Economy Geopolitics & Daily News Politics

Το πικρό μάθημα του 1937

 


Αρκετοί οικονομικοί αναλυτές και ιστορικοί παραλληλίζουν την εξέλιξη της παρούσας κρίσης με εκείνη της Μεγάλης Υφεσης, κατά τη δεκαετία του 1930: Στην αρχή έρχεται ένα χρηματοπιστωτικό κραχ, που φέρνει επί θύραις την απειλή της συστημικής κατάρρευσης. Η καταστροφή μόλις και μετά βίας αποτρέπεται χάρη στη δραστική παρέμβαση του κράτους -στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το περίφημο New Deal του Φράνκλιν Ρούζβελτ- και τη διοχέτευση πακτωλού χρημάτων για την αναθέρμανση της οικονομίας. Με τα πρώτα, ασθενικά δείγματα ανάκαμψης, όμως, η κυβέρνηση σταματάει την αναπτυξιακή πολιτική, προσπαθώντας να καλύψει τα ελλείμματα και τα χρέη, τα οποία έχουν στο μεταξύ μεγεθυνθεί, με αποτέλεσμα να ρίξει την οικονομία σε μια δεύτερη, εξίσου οδυνηρή ύφεση.

Ο Ρούζβελτ

Η αλήθεια είναι ότι ο Ρούζβελτ ενεργούσε περισσότερο με βάση το πολιτικό του ένστικτο και λιγότερο ακολουθώντας κάποια συγκροτημένη οικονομική θεωρία. Στην προεκλογική του εκστρατεία, το 1932, κατηγορούσε τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο Χούβερ ότι δεν ήταν αρκούντως… σκληρός στη δημοσιονομική του πολιτική: «Πρέπει να βρούμε το θάρρος», έλεγε σε μια ομιλία του, «να σταματήσουμε να δανειζόμαστε για να καλύπτουμε τα μόνιμα ελλείμματα… Κάθε κυβέρνηση, όπως και κάθε νοικοκυριό, μπορεί για ένα – δύο χρόνια να ξοδεύει λίγο περισσότερα απ’ όσα κερδίζει. Αλλά η παράταση αυτής της συνήθειας οδηγεί στο πτωχοκομείο».

Από τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία, ο Ρούζβελτ άλλαξε δραματικά γραμμή πλεύσης και προώθησε, μέχρι το 1936, τις ιστορικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του πρώτου και του δεύτερου New Deal. Με την οικονομία να δείχνει αισθητά σημάδια ανάκαμψης, ο υπουργός Οικονομικών του Ρούζβελτ, Χένρι Μόργκενταου, θεώρησε ότι είχε έρθει η ώρα για μέτρα εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών, περιορίζοντας δραστικά τις κρατικές δαπάνες και τα κοινωνικά προγράμματα. Αποτέλεσμα ήταν να βυθιστεί, το 1937, η οικονομία σε μια δεύτερη ύφεση που συνεχίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του 1938, με την ανεργία να φτάνει το εφιαλτικό 19%.

Εκών άκων, ο Ρούζβελτ απέρριψε τις συνταγές λιτότητας του Μόργκενταου και στράφηκε προς τα κεϊνσιανής νοοτροπίας μέλη της κυβέρνησής του, επιλέγοντας μια νέα στροφή προς τα αριστερά. Κατήγγειλε δημόσια ότι πίσω από την κρίση βρισκόταν το συνειδητό σαμποτάζ της παραγωγής από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και την αντιδραστική πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών. Διέταξε μάλιστα επίσημη δικαστική διερεύνηση των καταγγελιών για συνωμοσία εναντίον της Δημοκρατίας, ενώ συνεργάτες του έκαναν λόγο για κίνδυνο «μετατροπής της Αμερικής σε φασιστικό καθεστώς των μεγάλων επιχειρήσεων». Την άνοιξη του 1938, η κυβέρνηση Ρούζβελτ ανακοίνωσε προγράμματα ύψους 5 δισ. δολαρίων για την αντιμετώπιση της ύφεσης με βάση την ενίσχυση της λαϊκής κατανάλωσης.

Το κατά πόσο ο κεϊνσιανισμός της κυβέρνησης Ρούζβελτ συνέβαλε ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της κρίσης, είναι εξόχως αμφισβητήσιμο. Στο ημερολόγιό του, τον Μάιο του 1939, ο Μόργκενταου έγραφε: «Δοκιμάσαμε τα πάντα, ξοδεύοντας χρήματα. Ξοδεύουμε περισσότερα απ’ ό,τι ξοδεύτηκε ποτέ, και παρ’ όλα αυτά, δεν έχουμε αποτέλεσμα… Στον όγδοο χρόνο αυτής της κυβέρνησης, η ανεργία βρίσκεται εκεί όπου την παραλάβαμε». Το δεύτερο κύμα της Μεγάλης Υφεσης συνεχίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1941, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1943, η ανεργία είχε περιοριστεί στο 3%. Όσο δυσάρεστο κι αν ακούγεται, το σωσίβιο δεν ήρθε από τον ειρηνικό, αγαθοεργό κεϊνσιανισμό, αλλά από τον πολεμικό καπιταλισμό των μαζικών εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Kαθημερινή Έντυπη έκδοση 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail