Geopolitics & Daily News Politics Security

FYROM: Ιστορικά δεδομένα και επιλογές

Γράφει ο Αντι/ρχης (ΤΘ) Κούφας Παναγιώτης

Εν τω μέσω της ραστώνης, πιστοί πάντοτε στα rendezvous της Ιστορίας μας, που μας θέλουν πάνω σε εορτάσιμη ευεξία να καλούμαστε ράθυμοι για κρίσιμες αποφάσεις, αναδύεται πάλι το ζέον θέμα της ονομασίας του γειτονικού κρατιδίου.

Για τους αμνήμονες και τους βραχυμνήμονες, ίσως τα τεκταινόμενα προκαλούν έκπληξη, αγανάκτηση ή έστω κάποιο προβληματισμό.

Για τους σκόπιμα επικαλούμενους επιλεκτικά τη λαϊκή μνήμη, σε μια προσπάθεια άλλων να αποδώσουν ευθύνες σε παρελθούσες πολιτικές μορφές και άλλων να δικαιώσουν τους όποιους χειρισμούς εκ μέρους τους, ίσως να αποτελέσει την επόμενη βάσανο επιχειρηματολογίας, προς βρώση και ανάλωση των όποιων πολιτικών ποιμνίων, των όποιων δεξαμενών σκέψης (think tanks), των όποιων μελετητών προς χάριν της μελέτης.

Για αυτούς όμως, που εμβαθύνοντας στην ιστορική γνώση περιορίζουν τη πιθανότητα πλάνης, αλλά διακρίνουν με καθαρή θεώρηση και τεκμηριωμένη αντίληψη τα γεγονότα, δεν υφίσταται ούτε αμφισβήτηση, ούτε ενδεχόμενο παλλινδρόμησης, ούτε καν ελαστικότητα διπλωματικής ευελιξίας, επιβαλλόμενη ή μη.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

Ο εν λόγω γεωγραφικός τόπος, βρίσκεται μεταξύ 40°50′ και 42°20′ βόρειου γεωγραφικού πλάτους και 20°27′ και 23°05′ ανατολικού γεωγραφικού μήκους. Ορίζεται ΒΑ από τις όχθες της λίμνης Πρέσπας, το πεδινό μεταξύ του όρους Βόρας και της λίμνης Οχρίδας, έως τα στενά νότια τέμπη του ποταμού Αξιού και του παραποτάμου Στρουμιτσιώτη, αλλά και βορείως μέχρι τα άνω τέμπη του Αξιού και τις νότιες παρυφές της Διναρεικής οροσειράς του όρους Σάρος έως το υψίπεδο της αρχαίας Πελαγονίας.

Η περιοχή κατοικήθηκε από τα φύλα των Πελαγόνων και των Παιόνων, Ιλλυρικής καταγωγής και μέχρι την άνοδο της Μακεδονικής δυναστείας των Αργεαδών (επί Φιλίππου και Μ. Αλεξάνδρου) είχε αφομοιωθεί από την ελληνική δωρικού τύπου κουλτούρα, η οποία και άφησε το αποτύπωμά της στην ρωμαϊκή εξάπλωση με τις πόλεις Ηράκλεια Λυγκιστήδα, τους Στόβους (σημερινό Stobi) και την εκ χειρών Ρωμαίων νεόδμητη παροικία Scupi (σημερινά Σκόπια).

H εξάπλωση του χριστιανισμού άρχισε νωρίς στην περιοχή, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στον αγροτικής απασχόλησης και νομαδικού τύπου πληθυσμό της. Έτσι, όταν τον 6ο αιώνα, τα επελθώτα εκ βορρά σλαβικά φύλα των Βερζητών, Σαγουδάτων, Στρουμιάνων και άλλων, προσηλυτίστηκαν άμεσα και εκχριστιανίστηκαν εύκολα.

Η βουλγαρική επεκτατικότητα που άρχισε τον 8ο αιώνα, δεν άφησε την περιοχή ανέγγιχτη. Γρήγορα πέρασε στην επικράτεια των Βουλγάρων και περιορίστηκε δραστικά μόνο μετά την αποφασιστική μάχη του Κλειδίου (1071) από το στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό του αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄ Μακεδόνα (Βουλγαροκτόνου).

Η περιοχή πέρασε τον 11ο αιώνα στην επιρροή των Σέρβων. Τα Σκόπια, έγιναν πρωτεύουσα της «αυτοκρατορίας των Σέρβων και Ρωμαίων» την εποχή της πτώσης της Βασιλεύουσας (1453), υπό τον Σέρβο τσάρο Στέφανο Δουσάν, αλλά μετά το θάνατό του, πέρασε γρήγορα στα χέρια των Οθωμανών, ως βιλαέτιο Μοναστηρίου, ανάμεσα στα βιλαέτια της Θεσσαλονίκης και του Κοσσυφοπεδίου, παραμένοντας έτσι ως την χαραυγή του 20ου αιώνα.

Περι τα 1870, όταν με σουλτανικό φιρμάνι επιτράπηκε η συγκρότηση της «βουλγαρικής εξαρχείας», οι επισκοπές των Σκοπίων, Ντεμπάρ, Μπίτολα, Οχρίδα, Βέλες και Στρούμιτσα προσαρτήθηκαν σε αυτή.
Από τότε εμφανίζεται και ο βουλγαρικός επεκτατισμός, υπό την κεκκαλυμένη μορφή της «Μακεδονικής» υπόστασης, που επικαλέστηκαν ιδρύοντας ίδρυσαν την τότε БМОРК (Български Македоно-Одрински революционни комитети – Βουλγάρικη Επαναστατική Ένωση Μακεδονίας-Aδριανούπολης), το μετέπειτα ΒΜΡΟ (Вътрешна македонска революционна организация – Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) που το 1903 οργάνωσε την εξέγερση “Илинденско-Преображенсковъстание” (επανάσταση του Προφήτη Ηλία – Μεταμορφώσεως) η οποία παρότι συνετρίβει με πολλές ανθρώπινες απώλειες, προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον για το αναφυόμενο «μακεδονικό ζήτημα».

Μετά το πέρας των δύο Βαλκανικών Πολέμων το 1912 και 1913, τα περισσότερα ευρωπαϊκά εδάφη της διαλυμένης πλέον Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μοιράστηκαν μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας.
Η περιοχή που βρίσκεται σήμερα η πΓΔΜ ονομάστηκε επίσημα Νότια Σερβία (Južna Srbija, Јужна Србија / Γιούζνα Σρμπιγια). Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1918, η Σερβία έγινε μέρος του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Το 1929, το Βασίλειο μετονομάστηκε επισήμως σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας και διαιρέθηκε σε περιφέρειες γνωστές και ως «μπανόβινα».
Η Νότια Σερβία, δηλαδή η περιοχή της σημερινής πΓΔΜ, έγινε γνωστή ως η «Βαρντάρσκα Μπανόβινα» του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας.

Το όραμα της Ενωμένης Μακεδονίας χρησιμοποιήθηκε από την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (IMRO) στο διάστημα του Μεσοπολέμου.
Οι αρχηγοί της οργάνωσης, όπως οι Τόντορ Αλεξάντροφ, Αλεξάνταρ Προτογέροφ και Ιβάν Μιχαήλοφ, προώθησαν τη συγκεκριμένη ιδέα με στόχο την προσάρτηση των ελεγχόμενων από την Ελλάδα και Σερβία εδαφών και τη δημιουργία μίας ενωμένης Μακεδονίας για όλους τους Μακεδόνες, ανεξαρτήτως θρησκείας και εθνικότητας.

Η Βουλγαρική κυβέρνηση του Αλεξάντερ Μαλίνοφ το 1918 προσφέρθηκε να παραδώσει τη Μακεδονία του Πιρίν για αυτόν το σκοπό μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν το επέτρεψαν, καθώς η Σερβία και η Ελλάδα εναντιώθηκαν στη συγκεκριμένη ιδέα.

Η IMRO αποφάσισε να αρχίσει ανταρτοπόλεμο στη Βαρντάρσκα Μπανόβινα, μαζί με την Νεανική Μακεδονική Μυστική Επαναστατική Οργάνωση (MMTRO), οργανώνοντας συνεχώς επιθέσεις κατά των Σέρβων διοικητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων της περιοχής. Το 1923 ιδρύεται στη Στιπ η «Ένωση κατά των Βουλγάρων συμμοριτών» από Σέρβους «τσέτνικ» με στόχο την εξουδετέρωση της IMRO και της MMTRO.

Το 1934, σε συνεδρίαση της Γραμματείας Βαλκανικών Κρατών (ΓΒΚ) της Κομμουνιστικής Διεθνούς (υπό την αιγίδα του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του ηγέτη του Στάλιν) αποφασίζεται η υιοθέτηση της υπόθεσης ενός «Μακεδονικού» έθνους που θα αγωνίζονταν για την αυτοδιάθεσή του στα πλαίσια μιας «Μακεδονικής Δημοκρατίας των Εργαζόμενων Μαζών».
Ο λόγος αυτής της στροφής ήταν το αντιστάθμισμα στις Βουλγαρικές διεκδικήσεις στο Μακεδονικό ζήτημα, ενόψει της ανόδου του Ναζισμού στη Γερμανία και της διαφαινόμενης συμμαχίας με τη Βουλγαρία, που ενδέχετο να αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Το κείμενο – απόφαση που δημοσιοποιήθηκε, επιμελήθηκε από τον Ότο Βίλχελμ Κουουσίνεν, Γραμματέα της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και μέλους του Φινλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος και επιβλήθηκε αρχικά στα τρία Κομμουνιστικά κόμματα των άμεσα εμπλεκόμενων κρατών, Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας, και στη συνέχεια στα Κομμουνιστικά κόμματα όλων των κρατών.

Παράλληλα, τα κομμουνιστικά κόμματα Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας υποχρεώθηκαν να ενισχύσουν και να βοηθήσουν τη δράση της οργάνωσης «ΕΜΕΟ Ενωμένη», που στο εξής θα αναλάμβανε την διάδοση της εθνικής ιδέας του «Μακεδονισμού» και θα μπορούσε να μετεξελιχθεί στο μέλλον, εάν οι συνθήκες το επέτρεπαν σε «Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας».

Η ΕΜΕΟ Ενωμένη, έως τότε εξυπηρετούσε τα Βουλγαρικά συμφέροντα στην περιοχή, αλλά λόγω του νέου της ρόλου, η Βουλγαρική εθνικιστική πτέρυγά της αναγκάστηκε σε αποχώρηση, έτσι ώστε η οργάνωση να μπορέσει να συμβιβαστεί με τη νέα γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Το 1935 ο Βούλγαρος Άγγελ Ντίνεφ που εξέδιδε την εφημερίδα Μακεδονικά Νέα προσπάθησε να δώσει ένα ιστορικό υπόβαθρο στη «μακεδονική εθνότητα», συνδέοντάς το για πρώτη φορά με την Εξέγερση του Ίλιντεν (που έως τότε θεωρούνταν από όλους ως Βουλγαρική) και τους Έλληνες ιεραπόστολους των Σλάβων Κύριλλο και Μεθόδιο.

Παράλληλα το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας αν και είχε μετακινηθεί από την αρχική γραμμή περί αυτοδιάθεσης του «μακεδονικού έθνους» και είχε υιοθετήσει το σύνθημα «ισοτιμία για όλους τους λαούς της Μακεδονίας», συνέχισε να υποστηρίζει την ΕΜΕΟ Ενωμένη εντός ελληνικού εδάφους και το 1935 δημοσίευσε στα ελληνικά άρθρο του Βούλγαρου Βασίλ Ιβανόφσκι, ο οποίος επιχείρησε μία ιστορική προσέγγιση του «μακεδονικού έθνους» υποστηρίζοντας για πρώτη φορά ότι προέρχεται από τους αρχαίους Μακεδόνες (οι οποίοι κατ’ αυτόν δεν ήταν Έλληνες) και αναμίχθηκε με τους Σλάβους που εισχώρησαν στη Βαλκανική 10 αιώνες αργότερα. Στο ίδιο άρθρο υποστηρίζει ότι ο τσάρος Σαμουήλ ενσάρκωσε τους πόθους του «Μακεδονικού έθνους».

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας κατά το Μεσοπόλεμο προσπάθησε να καλλιεργήσει την ιδέα της «μακεδονικής εθνικής ταυτότητας» στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας και κατάφερε να δημιουργήσει αρκετά στελέχη που ασπάζονταν το «Μακεδονισμό», μεταξύ των οποίων οι Λάζαρος Τερπόφσκι, Ανδρέας Τσίπας, Πασχάλης Μητρόπουλος, Μιχάλης Κεραμιτζής, Ηλίας Τουρούντζας, Γιώργος Τουρούντζας και άλλοι. Αντίθετα, την ίδια περίοδο τα κομμουνιστικά κόμματα της Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας δεν κατάφεραν να σημειώσουν πρόοδο στην καλλιέργεια του «μακεδονισμού» στους σλάβους και τους σλαβόφωνους των μακεδονικών περιοχών που βρίσκονταν στην επικράτειά τους.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γιουγκοσλαβία πέρασε στην κατοχή των δυνάμεων του Άξονα από το 1941 μέχρι το 1945.
Η «Βαρντάρσκα Μπανόβινα» διαιρέθηκε μεταξύ της Βουλγαρίας και της ιταλοκρατούμενης Αλβανίας.

Ιδρύθηκαν οι λεγόμενες Βουλγαρικές Επιτροπές Δράσης που είχαν ως στόχο να προετοιμάσουν την περιοχή για το νέο Βουλγαρικό διοικητικό και στρατιωτικό καθεστώς.

Οι Επιτροπές αποτελούνταν κυρίως από πρώην μέλη της IMRO, αλλά και μερικούς κομμουνιστές όπως ήταν οι Πάνκο Μπρασνάροφ (Panko Brashnarov), Στραχίλ Γκόγκοφ (Strahil Gogov) και Μετόντι Σατόροφ (Metodi Shatorov).
Συγκεκριμένα η Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) είχε αναθέσει στον Σατόροφ τη θέση του Γραμματέα της Μακεδονικής Περιφερειακής Επιτροπής του Κομμουνιστκού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ). Παρόλα αυτά, μετά τη Βουλγαρική εισβολή, η Μακεδονική Περιφερειακή Επιτροπή υπό την ηγεσία του Σατόροφ πέρασε στη σφαίρα επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας και διέκοψε κάθε σχέση με το ΚΚΓ. Συγκεκριμένα, ο Σατόροφ αρνήθηκε να ακολουθήσει την εντολή του ΚΚΓ περί στρατιωτικής επίθεσης κατά των Βουλγάρων.

Οι Βουλγαρικές αρχές, υπό Γερμανική πίεση, συγκέντρωσαν περισσότερους από 7.000 Εβραίους στα Σκόπια και τη Μπίτολα και τους έστειλαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η σκληρή διακυβέρνηση από τις κατοχικές δυνάμεις οδήγησε πολλούς Σλαβομακεδόνες στη στήριξη της κομμουνιστικής αντίστασης των παρτιζάνων στο κίνημα του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο μετά το 1943, με επακόλουθο την ολοκλήρωση του Εθνικού Απελευθερωτικού Πολέμου και την υποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων έξω από την περιοχή μέχρι το τέλος του 1944.

Στη «Δημοκρατία του Βαρδάρη», μετά το Βουλγαρικό κομμουνιστικό πραξικόπημα του 1944, τα Βουλγαρικά στρατεύματα βρέθηκαν περικυκλωμένα από Γερμανικές δυνάμεις, τις οποίες αντιμετώπισαν επιτυχώς προσπαθώντας να επιστρέψουν στα παλιά Βουλγαρικά σύνορα.

Τρεις Βουλγαρικοί στρατοί (των περίπου 455.000 ατόμων συνολικά) μπήκαν στη Γιουγκοσλαβία το Σεπτέμβριο του 1944 και μετακινήθηκαν από τη Σόφια στο Νις και τα Σκόπια με σκοπό την εξουδετέρωση των Γερμανικών δυνάμεων που υποχωρούσαν από την Ελλάδα.

Η νότια και ανατολική Σερβία όπως και η περιοχή της βόρειας Μακεδονίας απελευθερώθηκαν σε διάστημα ενός μήνα. Ωθούμενη από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε βλέψεις για τη δημιουργία μίας μεγάλης Νότιας Σλαβικής Ομοσπονδίας, η Βουλγαρική κυβέρνηση προσφέρθηκε ξανά να παραχωρήσει τη Μακεδονία του Πιρίν στη γειτονική χώρα στο πλαίσιο του οράματος της Ενωμένης Μακεδονίας το 1945.

Το 1944 η Αντιφασιστική Συνέλευση για την Εθνική Απελευθέρωση της Μακεδονίας (ASNOM) διακήρυξε τη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως μέρος της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Η ASNOM παρέμεινε ενεργή κυβέρνηση μέχρι το τέλος του πολέμου. Το Σλαβομακεδονικό αλφάβητο κωδικοποιήθηκε από γλωσσολόγους της ASNOM, οι οποίοι στήριξαν το αλφάβητο τους στο φωνητικό αλφάβητο του Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς και τους κανόνες του Κρίστε Πέτκοφ Μισίρκοφ.

Η νέα δημοκρατία έγινε μία από τις έξι επιμέρους δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας. Μετά τη μετονομασία της ομοσπονδίας σε Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας το 1963, η Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας μετονομάστηκε ανάλογα σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949) οι Σλαβομακεδόνες κομμουνιστές αντάρτες υποστήριξαν τους Έλληνες κομμουνιστές.
Πολλοί από τους πρόσφυγες του πολέμου κατέφυγαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ασφάλεια.
Τον Ιανουάριο του 1991 ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας Κίρο Γκλιγκόροφ (Kiro Gligorov) κήρυξε την πλήρη ανεξαρτησία της χώρας, μετά από τα συντριπτικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος και τη μετονομασία της σε Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Το Βελιγράδι συνεργάστηκε και απέσυρε όλες τις ομοσπονδιακές γιουγκοσλαβικές δυνάμεις από τη χώρα και η απόσχιση ήταν ειρηνική και αναίμακτη.

Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Από το 1991, έτος ανεξαρτησίας της πΓΔΜ, μέχρι και σήμερα συνεχίζεται η πολιτική και διπλωματική διαμάχη για τη χρήση του ονόματος «Μακεδονία» στο συνταγματικό όνομα της γείτονος.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η ονομασία Μακεδονία είναι αναμφίβολα ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά.
Θεωρεί ότι η ιστορία της Μακεδονίας και ειδικά η συγκεκριμένη ονομασία δεν είναι διαπραγματεύσιμη και ως πατρική ταυτότητα και κληρονομιά δε δύναται να παραχωρηθεί σε τρίτους.

Tov Απρίλιο του 1991 εκλέγεται η πρώτη μετακομμουνιστική πολυκομματική βουλή και ψηφίζεται το νέο Σύνταγμά της νέας αυτής Δημοκρατίας, με την ψήφιση τροπολογιών ισχυουσών Συνταγματικών Διατάξεων, προς τη μετάβαση από καθεστώς σοσιαλιστικής δημοκρατίας, σε καθεστώς δυτικού τύπου δημοκρατίας, χωρίς η μετάβαση αυτή να στερείται διαφόρων ιδιαιτεροτήτων, όπως είναι οι διατάξεις περί μεταβολής συνόρων, οι οποίες βρίσκονται στο προοίμιο των άρθρων 3, 68 και 74, αλλά και περί προστασίας μειονοτήτων σε γειτονικές χώρες άρθρο 49 παρ. 1 στο οποίο αναφέρεται: «Η Δημοκρατία, μεριμνά για την κατάσταση και τα δικαιώματα του σλαβομακεδονικού λαού στις γειτονικές χώρες». Εδώ αναφέρεται καθαρά σε πολίτες της Αλβανίας, της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, τους οποίους τα Σκόπια θεωρούν αποτελούν «σλαβομακεδονική μειονότητα». Επίσης, σχεδίασαν μια νέα σημαία με τον Ήλιο της Βεργίνας.

Η Ελλάδα πιέζει μέσω της τότε ΕΟΚ τη νέα αυτή Δημοκρατία να συμμορφωθεί.
Στις 13 Απριλίου 1992 η Ελλάδα λαμβάνει θέση για το θέμα της ονομασίας του κράτους της γείτονος με την απόφαση του Συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών υπό τον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, όταν το πρόβλημα του ονόματος πήρε την πλήρη σαφή και ουσιαστική μορφή του και αποφασίστηκε να μην γίνει αποδεκτό κανένα όνομα που θα αναφέρεται στον όρο «Μακεδονία» ή παράγωγά του.

Στις 27 Ιουνίου του ιδίου έτους, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής της Λισσαβόνας, η Ευρώπη δήλωσε την υποστήριξή της στις Ελληνικές θέσεις.
Η αναγνώριση της νέας αυτής Δημοκρατίας από την Ελλάδα και την τότε ΕΟΚ συνδέεται με τις εξής προϋποθέσεις:

-Αλλαγή της αμφισβητούμενης Συνταγματικής της ονομασίας «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ενώ το όνομα της γείτονος δεν θα περιέχει τον όρο «Μακεδονία» ή παράγωγά του.

-Παύση της αλυτρωτικής και εχθρικής της προπαγάνδας και επίσης προσφορά συνταγματικών και πολιτικών εγγυήσεων σχετικά με τις δήθεν εδαφικές διεκδικήσεις της Νέας αυτής Δημοκρατίας από τις γειτονικές της χώρες και για τροποποιήσεις των επίμαχων άρθρων του Συντάγματος της στις διατάξεις περί μεταβολής συνόρων και περί δήθεν προστασίας μειονοτήτων σε γειτονικές χώρες και την άμεση αλλαγή του συμβόλου που υπάρχει στη σημαία της και του νέου χαρτονομίσματος.

Την 8 Απριλίου 1993, αναγνωρίστηκε στα Ηνωμένη Έθνη (με την Απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ) με την προσωρινή ονομασία της «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» χωρίς το δικαίωμα ανάρτησης σημαίας.
H πΓΔΜ έχει επισήμως αποδεχθεί ότι το όνομα του κράτους αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων.
Οι δύο χώρες (πΓΔΜ και Ελλάδα) ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για την τελική ονομασία του κρατιδίου.
Την 16 Φεβρουαρίου 1994 η Ελλάδα αποφάσισε τον οικονομικό αποκλεισμό (εμπάργκο) της πΓΔΜ και τη διακοπή λειτουργίας του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στα Σκόπια, ως μέσο πίεσης για την αποδοχή των ελληνικών όρων.
Αρχίζουν οι πιέσεις από τους μεσολαβητές για άρση του εμπάργκο.
Η Ελλάδα παραπέμπεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Το Δικαστήριο όμως δεν κάνει δεκτό το αίτημα για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της Ελλάδας.
Οι ΗΠΑ εντείνουν τις πιέσεις για άρση του ελληνικού εμπάργκο και στις 4 Σεπτεμβρίου 1995 από τα Σκόπια ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών τους Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, από την Αθήνα ο τότε πρέσβης Τόμας Μίλερ και από την Ουάσινγκτον ο τότε εκπρόσωπος του State Department Νίκολας Μπερνς, ανακοινώνουν ταυτόχρονα την επίτευξη συμφωνίας Ελλάδας – πΓΔΜ για απευθείας διάλογο υπό την αιγίδα του Σάιρους Βανς, με σκοπό την υπογραφή μιας «ενδιάμεσης» συμφωνίας.

Στις 13 Σεπτεμβρίου στην Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., υπογράφεται η Ενδιάμεση Συμφωνία από τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Κάρολο Παπούλια και τον τότε υπουργό Εξωτερικών της πΓΔΜ Τσερβενκόφσκι, η οποία προβλέπει:
α. Τον σεβασμό των υπαρχόντων συνόρων.
β. Την υποχρέωση από την Ελλάδα να αναγνωρίσει τα Σκόπια με την προσωρινή ονομασία «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πΓΔΜ)».
γ. Η πΓΔΜ θα πρέπει να προχωρήσει σε άμεση αλλαγή του συμβόλου (με τον Ήλιο της Βεργίνας) που υπάρχει στη σημαία της και να σχεδιάσει μια νέα σημαία.
δ. Η πΓΔΜ θα πρέπει να σταματήσει την έκδοση και να διακηρύξει τηv άμεση αλλαγή του νέου χαρτονομίσματος με την απεικόνιση του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης.
ε. Η πΓΔΜ θα πρέπει να διακηρύξει ότι η ερμηνεία των επίμαχων άρθρων στο Σύνταγμά της δεν ερμηνεύονται ως διεκδίκηση ελληνικού εδάφους αλλά ούτε και ως ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας.
στ. H Ελλάδα έχει τη δυνατότητα βάση του άρθρου 11, να αντιταχθεί στην ένταξη της γείτονος χώρας σε διεθνείς οργανισμούς με ονομασία διαφορετική από της πΓΔΜ (fYROM).
ζ. Άρση του ελληνικού εμπάργκο.

Το ελληνικό εμπάργκο επέφερε ζημιά 1,5 δις. δολαρίων στην οικονομία της πΓΔΜ. Τα διυλιστήρια και τα χαλυβουργεία διέκοψαν τη λειτουργία τους, επειδή δεν μπορούσαν να ανεφοδιαστούν από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Από τότε μέχρι σήμερα όλοι, ακόμη και οι ίδιοι οι Σλάβοι κάτοικοι της πΓΔΜ-(σλαβομακεδόνες), συμφωνούν ότι η πΓΔΜ δεν μπορεί να αναπνεύσει οικονομικά χωρίς την Ελλάδα.
Ενώ μέχρι να βρεθεί μόνιμη και τελική λύση συμφωνήθηκε να χρησιμοποιείται ως προσωρινό όνομα το «πΓΔΜ» (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), με το οποίο έγινε δεκτή και στον ΟΗΕ (στις 7/4/1993 με την Απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας).

Στις 12 Οκτωβρίου 1993, το Μόνιμο Συμβούλιο του Ο.Α.Σ.E. αποφασίζει, με τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδας, την ένταξη των Σκοπίων με την αγγλική ονομασία former Yugoslav Republic of Macedonia ή με τη συντομογραφία fYROM.
Οι δύο χώρες (πΓΔΜ και Ελλάδα) άρχισαν ξανά διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για την τελική ονομασία του κρατιδίου.
Το Μάρτιο του 2008 η Ακαδημία Αθηνών εξέδωσε δημόσια τοποθέτηση με την οποία καλούσε σε «εξεύρεση σύνθετης ονομασίας με περιεχόμενο γεωγραφικό, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τη διαφοροποίηση μεταξύ της αρχαίας Μακεδονίας και του κράτους της ΠΓΔΜ».
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Το Παρόν, η Ακαδημία συζήτησε σε μία κλειστή συνεδρίαση το ζήτημα το 2004 και εισηγήθηκε στον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Πέτρο Μολυβιάτη την αποδοχή της ονομασίας «Σλαβομακεδονία» και κατά δεύτερον την ονομασία «Νέα Μακεδονία» ως την «ολιγότερο επιβλαβή λύση».

Τον Απρίλιο του 2008 η Ελλάδα άσκησε «veto» στην ένταξη της όμορης χώρας στο ΝΑΤΟ, κατά τη σύνοδο κορυφής στο Βουκουρέστι και η αίτηση ένταξης απορρίφθηκε ομόφωνα από τα μέλη του ΝΑΤΟ.
Στις 21 Μαρτίου 2011 η πΓΔΜ ξεκίνησε προφορική διαδικασία προσφυγής κατά Ελλάδας στο Δικαστήριο της Χάγης, η οποία κατατέθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2008. Στην προσφυγή επικαλείται την παραβίαση από την Ελλάδα του Άρθρου 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας μεταξύ των χωρών που υπογράφηκε το 1995. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό η Ελλάδα συμφωνεί να μην προβάλλει αντιρρήσεις στην αίτηση της πΓΔΜ σε συμμετοχή σε οργανισμούς στις οποίες η Ελλάδα είναι ήδη μέλος (όπως ΝΑΤΟ ή Ευρωπαϊκή Ένωση), με αιτιολογία τη μή συμφωνία για το όνομα.
Το Δικαστήριο στις 5 Δεκεμβρίου 2011 καταδίκασε την Ελλάδα για τις επίσημες δηλώσεις, κατά τη σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου, όπου ουσιαστικά αρνούνταν την ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, λόγω της μη εύρεσης λύσης για το όνομα. Η γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung δημοσίευσε άρθρο «15:1 για τη “Μακεδονία”» και υπότιτλο «Επιτυχία για το βαλκανικό κράτος στη διαμάχη του ονόματος με την Ελλάδα», παρόλο που η απόφαση του δικαστηρίου δεν αφορά την διαμάχη για την ονομασία καθαυτή.

Η πολιτική της Ελλάδος, στην άσκηση βέτο δέχτηκε αρνητική κριτική σε άρθρα στον διεθνή, αλλά και σε μερίδα του ελληνικού τύπου. Ο πρωθυπουργός της πΓΔΜ Νίκολα Γκρούεβσκι, σε ομιλία του δήλωσε ότι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης δίνει το «το δικαίωμα να χρησιμοποιεί η πΓΔΜ το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στην επικοινωνία μας με τους διεθνείς οργανισμούς και σε διμερές επίπεδο».
Παρά το ότι δεν έχει υπάρξει επίτευξη συμφωνίας μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση της πΓΔΜ διακηρύσσει ότι περισσότερες από 130 χώρες έχουν αναγνωρίσει την χώρα με το συνταγματικό της όνομα, ανάμεσα τους η Βουλγαρία, η Τουρκία, η Ρωσία, η Κίνα, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, που θα χρησιμοποιεί τη συνταγματική της ονομασία μόνο στις διμερείς τους σχέσεις.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΔΙΟΥ

Από συστάσεώς του, το κρατίδιο, διατήρησε την από αιώνων νομαδικού τύπου πολυπολιτισμικότητα, σε ισχυρές ποσοστώσεις πληθυσμού Σλαβικού (βουλγαρίζοντος) φρονήματος, Αλβανικής καταγωγής και φρονήματος, αλλά και ικανής μάζας σλαβόφωνων Ρομά με ακαθόριστη και συνάμα επαμφοτερίζουσα εθνική στάση.

Αυτό το πληθυσμιακό κράμα, σε συνδυασμό με την επιρροή του διεθνούς παράγοντα (ιδιαίτερα των ΗΠΑ, ηγήτορος χώρας του ΝΑΤΟ, που πρωταγωνίστησε στη νομή των Βαλκανίων με την ενίσχυση κρατικών οντοτήτων τύπου προτεκτοράτου, με απότοκους σκοπούς δημιουργίας εφαλτηρίου στην χερσόνησο του Αίμου, στην μεταψυχροπολεμική περίοδο που ακολούθησε την πτώση του συστήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού) που επέβαλλε την ανεξαρτητοποίησή του, ουσιαστικά μονοδρόμησαν την πολιτική χροιά των δυτικότροπων κυβερνήσεων της γείτονος.
Μάλλον, ήταν αναγκαστικός μονόδρομος η ακραίων εθνικιστικών τάσεων ανάδυση πολιτικών δυνάμεων στο κρατίδιο, με αποκορύφωμα το κόμμα του αμερικανοτραφούς εκπαίδευσης Νικόλα Γκρουέφσκι, που ακόμη και το όνομά του κόμματός του (VMRO), παρέπεμπε στις αλυτρωτικές προσπάθειες του περασμένου αιώνα στην περιοχή.

Σε τέτοια καθεστώτα, καμμία υπερβολή δεν αποτελεί έκπληξη.

Η μέχρι φαιδρότητας χρήση παραχαραγμένων συμβόλων, η φολκλορική διαφήμιση με φιέστες «εθνικής ανάτασης», η ανέγερση μνημείων, ονομασιών οδών-πλατειών-έργων υποδομής, η όποια δημιουργία πολιτιστικών φορέων και συλλογικών οντοτήτων με προμετωπίδες παραπομπής στην ιστορία της Μακεδονικής Ιστορίας της Δυναστείας, των Αργεαδών, η αδρά χρηματοδοτούμενη παραφιλολογία από καθοδηγούμενους επιστήμονες, που εξαπλώθηκε στα πρόσφορα εδάφη αγνοούντων και αδιάφορων ακροατηρίων πέραν του Ατλαντικού και Ειρηνικού Ωκεανού (ΗΠΑ-Αυστραλία), καρποφόρησε επί των ημερών μας και εντός παιδειάς της Γηραιάς Ηπείρου, μιας και η σύγχρονη ελευθερία της διακίνησης των αγαθών, περνάει μέσα από την ανεξέλεγκτη ψηφιακή πληροφορία, εκλαμβάνει οντότητα μέσα στις μεθοδολογίες προσέγγισης του σύγχρονου marketing και γιγαντώνεται ως επιχειρηματολογική διέξοδος στην υποβόσκουσα ανάγκη για πλουτισμό, μέσα από διακρατικές συμμαχίες κρατών που απεργάζονται ρόλους κοσμικού ρυθμιστή.

Οι ποικίλες στρατηγικές υποχωρήσεις του κρατιδίου, στην μεθύστερη αντίδραση και χλιαρή πίεση που ασκήθηκε στα διεθνή forum από την Ελληνική Πολιτεία, απλά δημιούργησαν χρονικά προσχώματα, πρόσκαιρες εντυπώσεις «καλής θέλησης», παραπέμποντας την ουσία στις καλένδες και τελικώς προσέθεσαν κι άλλους περίτεχνους κόμβους στον ήδη υπάρχοντα γόρδιο δεσμό του ζητήματος.

Κάπως έτσι, η συντηρητικού προσωπείου μεταπολίτευση του κρατιδίου, υπό το σχήμα πολυσυλλεκτικών κομματικών μηχανισμών, απλά έδωσε το ηθικό έναυσμα στους ρυθμιστές της παγκόσμιας κονίστρας να πιέσουν προς επίσπευση οριστικής λύσης του διαιωνιζόμενου προβλήματος, προσθέτοντας με μεθοδολογία ενοχικών επιχειρημάτων διλλήματα στην Ελληνική διπλωματία –και μέσω της ελευθεροτυπίας και στην Ελληνική κοινωνία- για την μέχρι τούδε αδιάλλακτη στάση μας.

Θα ήταν όμως σημαντική παράλειψη, να μην υπογραμμιστεί το επικρυπτώμενο με μέθοδο στρουθοκαμηλισμού ισχυρότατο πρόβλημα των γειτόνων, τόσο για την αγωνιώδη αναζήτηση πόρων επιβίωσης, αλλά και την διαρκώς επαπειλούμενη διάλυση του κρατιδίου, από την ισχυρή και διαρκώς αυξανόμενη Αλβανική φυλετική οντότητα, που ενισχυόμενη τόσο από την γειτονική Αλβανία, όσο και από το γειτονικό προτεκτοράτο Αλβανικής νοοτροπίας Κοσόβου, με εξώφθαλμη –παρά την περίτεχνη κάλυψη- την πολύτροπη επιρροή της γείτονος Τουρκίας, που κατά την προσφιλή της τακτική του «επιτήδειου ουδέτερου», ενισχύει την αποσταθεροποίηση της Βαλκανικής, ως αυτεπίκλητος υπερασπιστής της Μουσουλμανικής Μειονότητας στον ευρωπαϊκό χώρο.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Πέραν πάσης εμφατικής άποψης, απομακρυνόμενοι τόσο από τα ιστορικά γεγονότα, όσο και από τη σύγχρονη περιρρέουσα πολιτική και διπλωματική ατμόσφαιρα, διαπιστώνονται:

1. Η εντελώς ξεκάθαρη καταγωγή του λαού του κρατιδίου, η οποία ανάγεται σε σλαβικό κλάδο, επίσημα αποδεκτό και από τον ιδρυτή του Gligorov.

2. H εντελώς καινότοπη προσπάθεια των σύγχρονων μεταπρατών και «μάγων» της παγκόσμιας Ιστορίας, για την καθιέρωση θυμικού περί «μακεδονικής εθνότητας», με ότι αυτή η αναφορά απορρέει.

3. Η συστηματική εμπλοκή της προπολεμικής και μεταπολεμικής κομμουνιστικής ηγεσίας –με ενορχηστρωτή το Σοβιετικό ΚΚ του Στάλιν- για την δημιουργία «ζώνης επιρροής» στη Βαλκανική χερσόνησο, με μύθευμα την δημιουργία τεχνητής εθνικής συνείδησης των κατά τόπους σλαβικής καταγωγής κατοίκων.

4. Η εγκληματική αποσιώπηση των προπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων, που ευρισκόμενοι σε περιόδους εσωστρέφειας, διπλωματικής αμηχανίας αλλά και πολιτικής ανωριμότητας και ένδειας, δεν διέκριναν τον επερχόμενο κίνδυνο, παρότι προέρχονταν απευθείας απόγονοι της γενεάς των Μακεδονομάχων.

5. Η εγκληματική ευθύνη της ηγεσίας των αριστερών επαναστατών (ΕΑΜ – ΕΛΑΣ) που στο όνομα της επιβολής της νίκης τους στον εμφύλιο μεταπολεμικό σπαραγμό, δε δίστασαν να αμφισβητήσουν την ιστορικότητα της Μακεδονίας και να προβούν σε συναλλαγή με τους ομοϊδεάτες της Κομινφόρμ, απεργαζόμενοι σχέδια αυτονόμησης εθνικού εδάφους.

6. Η εγκληματική ουδετερότητα και αποσιωπημένη στάση των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων, που δεν δίστασαν στο βωμό της διπλωματικής σκοπιμότητας, να στρέψουν νώτα σε μείζον εθνικό ζήτημα, επικαλούμενοι ενίοτε, αδυναμία ισχύος, έλλειψη χρονισμού, διεθνείς πιέσεις, αλλότρια συμφέροντα.

7. Η χρονική κατάληξη, του επί τρείς γενεές πεπαιδευμένου έντεχνα και εντελώς ποδηγετημένου λαού της ΝοτιοΣλαβικής περιοχής, σε ένα εύπεπτο μύθευμα περί της εθνικότητάς τους, ωριμασμένο στην στεγανότητα του δοκιμαστικού σωλήνα των δορυφόρων κομμουνιστικών κρατών της ανατολικής Ευρώπης υπό τον πηχαίο τίτλο «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», στην σύγχρονη –και εντελώς φυσική μετουσίωση σε «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

8. Η κυνικότητα του σύγχρονου διεθνούς πολιτικού ζυμωτηρίου, που εν ονόματι συμφερόντων, επιρροής και κερδοφορίας, αποδέχεται χωρίς ίχνος ιστορικού συναισθηματισμού κάθε είδους μόρφωμα κρατικής οντότητας αναφύεται, αρκεί να αποτελεί επωφελές και γόνιμο υβριδικό εργαλείο στα χέρια των ηγεσιών που μηχανεύονται την παγκόσμια σκακιέρα.

9. Η έντεχνα μεθοδολογούμενη ζύμωση ενοχικών συνδρόμων στην Ελληνική κοινωνία, ώστε το όποιο αποτέλεσμα να λειανθεί και να γίνει εύπεπτα αποδεκτό, ώστε να μην τύχει οξείας αντίδρασης.

10. Η έκδηλη αμηχανία και βιασύνη των κυβερνώντων του γειτονικού κρατιδίου, να εκβιάσουν λύση, που για αυτούς θα σημάνει κυριολεκτικά «σανίδα σωτηρίας» στην διαρκώς επισφαλή και επαπειλούμενη εκ των έσω κρατική του οντότητα.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Καλούμαστε σήμερα, για μιαν ακόμη φορά υπο το καθεστώς μιας έντεχνα διαμορφωμένης διεθνούς πίεσης, μέσω της αιρετής μας ηγεσίας, να χαράξουμε νέο –και ίσως οριστικότερο- μονοπάτι στο ρού της παγκόσμιας Ιστορίας, με άμεση επίδραση και στην δική μας εθνική Ιστορία.

Δίκαια οφείλουμε να αναμοχλεύσουμε στην προαναφερθείσα ιστορική διαδρομή και τα συμπεράσματα της, ώστε, πριν λάβουμε θέση, πριν θέσουμε την υπογραφή μας σε όποια συνθήκη ή συμφωνία επιβάλλει η διεθνής διπλωματία, να αναρωτηθούμε με ειλικρινή ενδοσκόπηση, χωρίς να λησμονήσουμε ούτε την αμιγή μας εθνική καταγωγή, ούτε την καταγεγραμμένη ιστορία μας, ούτε την ομοιογένειά μας, αλλά ούτε την επαπειλούμενη υποθήκευση της μέλλουσας γενιάς μας, υποβάλλωντας τα παρακάτω απλά ερωτήματα:

– H Μακεδονία είναι Ελληνική?
– Η Σλαβική εθνότητα θα γίνει κάποτε Ελληνική?
– H Eλληνική Ιστορία παραγράφεται?
– Η θυσία αίματος για την Μακεδονία λησμονείται?
– Η αναγνώριση γειτόνων με αλυτρωτική ονομασία είναι θεμιτή?
– Η εξαργύρωση ενός συμβιβασμού είναι επωφελής?
– Η υποθήκευση των μελλοντικών Ελλήνων είναι πραγματεύσιμη?
– Οι «γόρδιοι δεσμοί», κόπτονται, λύνονται, ή εγκαταλείπονται?

Τα ερωτήματα σαφή. Τα συμπεράσματα ακόμη πιό σαφή. Η Ιστορία αποκρυσταλλωμένη μέσα από τους αιώνες.

Αν για κάποιους αποτελούν ακόμη δίλλημα, τότε χρήσιμη θα ήταν η ενδοσκόπηση, πριν την πράξη.
Για αυτούς που γνωρίζουν, που σέβονται αυτό που είναι και τον τόπο που πατούνε, δεν αποτελεί διόλου δίλημμα, μάλλον δε, μόνο θυμειδία προκαλεί η όλη διένεξη.

Ωστόσο, οι πράξεις καθορίζουν πάντα το αποτέλεσμα.
Και προπαντός, τις συνέπειες, για τις γενιές που πέρασαν, που τώρα ζούν, μα πιό πολύ για αυτές που θά’ρθουν.

Ώρα ευθύνης, για άλλη μια χρονιά, που ξημερώνει με θολό ορίζοντα.

 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail