Culture

Οι ηγεμονικές αφηγήσεις στην Ελλάδα και οι συνέπειές τους

Γράφει ο Υποπλοίαρχος Παναγιώτης Γέροντας ΠΝ, 
Επιτελής Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού

Ο συστηματικός υπερτονισμός στοιχείων της ιστορίας και η αποσιώπηση κάποιων άλλων οδηγούν σε συγκεκριμένες ηγεμονικές αφηγήσεις [ master narratives βλ. Lyotard, J. F. (1979), The Postmodern Condition, Les Éditions de Minuit]. Αυτές οι αφηγήσεις δημιουργούν συλλογική μνήμη και ακολούθως την δημόσια μνήμη. Η Ελλάδα είναι μια χώρα χαρακτηριστική γιατί αποδεικνύει ότι η δημόσια μνήμη δεν επιβάλλεται αναγκαστικά άνωθεν αλλά πολλές φορές από κάτω προς τα πάνω. Όταν λέμε «κάτω», εννοούμε άτομα (συγγραφείς αλλά και αγωνιστές) αλλά και συλλογικότητες (εθνοτοπικούς και κοινωνικούς συλλόγους).

Μια τέτοια ηγεμονική αφήγηση είναι ο πολυθρύλητος λαϊκός πολιτισμός στην Ελλάδα. Την ρομαντική απεικόνιση του αγνού λαϊκού ανθρώπου σε αντιδιαστολή με τον μορφωμένο διεφθαρμένο την οφείλουμε στον ποιητή Σεφέρη και την επιλεκτική ανάγνωση των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη. Είναι σημαντικό όμως να κατανοηθεί ότι αυτός ο λαϊκός άνθρωπος, ο αποκαθαρμένος από κάθε στοιχείο που θα μας προκαλούσε ίσως αποτροπιασμό, δεν υπήρξε ποτέ. Πρόκειται για ένα κατασκεύασμα ενός μορφωμένου (και καριερίστα), ο οποίος τις δικές του ελλείψεις τις μεταφράζει σε ένα φαντασιακό δυνατού και ρωμαλέου άντρα που εντάσσεται με όλη του ψυχή στην ζωή με πάθος αλλά και ειλικρίνεια.

Η ρομαντική απεικόνιση ενός προνεωτερικού φαινομένου όπως αυτού του «κλέφτη της Επανάστασης» ξεκινά βέβαια από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους (ας μην ξεχνάμε εδώ οτι αρκετοί αγωνιστές της Επανάστασης συμμετείχαν στα πολιτικά πράγματα του τόπου αρκετές δεκαετίες μετά την Απελευθέρωση), συνεχίζεται με αυξομειώσεις αλλά θα επανακαλυφθεί από τους λογοτέχνες της δεκαετίας του ’30. Στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο, ο ΕΛΑΣ θα συνδέσει παράδοξα ένα προνεωτερικό φαινόμενο, τον κλέφτη με ένα άκρως νεωτερικό, τον αντάρτη με το γνωστό τραγούδι «Κλέφτης, Αντάρτης, Παλικάρι». Ο κλέφτης είναι χαρακτηριστική περίπτωση ανακατασκευής του παρελθόντος από το παρόν, καθώς στέκεται εμπρός μας ως μια ρομαντική εικόνα αποκαθαρμένη από οποιοδήποτε στοιχείο που ίσως θα μας ενοχλούσε σήμερα.

Ποιά είναι η συνέπεια αυτού; Μπορεί να δοθεί ένα παράδειγμα με την ελληνική ιστοριογραφία. Οι Έλληνες ιστορικοί δίνουν μεγαλύτερη σημασία ακόμα και σε μικροσυμπλοκές στην στεριά από την δράση του Στόλου ή την επιτυχή διπλωματία των διανοουμένων της Επανάστασης. Η αντιπάθεια προς τους διανοούμενους θα φαίνεται συχνά πυκνά στην ελληνική ιστορία: οι αντιβενιζελικές εφημερίδες αποκαλούσαν πολλές φορές τον Ελευθέριο Βενιζέλο «αντιπαθητικόν γυαλάκια».

Άλλη ηγεμονική αφήγηση είναι αυτή περί ξενοκρατίας. Η αφήγηση αυτή λέει ότι μόνο ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος, Ιωάννης Καποδίστριας, ήθελε το καλό του κράτους και μετά ήρθαν οι ξένοι Βαυαροί. Αυτό το αφήγημα αποσιωπά το γεγονός ότι η βαυαρική Αντιβασιλεία ακολούθησε τις ίδιες αρχές πολιτικής με αυτές του Καποδίστρια που συνέτειναν στην δημιουργία ενός νεωτερικού συγκεντρωτικού κράτους. Είναι σημαντικό εδώ να γίνει κατανοητό ότι οι Αντιβασιλείς δεν ήταν κάποιοι τυχαίοι, αλλά εθεωρούντο αστέρες της εποχής τους. Η δημιουργία ενός «Προτύπου Βασιλείου» ήταν στις προθέσεις τους, ενώ η διοικητική εικόνα του κράτους μέχρι σήμερα είναι εν πολλοίς αυτό που έφτιαξαν οι Βαυαροί.

Το αφήγημα περί ξενοκρατίας όμως έχει και άλλη μορφή. Οι ξένοι, υποτίθεται, διαχρονικά ελέγχουν το ελληνικό κράτος άμεσα με την δημιουργία κομματικών μηχανισμών. Η αλήθεια όμως είναι λίγο διαφορετική καθώς από την εποχή του Όθωνα ακόμη, οι ηγέτες των κομμάτων επιζητούσαν την επέμβαση των Μ. Δυνάμεων ακόμα και για μικροκομματικά συμφέροντα. Επιπρόσθετα, η εμπειρία της Επανάστασης του 1821 και, ιδιαίτερα, η Ναυμαχία του Ναβαρίνου άφησε το ιδιαίτερο αποτύπωμά της στην ελληνική συνείδηση. Οι Έλληνες κατανόησαν ότι οι Μ. Δυνάμεις, αν ήθελαν, μπορούσαν να κατευθύνουν με δραματικό τρόπο τις εξελίξεις. Αυτό επανέρχεται διαρκώς στην ελληνική ιστορία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πόνταρε συνεχώς «στο άλογο της Αγγλίας», ενώ ακόμη και πολύ πρόσφατα, κατά την διαπραγμάτευση του 2015, ο μέσος Έλληνας αδυνατούσε να κατανοήσει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μόνο η Γερμανία, όσο και αν η τελευταία έχει (όντως) μεγάλη επιρροή. Με λίγα λόγια, για τις ελληνικές θέσεις στο οικονομικό και το προσφυγικό έπρεπε να πεισθούν πολλά κοινοβούλια εθνικών κρατών της Ένωσης.

Ποιά είναι η σημαντικότερη συνέπεια της παραπάνω αφήγησης; Ο Έλληνας θεωρεί διαχρονικά το κράτος του ξένο προς αυτόν. Δεν θεωρεί ότι πρέπει να εργαστεί για αυτό και να προσφέρει, τουναντίον το εξαπατά και το απομυζεί. Η αλήθεια είναι ότι η νεωτερικότητα εγκαθιδρύθηκε πάνω σε μια πλούσια παράδοση κοινοτικής και πνευματικής οργάνωσης. Αυτή όμως η εγκαθίδρυση είναι που έδωσε την απαραίτητη ομοιογένεια για να λειτουργήσει το οικοδόμημα. Το κράτος αυτό τελικά είναι δικό μας και πρέπει – επιτέλους – να το κάνουμε να λειτουργήσει και αυτό θα γίνει μόνο αν αναμορφώσουμε την προσωπική μας ηθική ώστε να γίνουμε μια πραγματική και συνειδητοποιημένη κοινωνία πολιτών.

(Στην Εικόνα η άφιξη του Βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο.)

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail