Politics

Σύνοδος ΝΑΤΟ: Αμερικανική αλαζονεία και ευρωπαϊκή αμηχανία

Για άλλη μια φορά ο αμερικανός πρόεδρος έδειξε ότι μπορεί να φέρνει αναστάτωση σε διεθνείς συναντήσεις, ιδίως από τη στιγμή που οι συνομιλητές του δεν μπορούν να προτείνουν μια εναλλακτική πολιτική.

Γράφει ο Παναγιώτης Σωτήρης 

Η εικόνα είχε λίγο πολύ προαναγγελθεί. Ο αμερικανός πρόεδρος ήθελε να δείξει ότι και σε αυτή τη σύνοδο του ΝΑΤΟ δεν θα ακολουθούσε το πρωτόκολλο και ότι θα έκανε σαφείς τις αμερικανικές απαιτήσεις για καλύτερο επιμερισμό του κόστους της συμμαχίας.

Κομμάτι αυτής της τακτικής και η φράση που υποτίθεται ότι είπε, ότι δηλαδή οι ΗΠΑ άμα χρειαστεί μπορεί και να φύγουν από τη συμμαχία, έστω και εάν εκ των υστέρων ο αμερικανός υπουργός Άμυνας διαβεβαίωσε για την «100%» προσήλωση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ.

Μικρή σημασία είχε ότι τα επίσημα αποτελέσματα της συνόδου αποτυπώνουν μια κοινή θέση που είχε διαμορφωθεί κατά την προπαρασκευή της συνόδου, σύμφωνα με την οποία επιμένουν στο στόχο να δίνει κάθε χώρα το 2% για τις αμυντικές δαπάνες, θέση που αποτελεί τον επίσημο στόχο του ΝΑΤΟ από το 2014.

Ο Τραμπ ήθελε να ασκήσει τόση πίεση, ώστε να μπορεί μετά να κάνει πρώτος τη δήλωση ότι κατάφερε να πετύχει την αύξηση των δαπανών, ακόμη και εάν το διέψευσε ο Μακρόν στη συνέχεια.

Ούτως ή άλλως η αμερικανική πλευρά κυρίως ήθελε να δείξει ότι δεν πρόκειται να χαριστεί σε κανέναν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ στάθηκε ιδιαίτερα στη Γερμανική στάση κατηγορώντας τη Γερμανία ότι προτιμά το Ρωσικό φυσικό αέριο, κάτι που προφανώς δεν χαροποιεί έναν πρόεδρο που στηρίζει ιδιαίτερα τις αμερικανικές εταιρείες στο χώρο της ενέργειας.

 

Διμερείς επαφές

Την ίδια στιγμή η αναχώρηση του αμερικανού προέδρου για τη συνέχεια ενός ευρωπαϊκού ταξιδιού που έχει ως κορυφαία στιγμή μια συνάντηση κορυφής με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ελσίνκι, έδειξε ότι επιμένει να θεωρεί ότι διμερείς επαφές και προσωπικές συναντήσεις μπορούν να προωθήσουν την παγκόσμια σταθερότητα περισσότερο από θεσμούς συλλογικής ασφάλειας.

Φαινομενικά, αυτή μοιάζει να είναι μια πολιτική στάση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη τακτ, εμφανή ιδιοτέλεια, και υπερβολική εμπιστοσύνη στη δυνατότητα ενός ηγέτη να χειριστεί κάθε μέσο πίεσης στο πλαίσιο της «τέχνης της συμφωνίας» (art of the deal).

Είναι, επίσης, σαφές ότι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ δεν προσφέρει κάποιο θετικό όραμα, πέραν ενός κόσμου εναλλαγής οξύνσεων και διμερών συμφωνιών και όπου θα κυριαρχεί ο ανταγωνισμός για μερίδια αγοράς και οι εμπορικοί πόλεμοι,

Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, ποια είναι η ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτό; Δεν αναφερόμαστε στο παρελθόν, όταν η Ευρώπη απέτυχε να διαμορφώσει δικούς της θεσμούς συλλογικής ασφάλειας, διαχειρίστηκε καταστροφικά τη γιουγκοσλαβική κρίση και συναίνεσε στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ.

Αναφερόμαστε στο γεγονός ότι μια Ευρώπη που άφησε την κρίση χρέους στο εσωτερικό της να εξελιχθεί σε μια διαρκή παγίδα λιτότητας, που δεν μπόρεσε να έχει ουσιαστική παρέμβαση στη συριακή κρίση, που στο προσφυγικό έγινε έρμαιο της ακροδεξιάς και που θέλει «συλλογική ασφάλεια» αλλά προτιμά να την αναλαμβάνουν άλλοι –και κατά προτίμηση να την πληρώνουν κιόλας, δεν μπορεί να συγκροτήσει έναν διαφορετικό πόλο στο διεθνές σύστημα. Ούτε να υπερασπιστεί τα ιδιαίτερα δικά της συμφέροντα.

 

Εκλογικός κύκλος

Το ίδιο ισχύει για μια Ευρώπη στην ένας ιδιότυπος διαρκής εκλογικός κύκλος, που κατά βάση λειτουργεί υπέρ της ακροδεξιάς, οδηγεί σε διαρκή προκαταβολική ακύρωση κάθε σκέψης για μεγάλες αλλαγές στην ευρωζώνη, ώστε να αντιμετωπιστούν τα εμφανή αδιέξοδά της.

Μια τέτοια Ευρώπη θα συνεχίσει ταυτόχρονα να συναινεί σε κυρώσεις στη Ρωσία αλλά να θέλει να παίρνει φτηνό φυσικό αέριο από αυτήν, να μην μπορεί πραγματικά απαντήσει στη νέα επιθετικότητα απέναντι στο Ιράν, να μην λειτουργεί ως παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης και να περιμένει αμήχανα την επόμενη πρωτοβουλία των ΗΠΑ, είτε αφορά την παγκόσμια ειρήνη είτε την παγκόσμια αποσταθεροποίηση.

Οι ΗΠΑ δεν είναι στην κορύφωση της ισχύος τους. Το ακριβώς αντίθετο. Το «υπαρξιακό» πρόβλημά τους είναι ότι μεσοπρόθεσμα ούτε η οικονομική ούτε η πολιτικοστρατιωτική πρωτοκαθεδρία τους θα παραμείνουν αδιαμφισβήτητες. Η τακτική Τραμπ, αυτό το μίγμα υπεράσπισης των αμερικανικών συμφερόντων και όχι μιας αφηρημένης εκδοχής παγκοσμιοποίησης, γεωπολιτικού «ρεαλισμού», και αυταρχικού συντηρητισμού προς το εσωτερικό, απόπειρα διαχείρισης αυτού του προβλήματος είναι.

Μόνο που η Ευρώπη δείχνει να μην έχει ούτε εναλλακτική πρόταση, ούτε τακτική διαχείρισης του προβλήματος. Αρκείται στη διαρκή αναβολή της αναμέτρησης με τα πραγματικά ερωτήματα και ένα επικοινωνιακό damage control που δύσκολα μπορεί να κρύψει το κενό στρατηγικής.

πηγή: in.gr 

 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail