Culture Politics

Ψυχρός Πόλεμος: η κατάρριψη του U2 από τους Σοβιετικούς και τα παιχνίδια κατασκόπων

Αεροσκάφος U2 παρόμοιο με αυτό που καταρρίφθηκε


Ήταν 7 Μαΐου του 1960, μεσούσης του Ψυχρού Πολέμου, όταν ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ ανακοινώνει ότι ο Αμερικανός πιλότος του U2, Φράνσις Γκάρι Πάουερς, βρίσκεται στα χέρια των Σοβιετικών.

Η κατάρριψη του αμερικανικού U2 από τους Σοβιετικούς συνέβη την 1η Μαΐου 1960, όταν σοβιετικές δυνάμεις εντόπισαν και κατέρριψαν στα Ουράλια, σχεδόν 2.500 χλμ. μέσα στον σοβιετικό εναέριο χώρο ένα αμερικανικό κατασκοπευτικό αεροσκάφος που ανήκε στη CIA, με πιλότο τον Φράνσις Γκάρι Πάουερς (Frances Gary Powers). Το αεροσκάφος εκτελούσε εναέρια αναγνώριση όταν χτυπήθηκε από πύραυλο εδάφους- αέρος S-75 Dvina και συνετρίβη κοντά στο Σβερντλόφσκ.

Το περιστατικό, που συνέβη κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (ΗΠΑ) και της ηγεσίας του Νικίτα Χρουστσόφ (ΕΣΣΔ), επιδείνωσε σημαντικά τις αμερικανοσοβιετικές σχέσεις που ήταν ήδη σε κρίσιμη καμπή λόγω του Ψυχρού Πολέμου.

Φωτογραφία του Πάουερς ενώ ήταν κρατούμενος των Σοβιετικών.

 

Οι πτήσεις των U2 είχαν αρχίσει τον Ιούλιο του 1956 και προσέφεραν στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες πληροφορίες για τις στρατιωτικές δυνατότητες της ΕΣΣΔ. Οι πρώτες δύο πτήσεις πραγματοποιήθηκαν πάνω από το Λένινγκραντ και τη Μόσχα, στη συνέχεια όμως επιλέγονταν στρατιωτικοί στόχοι. Παρά το ότι οι πτήσεις παραβίαζαν συστηματικά τον εναέριο χώρο της ΕΣΣΔ, το μεγάλο ύψος στο οποίο πετούσε το U2 (γύρω στα 70.000 πόδια) σήμαινε ότι ήταν σχετικά ασφαλές γιατί δεν μπορούσαν να το προσεγγίσουν τα σοβιετικά καταδιωκτικά. Η πτήση της 1ης Μαΐου 1960 ήταν μία από τις τελευταίες που ενέκρινε ο Άιζενχάουερ, γιατί σύντομα θα εκτοξευόταν ο πρώτος κατασκοπευτικός δορυφόρος των ΗΠΑ που θα πρόσφερε καλύτερες δυνατότητες παρατήρησης του εδάφους της ΕΣΣΔ.

 


Το U2 με τον Πάουερς, ο οποίος ήταν 30 ετών και από τους πιο έμπειρους πιλότους του προγράμματος, θα ξεκινούσε από το Πεσαβάρ του Πακιστάν και θα πετούσε για πάνω από 4.500 χιλιόμετρα την ΕΣΣΔ μέχρι να εξέλθει από τον εναέριο χώρο της κοντά στο Μουρμάνσκ και από εκεί στη Νορβηγία. Οι Σοβιετικοί εντόπισαν το U2 πριν ακόμα μπει στον εναέριο χώρο τους και το καταδίωξαν αρχικά χωρίς επιτυχία. Ωστόσο, ενώ πετούσε κοντά στο Σβερντλόφσκ ένας από τους τρεις πυραύλους εδάφους-αέρος που εκτόξευσε αντιαεροπορική συστοιχία εξερράγη κοντά στο U2, αποσταθεροποιώντας το αεροσκάφος. Ένα σοβιετικό αεροσκάφος χτυπήθηκε από άλλο πύραυλο και ο πιλότος του σκοτώθηκε.

Ο Πάουερς κατάφερε να διασωθεί χωρίς τραυματισμούς και να πέσει με το αλεξίπτωτο κοντά σε ένα χωριό, όπου και συνελήφθη σχεδόν αμέσως. Το κατασκοπευτικό και ο εξοπλισμός του δεν καταστράφηκαν και αξιοποιήθηκαν από τους Σοβιετικούς.

Ο πιλότος μεταφέρθηκε στη Μόσχα και φυλακίστηκε χωρίς να υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση. Στις 17 Αυγούστου, ο Γκάρι Πάουερς οδηγήθηκε στο ανώτατο στρατοδικείο της ΕΣΣΔ στη Μόσχα. Κύριο μέλημα των Σοβιετικών ήταν να διασύρουν τις ΗΠΑ και όχι να τιμωρήσουν σκληρά τον Πάουερς, ο οποίος καταδικάστηκε για κατασκοπεία σε τρία χρόνια φυλάκιση και επτά χρόνια καταναγκαστικής εργασίας, ποινή κατά γενική παραδοχή ηπιότατη. Δύο χρόνια αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1962, ο Πάουερς απελευθερώθηκε κατά τη διάρκεια ανταλλαγής στο Βερολίνο με κατάσκοπο των Σοβιετικών.

Η γέφυρα των κατασκόπων ( Bridge of Spies), η αμερικανική – γερμανική ιστορική ταινία του 2015, σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ και σε σενάριο Ματ Τσάρμαν και αδελφών Κοέν, παρουσιάζει το περιστατικό της κατάρριψης και στη συνέχεια της ανταλλαγής. Στην ταινία, ο Τομ Χανκς ενσαρκώνει τον δικηγόρο Τζέιμς Ντόναβαν, που στάλθηκε στην Ευρώπη, ώστε να διαπραγματευτεί την ανταλλαγή.

Πρωτοσέλιδο του 1960 για υτην συνάντηση στο Παρίσι.

 

Διπλωματικές ακροβασίες εν μέσω Ψυχρού Πολέμου 

Αρχικά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπάθησε να καλύψει το σκοπό και την αποστολή του αεροπλάνου, λέγοντας ότι πρόκειται για μετεωρολογικό αεροσκάφος που απλά βγήκε εκτός πορείας. Ο ίδιος ο Χρουστσόφ ανακοίνωσε την κατάρριψη στις 5 Μαΐου σε ομιλία του προς το Ανώτατο Σοβιέτ, αλλά οι Αμερικανοί, πιστεύοντας ότι ο πιλότος και το αεροσκάφος είχαν κονιορτοποιηθεί από το μηχανισμό αυτοκαταστροφής του U2, προφασίστηκαν άγνοια.

Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να παραδεχτούν την στρατιωτική φύση του αεροσκάφους όταν η σοβιετική κυβέρνηση παρουσίασε άθικτα υπολείμματα του U2 και τον αιχμάλωτο πιλότο καθώς και φωτογραφίες στρατιωτικών βάσεων που ελήφθησαν από το αεροσκάφος.

Σχεδόν δύο εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη της συνόδου κορυφής Ανατολής-Δύσης στο Παρίσι, το περιστατικό έφερε σε μεγάλη αμηχανία τις Ηνωμένες Πολιτείες και προκάλεσε σημαντική επιδείνωση στις σχέσεις τους με τη Σοβιετική Ένωση.

Η οργισμένη αντίδραση του Χρουστόφ στο Παρίσι

Όταν στις 16 Μαΐου οι ηγέτες των Η.Π.Α., της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ε.Σ.Σ.Δ. συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι, ολόκληρη η ανθρωπότητα ήλπιζε ότι θα άνοιγε ο δρόμος για την ύφεση.

Αντιθέτως, θριάμβευσε η λογική του Ψυχρού Πολέμου. Ο Νικίτα Χρουστσόφ προσήλθε κρατώντας στα χέρια του ένα ισχυρότατο «χαρτί»: την υπόθεση U2. Στην πρώτη και, όπως απεδείχθη, τελευταία συνάντηση των τεσσάρων στη διάσκεψη, ο Σοβιετικός ηγέτης απαίτησε από τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ να ζητήσει επισήμως συγγνώμη για το κατασκοπευτικό περιστατικό. Ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε και η διάσκεψη εκτροχιάστηκε πριν καν αρχίσει. Αφήνοντας τους Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, Σαρλ ντε Γκωλ και Χάρολντ Μακμίλαν να συσκέπτονται αδιαλείπτως, ο Χρουστσόφ στις 18 Μαΐου, παραμονή της αναχώρησής του, παραχώρησε σε περίπου δύο χιλιάδες εκπροσώπους του Τύπου θυελλώδη συνέντευξη.

Στις 26 Μαΐου, λίγες μόνο εβδομάδες μετά το φιάσκο των Η.Π.Α. στην υπόθεση U2 και την αποτυχία της Διάσκεψης Κορυφής των Παρισίων, ο Αμερικανός εκπρόσωπος στον Ο.Η.Ε., Χένρυ Κάμποτ Λοτζ, επέδειξε στο Συμβούλιο Ασφαλείας το αμερικανικό εθνόσημο που κοσμούσε το γραφείο του Αμερικανού πρέσβη στη Μόσχα. Οι Αμερικανοί είχαν ανακαλύψει ένα μικρόφωνο τοποθετημένο σε ειδική κοιλότητα στο εσωτερικό του. Στην ίδια συνεδρίαση, ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο κατηγόρησε τις Η.Π.Α. ότι οδηγούν τον κόσμο στον πυρηνικό όλεθρο, με την εμμονή τους στη συνέχιση της κατασκοπείας κατά της Ε.Σ.Σ.Δ.

Πολλά χρόνια αργότερα, οι Η.Π.Α. διαπίστωσαν ότι το υπό κατασκευήν νέο κτίριο της πρεσβείας τους στη Μόσχα έβριθε «κοριών» που βρίσκονταν μέσα στα δομικά υλικά κι έτσι υποχρεώθηκαν να ξαναρχίσουν την οικοδόμησή του πάλι από την αρχή, αυτή τη φορά με εργάτες της απόλυτης εμπιστοσύνης της Ουάσινγκτον.

Η ταινία και οι ιστορίες κατασκοπείας 

Το παρασκήνιο της ανταλλαγής του πιλότου παρουσιάστηκε στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Η Γέφυρα των Κατασκόπων», με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς. Ο Σπίλμπεργκ με δεινότητα αναδεικνύει την ακραία ένταση και αντιπαράθεση στα χρόνια του ψυχρού πολέμου και την προσπάθεια ενός έμπειρου δικηγόρου να πετύχει την ανταλλαγή Σοβιετικών και Αμερικανών πρακτόρων.

 

Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, με κεντρικό ήρωα τον αμερικανό δικηγόρο, τον Τζέιμς Ντόνοβαν, ο οποίος κατόρθωσε μετά από πολύχρονες διαπραγματεύσεις να φέρει σε πέρας την πιο σημαντική ανταλλαγή στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου.

Η ιστορία ξεκινάει το 1948, όταν ένας καλά εκπαιδευμένος πράκτορας των Σοβιετικών Μυστικών Υπηρεσιών, ο Γουίλιαμ Γκένρικοβιτς Φίσσερ γνωστός με το ψευδώνυμο Εμίλ Γκόλντφας, έφτασε στις ΗΠΑ. Για να καλύψει τη βασική του ιδιότητα άνοιξε ένα καλλιτεχνικό στούντιο ζωγραφικής στο Μπρούκλιν και συστηνόταν ως Ρούντολφ Άμπελ.


Το 1952 ο Άμπελ είχε ως υφιστάμενο τον εντελώς ακατάλληλο Ρεϊνό Χεϊχένεν, ο οποίος ήταν αλκοολικός. Οι συνεχείς επαγγελματικές αποτυχίες του τον ώθησαν να επιστρέψει στη Σοβιετική Ένωση, αλλά φοβούμενος την τιμωρία ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία των ΗΠΑ στο Παρίσι το 1957. Ο Άμπελ έκανε το λάθος να φέρει τον Χεϊχένεν στο στούντιο, όπου ήταν ουσιαστικά η βάση και το καταφύγιο των μυστικών υπηρεσιών της KGB, με αποτέλεσμα να γνωρίσει απαγορευτικές λεπτομέρειες τις οποίες κατέδωσε στο FBI, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο στη σύλληψη του Άμπελ στις 21 Ιουνίου 1957. 
Ο Άμπελ αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε συνεργασία με το FBI και την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ήταν η στιγμή που χρειαζόταν έναν καλό και αποτελεσματικό δικηγόρο. Η υπεράσπιση ενός σοβιετικού πράκτορα στην Αμερική του 1950 ήταν μια ριψοκίνδυνη απόφαση και ο δικηγόρος που θα αναλάμβανε κινδύνευε να χαλάσει τη φήμη του και να επηρεάσει αρνητικά όλη την καριέρα του.Ο Δικηγορικός Σύλλογος του Μπρούκλιν διόρισε τον Τζέιμς Ντόνοβαν ως υπερασπιστή, ο οποίος μέχρι τότε είχε πείρα κυρίως από ασφαλιστικές υποθέσεις. Είχε εργαστεί στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και είχε υπηρετήσει ως αναπληρωτής εισαγγελέας στη δίκη της Νυρεμβέργης.

Οι Αμερικανοί στην προσπάθεια τους να αποδείξουν ότι ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα ίσης υπεράσπισης, ακόμα κι αν κατηγορούνταν για κατασκοπία επί αμερικανικού εδάφους, αποφάσισαν να αναθέσουν την υπόθεση σε έναν επαγγελματίας με εμπειρία, όπως ο Ντόνοβαν. Ο δικηγόρος άμεσα στοχοποιήθηκε. Δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα και επιστολές γεμάτες κατηγορίες, γεγονός που τον πείσμωσε ακόμα περισσότερο.

 

 Μαζί με άλλους δυο βοηθούς δικηγόρους ο Ντόνοβαν ετοιμάστηκε για τη δίκη του Άμπελ, η οποία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1957. Ο πελάτης του αντιμετώπιζε σωρεία κατηγοριών. Μέσα στο στούντιο του Μπρούκλιν βρέθηκαν πολλά ενοχοποιητικά στοιχεία, όπως ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων, χάρτες των αμυντικών περιοχών των ΗΠΑ, μικροφίλμ και άλλα πολλά. Παρά τις προσπάθειες του Ντόνοβαν να εξηγήσει ή να «υποβαθμίσει» τη βαρύτητα των αποδεικτικών στοιχείων, το δικαστήριο ήταν εξαρχής αποφασισμένο για την ενοχή του Άμπελ.
 

Ο Ντόνοβαν χρησιμοποίησε ως επιχείρημα ότι στο εγγύς μέλλον θα μπορούσε έναν δικός τους να βρεθεί αιχμάλωτος επί σοβιετικού εδάφους και η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν θα ήθελε να χάσει μέσα από τα χέρια της έναν δικό της κατάσκοπο. Η διπλωματική οδός σύμφωνα με τον δικηγόρο ήταν η καλύτερη λύση για το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ. Στις 15 Νοεμβρίου 1957, ο δικαστής Μόρτιμερ Μπάγιερς καταδίκασε τον Άμπελ σε 30 έτη φυλάκισης. Ενώ ο πελάτης του βρέθηκε στη φυλακή ο Ντόνοβαν συνέχισε να εργάζεται για λογαριασμό του. Ο Άμπελ κρατούνταν από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης, ενώ πράκτορες του FBI συνέχισαν να ψάχνουν στοιχεία για την ενοχή του Άμπελ χωρίς ένταλμα.

Ο Ντόνοβαν πάτησε σε αυτό για να ασκήσει έφεση, αλλά το Δικαστήριο δεν του έκανε τη χάρη αυτή τη φορά. Η απόφαση παρέμεινε καταδικαστική.

 

Η υπόθεση πήρε άλλη τροπή τον Μάιο του 1960, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο πιλότος Φράνσις Γκάρι Πάουερς καταρρίφθηκε με το κατασκοπευτικό αμερικανικό αεροσκάφος U2, που ανήκε στην CIA, στα Ουράλια. Σοβιετικές δυνάμεις τον εντόπισαν και τον συνέλαβαν.

Η πτήση της 1ης Μαΐου 1960 με τον Πάουερς ήταν μία από τις τελευταίες που ενέκρινε ο Άιζενχάουερ, γιατί σύντομα θα εκτοξευόταν ο πρώτος κατασκοπευτικός δορυφόρος των ΗΠΑ που θα πρόσφερε καλύτερες δυνατότητες παρατήρησης του εδάφους της ΕΣΣΔ.

 

Όταν ο Πάουερς συνελήφθη, ο πρώτος που έκανε λόγο για ανταλλαγή ήταν ο πατέρας του πιλότου, Όλιβερ Πάουερς. Μάλιστα πρότεινε τον σοβιετικό πράκτορα Άμπελ ως το κατάλληλο πρόσωπο. Μετά από λίγο καιρό, ο δικηγόρος Ντόνοβαν έλαβε μια επιστολή από την Ανατολική Γερμανία που επιβεβαίωνε το ενδιαφέρον της KGB για το ενδεχόμενο της ανταλλαγής κατασκόπων.

Ο Ντόνοβαν ηγούνταν των διαπραγματεύσεων. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι του τόνισαν ότι το ενδιαφέρον τους αφορούσε αποκλειστικά για τον Πάουερς, αλλά του εξήγησαν ότι υπήρχαν και δυο φοιτητές πίσω από το λεγόμενο «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Ο Φρεντερίκ Πραϊορ που αντιμετώπιζε κατηγορίες για κατασκοπεία στην Ανατολική Γερμανία και ο Μάρβιν Μακίνεν που υπηρετούσε ένα χρόνο στη Ρωσία φωτογραφίζοντας σοβιετικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

 

Με την άφιξη του δικηγόρου στο Δυτικό Βερολίνο, έγιναν πολλές συναντήσεις με διάφορους συνδέσμους. Οι πρώτες προσπάθειες στάθηκαν άκαρπες. Ο δικηγόρος Βόλφγκανγκ Βόγκελ από την Ανατολική Γερμανία απαιτούσε την ανταλλαγή του φοιτητή Πραϊορ με τον Άμπελ χωρίς την απελευθέρωση του Πάουερς ή του Μακινεν.

 

Η πρόταση απορρίφθηκε αμέσως από τον Ντόνοβαν με την απειλή μάλιστα ότι θα διέκοπτε κάθε είδους διαπραγμάτευση. Τελικά, η συμφωνία πραγματοποιήθηκε με προτεραιότητα την ανταλλαγή του Πάουερς και του Άμπελ. Ο Πραϊορ θα έφευγε ξεχωριστά, ενώ ο Μακίνεν αφέθηκε ελεύθερος ένα χρόνο αργότερα.

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 1962, οι Ντόνοβαν και Άμπελ έφτασαν στη γέφυρα Glienicke, η οποία συνέδεε την Ανατολική με τη Δυτική Γερμανία. Η αμερικανική και σοβιετική πλευρά συναντήθηκαν στις 8:20 το πρωί, αλλά δεν προχώρησαν στην ανταλλαγή μέχρι να έρθει η επιβεβαίωση για την ελευθερία του Πράϊορ. Στις 8:45 οι Αμερικανοί επιτέλους επιβεβαιώθηκαν ότι ο νεαρός Πράϊορ είχε παραδοθεί σε ένα σημείο διέλευσης μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου, ενώ ο Πάουερς και ο Άμπελ ανταλλάχθηκαν επίσημα στις 8:52 το πρωί.

Η υπόθεση που άλλαξε τη ζωή και την καριέρα του Ύστερα από την επιτυχία της ανταλλαγής ο Ντόνοβαν ακολούθησε καριέρα επίσημου «διαπραγματευτή» για λογαριασμό της CIA.

 

 

Επιμέλεια: Γιώτα Χουλιάρα

 

Πηγές: Wikipedia
History Channel
H μηχανή του χρόνου
CNN 

 

 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail