της Διάσκεψης, ο κόσμος βρίσκεται πολυ κοντά σε μια «μείζονα διακρατική σύγκρουση» και αντιμετωπίζει μία «επιτακτική, δεινή πραγματικότητα». Η πολυπλοκότητα, η απροβλεψιμότητα και οι ασταθείς ισορροπίες ισχύος είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος. Οι τάσεις όμως εσωστρέφειας τώρα που η παγκόσμια συνεργασία είναι πιο επείγουσα από ποτέ άλλοτε, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και των διεθνών θεσμών και η έμφαση στην εσωτερική πολιτική και στο βραχυπρόθεσμο, το μόνο που δημιουργούν είναι μια αίσθηση μαζικού αποπροσανατολισμού. Και σε καμία περίπτωση, προοπτικές κανονικότητας.

* Ο κ. Βασίλης Γαβαλάς είναι συνεργάτης στο Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Capital.gr 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail