Economy

ΔΕΙΚΤΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Γράφει ο Χρήστος Μάραντος

 

Ως δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ορίζεται ο λόγος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων μιας τράπεζας  προς τους κινδύνους ( σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού – risk weighted assets) που αναλαμβάνει η Τράπεζα. Τα εποπτικά κεφάλαια περιλαμβάνουν τα κεφάλαια κοινών μετοχών κατηγορίας Ι ( μετοχικό κεφάλαιο , αποθεματικά , δικαιώματα μειοψηφίας ), τα πρόσθετα κεφάλαια κατηγορίας Ι ( υβριδικοί τίτλοι ) και τα κεφάλαια κατηγορίας ΙΙ ( τίτλοι μειωμένης εξασφαλίσεως ) . Τα risk weighted assets ( σταθμισμένo ενεργητικό ) περιλαμβάνουν τον πιστωτικό κίνδυνο του επενδυτικού χαρτοφυλακίου , τον κίνδυνο αγοράς του εμπορικού χαρτοφυλακίου και τον λειτουργικό κίνδυνο. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας υπολογίζεται με τον ακόλουθο μαθηματικό τύπο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας = Εποπτικά ίδια κεφάλαια / Σταθμισμένα στον κίνδυνο περιουσιακά στοιχεία. Κεφαλαιακή επάρκεια ( capital Adeguacy ) δηλαδή είναι ο δείκτης μέσω του οποίου μετράται κατά πόσο το κεφάλαιο μίας τράπεζας είναι επαρκές προκειμένου η τράπεζα να μπορεί να ανταπεξέλθει σε πιθανές ζημίες από δάνεια κυρίως αλλά και από τους λοιπούς κινδύνους που έχει αναλάβει ( κίνδυνο αγοράς και λειτουργικό κίνδυνο ) έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι και η τράπεζα στο μέλλον θα μπορεί να ανταποκριθεί με συνέπεια στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ( επιστροφή καταθέσεων, αποπληρωμή ομολογιακών δανείων , εξόφληση προμηθευτών κλπ) . Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας δείχνει το ύψος των ιδίων κεφαλαίων ( εποπτικά ίδια κεφάλαια ) που πρέπει να έχει μια τράπεζα σε σχέση με το ύψος των συνολικών της χρηματοδοτήσεων.  Αν ο δείκτης αυτός είναι υψηλότερος από τα κατώτατα όρια που έχουν θεσπιστεί από τις εποπτικές αρχές ( ΤτΕ, SSM) τότε η τράπεζα είναι κεφαλαιακά επαρκής ενώ σε αντίθετη περίπτωση ( όταν ο δείκτης είναι χαμηλότερος από τα κατώτατα όρια ) έχει πρόβλημα με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθεί ( να αυξήσει δηλαδή τα ίδια της κεφάλαια είτε με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου είτε με έκδοση ομολογιακού δανείου (ή με συνδυασμό των δύο) προκειμένου να αναπληρώσει τα κεφάλαια που διατέθηκαν για την κάλυψη των ζημιών από τα δάνεια ( κυρίως ) που δεν εξυπηρετούνται . Σημειώνεται ότι με το νέο πρότυπο IFRs 9 που ισχύει από την 1.1.2018 και μετά οι τράπεζες πρέπει να σχηματίζουν προβλέψεις ( άρα να διαθέτουν κεφάλαια ) και για πιθανές μελλοντικές ζημίες από πιστωτικό κίνδυνο.

Οι τράπεζες πρέπει να τηρούν (τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση) δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών CET 1 (Common Eguity Tier 1) 4,5%, δείκτη TIER 1 ratio 6% και συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (Total Capital Ratio ) 8%.

Επίσης πρέπει να διατηρούν και κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας (Capital Buffer) πλέον των ελαχίστων ορίων, το οποίο θα ανέλθει σταδιακά σε ποσοστό 2,5% την 31.12.2019.

Ειδικά για τις συστημικές τράπεζες και για λόγους ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος, οι εποπτικές αρχές έχουν θέσει ελάχιστο όριο συνολικού δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (Total Capital Ratio) ποσοστό που υπερβαίνει το 12% .

 

 

 

 


* Ο Χρήστος Μάραντος είναι Οικονομικός και Φορολογικός Σύμβουλος Επιχειρήσεων. Επί σειρά ετών Οικονομικός Διευθυντής – Chief Financial Officer Τραπεζικού Ομίλου

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail