Culture Politics Technology

ΜΜΕ: προπαγάνδα και έλεγχος της εξουσίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

 

Γράφει ο Πολυδεύκης
Ειδικός Συνεργάτης του Geopolitics & Daily News

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε παρακολουθήσει στα ΜΜΕ, σειρά ανακοινώσεων με τις οποίες οι ιδιοκτήτες αυτών κατηγορούν την κυβέρνηση για τη διαδικασία παροχής νέων αδειών. Η προπαγάνδα επί του θέματος δίνει και παίρνει από όλες τις πλευρές και ο καθένας κρύβει μέσα σε πλήθος ψεμάτων την πραγματική αλήθεια: Τα ΜΜΕ είναι εξουσία και την εξουσία όλοι θέλουν να την ελέγξουν.

Στο χώρο των media υπάρχει μία μικρή αλήθεια που αρκετοί παραβλέπουν. Τα ΜΜΕ δεν αναπτύσσονται οπουδήποτε αλλά σε «ανεπτυγμένες» και εύρωστες κοινωνίες με συγκέντρωση πλούτου σε λίγους, είτε μιλάμε για κρατικό είτε για ελεύθερο καπιταλισμό. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι διότι τα ΜΜΕ τροφοδοτούνται και τροφοδοτούν το μονοπώλιο, μέσω των οικονομικών σχέσεων διασύνδεσης με το εμπόριο, οι οποίες ονομάζονται με μία λέξη: διαφήμιση.

Ο βομβαρδισμός εκπομπών, διαφημιζόμενων προϊόντων, προσκεκλημένων και καναλιών εξυπηρετεί αποκλειστικά ένα σκοπό, αυτόν της ανάπτυξης ψευδαίσθησης ελευθερίας, λόγω του φαινομενικού πλουραλισμού. Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας… πόσες φορές φάνηκε χρήσιμη μία διαφήμιση ενός αυτοκινήτου των 30000 ευρώ ή ενός κινητού των 700 ευρώ σε μία κοινωνία όπως η ελληνική του 2016? Αυτές οι διαφημίσεις, όπως και τα τόσα δελτία ειδήσεων που εκπέμπονται σχεδόν ταυτόχρονα και με σχεδόν ίδια σειρά θεμάτων δημιουργούν αυτήν ακριβώς την ψευδαίσθηση. Νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι να αγοράσουμε, να δούμε, να αποφασίσουμε ότι θέλουμε…

Από τη στιγμή που ο έλεγχος της οικονομικής και πολιτικής ζωής του σύγχρονου κόσμου υπάγεται σε μονοπωλιακούς όρους όλα τα παραπάνω είναι και θα είναι ψευδαισθήσεις. Το αγοραστικό κοινό είναι καθοδηγούμενο από τη στιγμή που κάθε νέα επιχείρηση δε μπορεί να συγκριθεί με τις πλέον εύγνωστες του χώρου. Δεν είναι θέμα ποιότητας, είναι θέμα προβολής. Διότι σε αρκετά προϊόντα κρίνουμε βάσει της μάρκας και όχι βάσει της ποιότητας. Αυτό οδηγεί σε μία γενίκευση της κρίσης μας, η οποία εξαρτάται από όρους επιφανειακούς, εξωτερικών κριτηρίων, αλλά και αποκόμισης κέρδους. Με τον ίδιο τρόπο που συντηρείται το μονοπώλιο στις αγορές, συντηρείται και το μονοπώλιο στην πολιτική ζωή, μέσω πολιτικών φορέων που έχουν διαφημιστεί από εταιρείες, ΜΜΕ και το μονοπωλιακό ιδιωτικό κεφάλαιο.

Η προπαγάνδα δεν είναι σημερινό φαινόμενο, αλλά ξεκινά από τη φεουδαρχική Ευρώπη. Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι υπήρχε άμεση επαφή του πομπού και του δέκτη, με τον τελευταίο, ουσιαστικά να διαμορφώνει το μήνυμα του πομπού. Σήμερα δεν απαιτείται να προηγηθεί η ανάλυση των επιθυμιών του κοινού, αφού από μικρή ηλικία  λαμβάνουμε παθητικά την πληροφορία από το βιβλίο ή την τηλεόραση. Οι λόγοι αυτής της διαφοροποίησης έγκεινται στον αναλφαβητισμό, που δεν επέτρεπε την παθητική λήψη των μηνυμάτων και στην έλλειψη τεχνολογίας. Η δυσκολία στην μετακίνηση των πολιτών εξασφάλιζαν την απομόνωση μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, ακόμα και εντός της ίδιας χώρας, ενώ και οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες προωθούσαν την προπαγάνδα μέσα από τα κινητά μέρη του πληθυσμού.

Η καπιταλιστική επανάσταση του 16ου αιώνα θα αλλάξει αυτή τη μορφή επικοινωνίας. Διότι η τυπογραφία δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να πετύχει κάτι τέτοιο. Οι Κινέζοι, επί παραδείγματι, είχαν εφεύρει το πρώτο σύστημα τυπογραφίας τον 9ο αιώνα μ.Χ. (868μ.Χ.), αλλά μόνο στην καπιταλιστική Ευρώπη συνέτρεχαν ταυτόχρονα οι κοινωνικές ανάγκες και οι τεχνολογικές εξελίξεις για την αλλαγή του τρόπου επικοινωνίας.

Στο φεουδαρχισμό η λήψη αποφάσεων γινόταν από το μονάρχη και επηρεαζόταν από τους φεουδάρχες. Δε χρειαζόταν η δημοσιότητα για τη διαμόρφωση της γνώμης του. Με την καπιταλιστική επανάσταση και την ανάληψη της εξουσίας από την αστική τάξη χρειαζόταν η διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Αυτή η εξέλιξη έφερε και την δημιουργία της εφημερίδας, που προσφέρει δημόσια πολιτική συζήτηση και κριτική. Η εφημερίδα ήταν το πρώτο οικονομικό εργαλείο στην πληροφόρηση για την διεξαγωγή του εμπορίου. Όπως ήταν αναμενόμενο η είσοδος ενός τέτοιου εργαλείου στις σύγχρονες κοινωνίες επέφερε και άρθρα εντός των Συνταγμάτων κάθε χώρας περί ελεύθερης διακίνησης ιδεών, αλλά και την ανάγκη των μεγαλοεπιχειρηματιών να αποκτήσουν ένα μέσο ενημέρωσης, ώστε να αποτελούν τη σύγχρονη «αυλή» της εξουσίας.

Ο τύπος ουσιαστικά είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το ιδιωτικό κεφάλαιο, αφού ξεκίνησε ως ιδιωτική επιχείρηση. Πολύ γρήγορα μπορούμε να δούμε ότι ο κρατικός μηχανισμός αποκόμισε κέρδη από αυτόν και στηρίχτηκε στα όργανά του. Επί παραδείγματι η ανάπτυξη του αποικιοκρατικού καπιταλισμού έφερε και το εξωτερικό ρεπορτάζ, με την Αγγλία να αποτελεί το πλέον καλά πληροφορημένο κράτος στην Ευρώπη για πάνω από δύο αιώνες, καθαρά λόγω του δικτύου των ανταποκριτών των εφημερίδων της, ανά τον κόσμο. Τούτο σημαίνει ότι τα συμφέροντα των ιδιοκτητών εφημερίδων και του ιδιωτικού κεφαλαίου ήταν κοινά, γεγονός που διευκόλυνε τον πόλεμο εναντίον του κράτους των ευγενών γαιοκτημόνων. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που στα «δημοκρατικά» πολιτεύματα προωθήθηκε η ελευθερία του τύπου, που ουσιαστικά στήριζαν την αστική τάξη και τη σύγκρουση αυτής με το παλιό καθεστώς. Εξού και η Αγγλία αποτέλεσε την πρώτη χώρα που απαγόρευσε τη λογοκρισία, αλλά εφάρμοσε το καθεστώς της χορηγηθείσας άδειας, ώστε να δημιουργηθεί εν τέλει μία κλειστή κάστα ιδιοκτητών εφημερίδων. Αυτή η εξέλιξη ακολουθήθηκε από όλες τις χώρες στον κόσμο, με τα γνωστά αποτελέσματα του σήμερα και τον πόλεμο μεταξύ μεγαλοεπιχειρηματιών για τη χορήγηση μίας άδειας.

Η ανάπτυξη των μεταφορών, επέφερε και την ανάπτυξη στη διακίνηση των ιδεών, η οποία εκτίναξε την δύναμη του μέχρι τότε εργαλείου. Η αυξημένη δύναμη επέφερε και αυξημένα έσοδα προς το κράτος από τους φόρους, με αποτέλεσμα να αυξηθεί και η αγοραστική δύναμη συνειδήσεων με δωροδοκίες προς τις εφημερίδες. Έτσι φτάσαμε στην συνύπαρξη του άρθρου περί ελεύθερης διακίνησης ιδεών και του νόμου περί λιβελογραφίας και απόψεων που αντιτίθενται προς το δημόσιο συμφέρον…

Με την πτώση του φεουδαρχισμού μπορούμε να παρατηρήσουμε τη διόγκωση του Τύπου και την προσπάθεια από μικρές συνεταιριστικές ομάδες να εισέλθουν στο χώρο («εργατικός» τύπος). Η ύπαρξη ιδεολογικού υπόβαθρου σε αυτή την προσπάθεια δεν έμεινε απαρατήρητη από τον κρατικό και μεγαλοεπιχειρηματικό χώρο («αστικός» τύπος), ο οποίος απειλείτο, οικονομικά, από την είσοδο νέων εφημερίδων στο χώρο. Ακολούθησαν δικαστικές διώξεις, αύξηση του φόρου στον Τύπο, που δημιουργούσε άνισες συνθήκες επιβίωσης μεταξύ του «αστικού και «εργατικού» τύπου, εκβιομηχάνιση της διαδικασίας εκτύπωσης με πανάκριβα μηχανήματα και ειδικό χαρτί[1] και η δημιουργία των πρώτων δημοσιογραφικών πρακτορείων, που πουλούσαν τις υπηρεσίες ενημέρωσής τους προς τα Μέσα. Οι εξελίξεις αυτές ήταν ένας οικονομικός στραγγαλισμός για κάθε προσπάθεια που δε στηριζόταν από μεγάλα κεφάλαια.

Ο «εργατικός» τύπος απεβίωσε από τον ανταγωνισμό, που έπνιξε κάθε ελπίδα βιωσιμότητάς του, κι έτσι ο αστικός τύπος έγινε μονοπώλιο. Το μονοπώλιο αυτό πέρασε από τον κρατικό έλεγχο (κομματικές επιχορηγήσεις), στον έλεγχο των διαφημιστών, οι οποίοι όδευαν μεγάλο όγκο κεφαλαίων προς τα ΜΜΕ στοχεύοντας στην πλούσια μεσαία και αστική τάξη. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε το πεδίο του σύγχρονου τύπου. Ο «αστικός» τύπος έχει επικρατήσει μέσω της διαφήμισης και πλέον καυχιέται για τους ανιδιοτελείς αγώνες που έχει δώσει εναντίον του κεφαλαίου! Πρόκειται για τα ίδια μέσα τα οποία επιβιώνουν από τις διαφημίσεις που λαμβάνουν από το ιδιωτικό κεφάλαιο, για τα ίδια μέσα τα οποία ανήκουν σε ομίλους μεγαλοκεφαλαιούχων που αποσκοπούν στη διαχείριση της κοινής γνώμης. Το οξύμωρο αυτό γεγονός επιτυγχάνεται μέσω της διαστρέβλωσης της γλώσσας και των εννοιών, που οδηγούν στο φαινόμενο της γενίκευσης (Σύγχρονος Τύπος = Τύπος = «εργατικός» Τύπος και μάχιμη δημοσιογραφία).

Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός που επήλθε στα τέλη του 18ου αιώνα και της επέκτασης των σφαιρών επιρροής, εισήλθε και στο δημοσιογραφικό πεδίο. Έτσι τα δημοσιογραφικά δίκτυα, που αναπτύχθηκαν από το 1837, άρχισαν να παγκοσμιοποιούνται και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Η ανάπτυξη της αφίσας στη Γαλλία και η υποχρεωτική διδασκαλία, που οδήγησε σε μείωση του αναλφαβητισμού, προώθησε το χώρο των διαφημίσεων. Οι λιγότεροι αναλφάβητοι σήμαιναν μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, άρα ένα συγκεντρωμένο αγοραστικό ποίμνιο για τα διαφημιζόμενα προϊόντα. Το ύφος γραφής απέκτησε ομοιομορφία, η οποία εξαρτάτο από το αγοραστικό κοινό, το οποίο στόχευαν οι διαφημιστές που χρηματοδοτούσαν τις εφημερίδες.

Αυτό είναι και η αρχή της μαζοποίησης της ενημέρωσης. Τα ΜΜΕ περνούν κοινά μηνύματα τα οποία ξεκινούν από τα άκρα, συλλαμβάνοντας τον παλμό των διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών ομάδων και σταδιακά τείνουν προς το κέντρο μέσω της «αντικειμενικότητας» και της αξιολογικής ουδετερότητας. Αυτό δημιουργεί τη μάζα των «μέσων ανθρώπων», το «φασισμό της κοινής λογικής», έννοιες που ουδέποτε δικαιολογούνται, όποτε και αν χρησιμοποιούνται, αντιθέτως αφαιρούν τη δυνατότητα και το δικαίωμα για οποιαδήποτε αντίρρηση, επειδή αυτή η αντίδραση θα ξεχώριζε το άτομο από το «κοινό». Κάπως έτσι παρατηρούμε σήμερα από τα μεγάλα ΜΜΕ να εισέρχονται μέσω εκπομπών και δελτίων ενημέρωσης έννοιες πολυπολιτισμικότητας και αποδοχής της «διαφορετικότητας», η οποία έρχεται να αντικαταστήσει την έννοια του παραλόγου και του «παρά φύσει». Δημιουργείται η μαζική κουλτούρα, η οποία εκπέμπεται σε εικοσιτετράωρη βάση, μέσω του κινηματογράφου με πολλαπλές προβολές και των τηλεοπτικών σειρών, οι οποίες συμβάλουν στη σύγχυση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας ζωής. Ο καλλιτεχνικός και πολιτικός κόσμος αντικατέστησαν το πάνθεον των αρχαίων 12 θεών και οι ίντριγκες και τα σκάνδαλα θυμίζουν πλέον κακογραμμένη κωμωδία του Αριστοφάνη.

Το ραδιόφωνο από την άλλη γνώρισε άνθηση το 1920-30. Τούτο οφείλεται για άλλη μία φορά στην τεχνολογική εξέλιξη, αφού η τιμή της ραδιοφωνικής συσκευής κατρακύλησε πάνω από 10000 φορές. Η εξάρτηση του κόσμου από τις ραδιοφωνικές συσκευές ήταν ίδια με την εξάρτηση που βλέπουμε σήμερα από διάφορες ηλεκτρονικές εφαρμογές. Οι οικογένειες επέστρεφαν έπιπλα ή ακόμα και καθυστερούσαν το νοίκι για να εξοικονομήσουν τα χρήματα για την επισκευή της ραδιοφωνικής συσκευής τους. Το ραδιόφωνο, ελλείψει άλλων μαζικών μέσων ψυχαγωγίας, κάλυπτε τις ανάγκες της εποχής. Μουσική για ανάταση της ψυχολογίας, κωμικές εκπομπές και δραματικά νέα για την απόσπαση του ατόμου από τα προσωπικά του προβλήματα.

Στη σύγχρονη επιχειρηματική οικονομία ισχύει ο κανόνας της συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Στην αρχή υπάρχει εισροή μικρών κεφαλαίων που εξελίσσουν τον κάθε κλάδο και εν συνεχεία, με την εδραίωση αυτών, ξεκινά η τεχνολογική εξέλιξη που απαιτεί μεγάλα κεφάλαια. Τούτο ουσιαστικά κλείνει τις πόρτες για κάθε άλλο μικροκεφαλαιούχο που θέλει να εισχωρήσει στο χώρο. Παρόλο δηλαδή που ο χώρος διατείνεται ως ανοιχτός προς όλους, ουσιαστικά αποτελεί έναν κλειστό κλάδο. Το δε κράτος εξυπηρετείται από την ύπαρξη μονοπωλιακών όρων, όπως φαίνεται και από την πρόσφατη ιστορία χορήγησης τηλεοπτικών αδειών και τη διατίμηση αυτών σε ύψη δεκάδων εκατομμυρίων. Σε αντίθετη περίπτωση το κράτος θα προωθούσε, μέσω θέσπισης βιώσιμων όρων, τη δημιουργία μικρών και συνεταιριστικών επιχειρήσεων που θα ασχολούνταν με τα ΜΜΕ, αντί για τη θωράκιση των μεγαλοεργολάβων, τους οποίους κατά τ’άλλα καταπολεμά.

Η ενημέρωση ακολουθεί τα ίδια βήματα με τον επιχειρηματικό κόσμο. Προηγείται η οριζόντια επέκταση των ισχυρών εταιρειών, μέσω της εξαγοράς άλλων μέσων και της δημιουργίας ομίλων. Εν συνεχεία ακολουθεί η κάθετη επέκταση, δηλαδή η είσοδος των ομίλων αυτών, στο χώρο της παραγωγής πρώτων υλών, γεγονός που επιτρέπει τον έλεγχο των διακυμάνσεων των τιμών και του κόστους. Επίσης εισέρχονται στο χώρο της διακίνησης του προϊόντος, με αποτέλεσμα οι ενέργειες αυτές να καταλήγουν στον αυταρχικό έλεγχο της αγοράς. Έτσι βλέπουμε ομίλους, που κατέχουν αρκετές εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοπτικούς σταθμούς, ποικίλων θεμάτων. Την ίδια στιγμή οι όμιλοι αυτοί κατέχουν τον απαραίτητο πανάκριβο εξοπλισμό (τυπογραφεία εφημερίδων, ηλεκτρονικό εξοπλισμό ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, στούντιο κ.α.), που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκτήσει κάποιος που δεν ανήκει στην αστική τάξη. Τέλος ο έλεγχος της διακίνησης, μέσω συγκεκριμένων εταιρειών διακίνησης τύπου ή μέσω των τηλεοπτικών αδειών, εξασφαλίζει τον ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό, ακόμα κι εντός της αστικής κάστας μίας κοινωνίας, διότι η πληροφορία δεν φτάνει να μεταδοθεί, αλλά πρέπει να μεταδοθεί και στον απαραίτητο χρόνο και γεωγραφικό εύρος.

Το τελευταίο βήμα είναι η διαφοροποίηση, δηλαδή η εξαγορά εταιρειών, άσχετων με την αλυσίδα παραγωγής. Αυτό οδηγεί στο πολυκλαδικό μονοπώλιο δηλαδή τον έλεγχο διαφορετικών κλάδων της αγοράς, οι οποίοι όμως στο σύνολό τους επηρεάζουν την γενικότερη οικονομία. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως αρκετοί από τους ανθρώπους των ΜΜΕ ασχολούνται και με άλλα είδη επιχειρήσεων, όπως εφοπλιστικές εταιρείες, αθλητικές εταιρείες, κατασκευαστικές κτλ. Τοιούτο τρόπο οι επιχειρηματίες ξεπερνούν την κρίση που επέρχεται από τον κορεσμό της αγοράς και της αύξησης του κόστους λειτουργίας από τις τεχνολογικές εξελίξεις (νέος εξοπλισμός).

Στην Αγγλία η Reed International κατέχει το 35% της κυκλοφορίας όλων των αγγλικών εφημερίδων. Μαζί με τη News International κατέχουν τις μόνες δύο απογευματινές εφημερίδες, ενώ μαζί με τις International Beaverbook και Associated Newspapers κατέχει το 86% των κυριακάτικων εφημερίδων. Στη Γερμανία ο όμιλος Springer ελέγχει το 40% του γερμανικού τύπου και το 80% του βερολινέζικου. Στις ΗΠΑ ο όμιλος RCA διαθέτει στρατιωτική βιομηχανία, την RCA Global Communication με εταιρείες τηλεπικοινωνίας σε πάνω από 200 χώρες στον κόσμο, συμμετοχή σε διαστημικά προγράμματα, έξι εκδοτικούς οίκους, την RCA Records, μερίδιο στον τηλεοπτικό σταθμό NBC και την εταιρεία ενοικιάσεων αυτοκινήτων Hertz. Στον NBC συμμετέχει με μερίδιο μετοχών και ο όμιλος Rockfeller, όπως και στους τηλεοπτικούς σταθμούς CBS, ABC, αλλά και σε τραπεζικές και πετρελαϊκές επιχειρήσεις.

Ο κατάλογος της συγκέντρωσης της 4ης εξουσίας μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν είτε εκτός είτε εντός συνόρων. Αυτό όμως που είναι εξαιρετικά σημαντικό είναι ο τρόπος ελέγχου των ομίλων ενημέρωσης, ασχέτως αν οι μεγαλύτεροι επιχειρηματίες του χώρου διαθέτουν μετοχές σε αυτούς ή όχι. Διότι η συμμετοχή με ποσοστό σε έναν όμιλο σημαίνει απλά την απόδοση κάποιων κερδών, όχι απαραίτητα τον έλεγχο αυτού. Η οικονομική ειδησεογραφία παγκοσμίως ελέγχεται από το Reuters Economic Services και το AP-Dow Jones. Στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο δύο ειδησεογραφικά πρακτορεία:  Το Associated Press με 900 εκατομμύρια αναγνώστες και τον έλεγχο των 2/3 της ειδησεογραφίας στη χώρα και το United Press που μαζί με την ΙΤΝ και την Sacramento Union Corporation σχημάτισαν την UPI-TN.

Η UPI-TN μαζί με τη VISNEWS, που ανήκει στο Reuters και το BBC έχουν σχηματίσει ένα μονοπώλιο στην παγκόσμια αγορά ειδήσεων. Ο τρόπος που επετεύχθη αυτό ήταν πολύ απλός. Τα ειδησεογραφικά δελτία των 20:30 που παρακολουθούμε στους δέκτες μας είναι πολύ δύσκολο να γεμίσουν με ειδησεογραφικό υλικό άνευ ανταποκριτών. Ιδιαίτερα το εξωτερικό ρεπορτάζ είναι ένα πολύ ακριβό προϊόν για να μπορεί οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτό. Έτσι μπορούμε να δούμε ότι όλα τα δελτία ειδήσεων διαθέτουν τα ίδια ρεπορτάζ με το ίδιο κείμενο, τα ίδια πλάνα και την ίδια σειρά παρουσίασης, όπως ακριβώς επιβάλουν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία! Διότι κατά αυτό τον τρόπο συμβάλουν στη διαμόρφωση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, αναλόγως των σφαιρών επιρροής. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί δεν χρειάζεται να επιβαρύνονται με έξοδα συντήρησης ανταποκριτών, απλά αποδίδουν το ανάλογο αντίτιμο. Αυτό όμως που είναι σημαντικότερο όλων είναι ότι η τιμή του ρεπορτάζ δεν είναι δεδομένη. Εξαρτάται από το βιοτικό επίπεδο κάθε χώρας! Επί παραδείγματι, το ίδιο ρεπορτάζ από τη Συρία θα πουληθεί σε υψηλότερη τιμή στη Γαλλία από ότι στην Ελλάδα, αφού τιμολογείται με ποσοστά επί των εσόδων των τηλεοπτικών σταθμών. Έτσι επιτυγχάνεται η προβολή του σε όλο τον κόσμο, αλλά και ο οικονομικός έλεγχος των τηλεοπτικών σταθμών που αποδίδουν το απαραίτητο μερίδιο από το τζίρο τους κι έτσι αφαιρείται η δυνατότητα ανεξαρτητοποίησής τους.

Προκειμένου τα ΜΜΕ να επιβιώσουν οικονομικά, από τον έλεγχο που ασκείται από τα παγκόσμια ειδησεογραφικά καρτέλ συντηρούνται από το χώρο της διαφήμισης (σ.σ. και η προπαγάνδα ανήκει στο χώρο της διαφήμισης, αποδίδοντας επίσης υψηλά κεφάλαια για τη μετάδοσή της). Άλλωστε η διαφήμιση είναι ένας έμμεσος τρόπος διακίνησης μαύρων και φανερών κεφαλαίων. Επί παραδείγματι υπάρχουν εταιρείες και οργανισμοί μονοπωλιακού χαρακτήρα (ΟΠΑΠ και ΔΕΗ παλαιότερα, ΕΥΔΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπουργείο Πολιτισμού, ΜΚΟ κ.α.) οι οποίες δεν έχουν την ανάγκη διαφήμισης και όμως δαπανούν υπέρογκα ποσά για μονοσέλιδες διαφημίσεις εντός εντύπων. Τα ΜΜΕ εξαρτώνται πολύ λιγότερο από τους αναγνώστες-ακροατές και πολύ περισσότερο από τις διαφημίσεις. Ακόμα και αν ένα μέσο έχει «κοινό» μπορεί να χρεοκοπήσει ανά πάσα στιγμή, έναντι ενός «ποιοτικότερου» το οποίο είναι πιο αρεστό στο διαφημιστικό χώρο, που εκπροσωπεί διάφορα επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα, λόγω του tally group που διαθέτει.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τους πρώτους διδάξαντες του χώρου της ενημέρωσης (Αγγλία) είναι το BBC, που όπως προείπαμε ελέγχει μεγάλο μερίδιο της παγκόσμιας ειδησεογραφίας. Διαθέτει δωδεκαμελές Δ.Σ. το οποίο διορίζεται από την κυβέρνηση. Αυτό το Δ.Σ. επιλέγεται ανεξάρτητα από τις πολιτικές του θέσεις, αλλά όλοι προέρχονται από την αστική τάξη. Βάσει του νόμου Wireless Telegraph Act απαγορεύεται στο BBC να διαθέτει δική του άποψη, ήτοι να εκφράζει την αντίρρησή του, όπως θα περίμενε κανείς στην ανεξάρτητη ειδησεογραφία, χάριν της αντικειμενικότητας και της ίσης μεταχείρισης. Επίσης οποιοσδήποτε υπουργός μπορεί να επιβάλει την αναμετάδοση κάποιας υπουργικής απόφασης ή τη διακοπή κάποιου προγράμματος. Ο συνδυασμός αυτών αποτελεί καταφανέστατη λογοκρισία επί της ειδησεογραφίας.

Η αφαίρεση του αυθορμητισμού στα ΜΜΕ είναι ζωτικής σημασίας για το «σύστημα». Τούτο επιτυγχάνεται μέσω της αυστηρής γραφειοκρατικής οργάνωσης, η οποία λειτουργεί ως πύλη φιλτραρίσματος της ειδησεογραφίας. Η γραφειοκρατική οργάνωση επεμβαίνει στην κατεύθυνση του ενδιαφέροντος της πληροφόρησης, επηρεάζοντας το χρόνο προβολής της είδησης, τη σειρά και το υλικό. Συνέπεια αυτού είναι η όσμωση του προσωπικού των ΜΜΕ, αναλόγως των αποφάσεων των διευθυντικών στελεχών που αποτελούν το παράδειγμα. Μετατρέπονται σε πειθήνια όργανα της πολιτικής του μέσου υιοθετώντας τα ανάλογα σχόλια, αντιδράσεις, ανέκδοτα κ.α. κάτι που γίνεται εμφανές ιδιαίτερα στη μετακόμιση αυτών από ένα μέσο σε ένα άλλο, διαφορετικού προσανατολισμού ή ακόμα σε μία ενδεχόμενη μετακόμιση σε άλλη εκπομπή άλλης τηλεοπτικής ζώνης, με διαφορετικό κοινό. Σήμερα οι «πυλωροί» που ελέγχουν το περιεχόμενο της είδησης έχουν αναβαθμιστεί από διευθυντικά στελέχη σε μεγαλοεπιχειρηματίες, με τους οποίους συνεργάζεται το κράτος, αλλά και η διεθνής γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η αντίδραση στις ανωτέρω απαιτήσεις είναι απαγορευτική, αφού ψαλιδίζει τις πιθανότητες προαγωγής. Τα κριτήρια για αυτή είναι ιδιαίτερα ρευστά και ακαθόριστα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστική αξιολόγηση και αξιοκρατία. Τούτο δημιουργεί συναισθηματική και ηθική υποχρέωση προς τους προϊσταμένους και οδηγεί στην κοινωνική αποξένωση. Κι όμως είναι οι ίδιοι που εμφανίζονται «μυστηριωδώς» στη «βιτρίνα» των ΜΜΕ, την οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη μας, και μας νουθετούν, εκφράζοντας την άποψή τους για τα μείζονα κοινωνικά θέματα, που για αυτούς είναι έως και παντελώς άγνωστα, τόσο λόγω της προαναφερόμενης αποξένωσής τους, όσο και λόγω της εισοδηματικής τους διαφοράς με τον μέσο πολίτη.

Η απαίτηση για «κυνήγι του κέρδους» μεταφέρεται από τα υψηλά κλιμάκια του ομίλου στα πιο χαμηλά στρώματα των εργαζομένων, οι οποίοι υιοθετούν την σκοπιμότητα και την ηθική ένδεια. Αφαιρείται πλέον κάθε έννοια «τέχνης» από τη στυγνή πραγματικότητα των ΜΜΕ, τα οποία την επικαλούνται, μόνο, λίγο πριν τη λήξη του δελτίου για λόγους «σοβαροφάνειας» και προβολής κύρους. Ακόμα και σε αυτό το σημείο το κέρδος δε λείπει από το όλο εγχείρημα. Δεν είναι τυχαίο ότι το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών προβαλλόταν σε συγκεκριμένο τηλεοπτικό δίκτυο και έντυπα του ιδίου ομίλου που είχε αναλάβει τη διαχείρισή του…

Ο δέκτης (μέσος πολίτης) διαχειρίζεται από τα μέσα, όπως το μικρό παιδί. Κάποτε του δίνεις αυτό που θέλει, κάποτε αυτό που πρέπει. Ο πομπός (κόσμος της ενημέρωσης) δεν γνωρίζει τις ανάγκες του δέκτη αφού δεν ανήκει στον ίδιο κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν αναπτυχθεί τόσο πολύ οι εταιρείες σφυγμομετρήσεων. Ούτε φυσικά το γεγονός ότι υπάρχουν τόσα πολλά μέσα και είδη ενημέρωσης. Διότι το εκπεμπόμενο μήνυμα είναι δεδομένο και δεν αλλάζει, αλλά το κοινό δεν είναι ενιαίο, αντιθέτως διαιρείται με οικονομικά, κοινωνικά, επαγγελματικά, φυλετικά, εθνικά και ηλικιακά κριτήρια. Επομένως, αναλόγως των κριτηρίων, θα επιλέξει διαφορετικές ζώνες ενημέρωσης (σ.σ. ακόμα και τα «πρωινάδικα» ασχολούνται με την τρέχουσα ειδησεογραφία) και διαφορετικά μέσα.

Τα ΜΜΕ πλέον αποτελούν Μέσα Μαζικής Διαφήμισης, με διάλειμμα για ειδήσεις. Το κόστος διατήρησής τους είναι απαγορευτικό, χωρίς τις διαφημίσεις. Ακόμα και τα τηλεοπτικά προγράμματα σχεδιάζονται έτσι, ώστε να κλιμακώνονται ακριβώς πριν το διάλειμμα για διαφημίσεις, δείχνοντας ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός τους. Το κυριότερο όμως είναι ότι τα προγράμματα αυτά δεν πρέπει να είναι ιδιαιτέρως ποιοτικά. Διότι σε αυτή την περίπτωση οι τηλεθεατές στο διαφημιστικό διάλειμμα συζητούν το πρόγραμμα μεταξύ τους, χωρίς να δίνουν την προσοχή τους στο διαφημιστικό μήνυμα. Από την άλλη οφείλουν να διαθέτουν απλά ένα σημαντικό, για το «σύστημα» μήνυμα πλαισιωμένο με ανούσιους και επαναλαμβανόμενους διαλόγους. Τέτοια μηνύματα είναι η αποδοχή ξένων, προς την κοινωνία, απόψεων προκειμένου αυτή να διαμορφωθεί και να πολτοποιηθεί.

Επίσης τα δελτία των 20:30 φροντίζουν για την προβολή του «πλουραλισμού» και της «δημοκρατίας», μέσω των «αντικειμενικών» δημοσιογράφων και προσκεκλημένων «ειδημόνων», επί του εκάστοτε θέματος. Ωστόσο, η ανάπτυξη «εξειδικευμένων» θεμάτων σε χρόνο των 5 λεπτών εξασφαλίζει, μόνο, την περικοπή τηλεοπτικού χρόνου από άλλα θέματα και την ίδια στιγμή το βομβαρδισμό του τηλεθεατή με αντιπαραθέσεις από παράθυρα που καταλαμβάνουν συγκεκριμένα πρόσωπα και με πληροφορίες που δε μπορεί να διαχειριστεί, ώστε στο τέλος να καταλήξει με το απόφθεγμα που θα πει ο κεντρικός παρουσιαστής. Οι «πηγές» πληροφόρησης δύναται να είναι ανύπαρκτες, ωστόσο η επίκλησή τους βοηθά στην χάλκευση των ειδήσεων και την δημιουργία του ανάλογου κλίματος αποδοχής της είδησης, γεγονός στο οποίο συμβάλει και ο ελιτισμός που προβάλουν τα ΜΜΕ έναντι του κοινού. Το αποτέλεσμα είναι η απλή αναμετάδοση ειδήσεων, όπως αυτές δίνονται από τα ειδησεογραφικά δίκτυα, διότι τα πάντα μπορεί να αποτελούν ειδησεογραφικά νέα, αλλά γίνονται «νέα» μόνο όταν κάποιος τα αναμεταδώσει.

Η μετάδοση της είδησης γίνεται επιλεκτικά, αφού πρώτα έχει λάβει την ανάλογη επεξεργασία και προεργασία, υποκειμενικού χαρακτήρα, τη στιγμή που όταν καταλήγει στον μέσο πολίτη παρουσιάζεται ως αντικειμενική. Η παρουσίαση είναι εξισορροπημένη μεταξύ δύο απόψεων, κάτι που χαρακτηρίζεται παρά φύσει, αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ποτέ δύο ίσα σκέλη. Αυτή είναι η λύση της μέσης οδού, η εξίσωση της έξυπνης και βλακώδους άποψης, η ίση αντιμετώπιση του εμπεριστατωμένου και της φαρφαρολογίας. Τούτο δε μπορεί παρά να εξυπηρετήσει τον κενό λόγο που εξυψώνεται στο επίπεδο του στοιχειοθετημένου λόγου. Οδηγεί στην απαξίωση των πάντων, αφού η επιτυχία μεταφράζεται με όρους προβολής και προώθησης και όχι γνώσεων. Ο μέσος πολίτης αδυνατεί να διαχειριστεί το βομβαρδισμό πληροφοριών διότι για να αναζητήσει ποια από τις απόψεις είναι αληθής, πρέπει να διαθέσει χρόνο και κόπο στην αναζήτηση πληροφοριών.

Προκειμένου να δώσουμε ξανά στις λέξεις την αξία που τους αρμόζει θα πρέπει να προβούμε σε μία εννοιολογική ανάλυση. Δημοσιογράφος είναι αυτός που γράφει δημόσια. Ρεπόρτερ είναι αυτός ο οποίος αναφέρει. Κάποτε υπήρχαν δημοσιογράφοι, οι οποίοι έγραφαν την άποψή τους και την στοιχειοθετούσαν εκθέτοντας αυτή στο κοινό. Σήμερα το είδος αυτό έχει εκλείψει και έχει μετατραπεί σε ρεπόρτερ που απλά αναφέρουν, ό,τι τους έχει δοθεί αφήνοντας σε άλλους την απόφαση δημοσιοποίησής του. Πρόκειται για τη nouvelle vague της ενημέρωσης, η οποία πλέον μπορεί να αντικατασταθεί με τον όρο «εξημέρωση».

[1] Πιο συγκεκριμένα το 1808 ο ωρολογοποιός Καίνινγκ έφτιαξε το πρώτο μηχανοκίνητο και ατμοκίνητο πιεστήριο, το οποίο αφού απέτυχε να πουλήσει σε Γερμανία και Ρωσία, τρία χρόνια μετά το προώθησε στους γνωστούς Times του Λονδίνου. Όπως άλλωστε έχουμε προαναφέρει ο τύπος στην Αγγλία ήταν πολύ πιο εξελιγμένος και πιο συνυφασμένος με την αγγλική κουλτούρα.

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail