22/05/2024

Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και ο Nord Stream II

Του Pierre Noel

Η ανεξαρτησία της Ουκρανίας το 1991 την καθιέρωσε ως μια μεγάλη χώρα διαμετακόμισης μεταξύ της Ευρώπης και της Ρωσίας. Περισσότερο από το 90% των ρωσικών εξαγωγών αερίου στην Ευρώπη διέρχονται από την Ουκρανία. Η Ουκρανία επίσης έγινε πελάτης της Gazprom, της ρωσικής εταιρείας φυσικού αερίου. Η Ουκρανία χρειαζόταν φθηνό πετρέλαιο για να τροφοδοτήσει την μη ανταγωνιστική βιομηχανία της και τα συστήματα θέρμανσης με φυσικό αέριο, τα οποία θερμαίνουν οικοδομικά τετράγωνα στην Ουκρανία που έχουν διαρροές, με ζημιά. Η νέα χώρα ήταν σε θέση να εκμεταλλευτεί την κυρίαρχη θέση διέλευσής της, απειλώντας να κλέψει το ευρωπαϊκό αέριο από τις υποδομές διέλευσης, προκειμένου να αποκτήσει χαμηλές τιμές από τη Gazprom.

Όταν οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν μετά από το 2000, η Ουκρανία αντιστάθηκε στις απαιτήσεις της Ρωσίας για υψηλότερες τιμές. Η Ουκρανία έλαβε περί τα 17 δισ. Δολάρια σε επιδοτήσεις αερίου από τη Ρωσία συνολικά, στο διάστημα 2002 και 2011. Καθώς οι δύο πλευρές δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε ένα νέο συμβόλαιο, η Gazprom σταμάτησε να προμηθεύει την Ουκρανία την 1η Ιανουαρίου 2006 και ξανά την 1η Ιανουαρίου 2009. Και στις δύο περιπτώσεις το Κίεβο εξέτρεψε το αέριο που προοριζόταν για τους Ευρωπαίους πελάτες της Gazprom, ως έναν τρόπο να υποχρεώσει τη Ρωσία να υποχωρήσει.  Η Ρωσία όντως υποχώρησε μετά από λίγες ημέρες, αλλά τον Ιανουάριο του 2019 η κρίση κλιμακώθηκε , οδηγώντας στο πλήρες κλείσιμο του ουκρανικού διαδρόμου διέλευσης για δύο εβδομάδες. Ακολούθησε μια σοβαρή κρίση προμήθειας αερίου στην Ευρώπη.

Έτσι, η ανεξαρτησία της Ουκρανίας έπληξε τη ροή εξαγωγών ρωσικού αερίου στη Δυτική Ευρώπη. Για τον λόγο αυτό, στις αρχές της δεκαετίας 2000, η Ρωσία αποφάσισε να ακυρώσει την Ουκρανία μέσω ενός κοινού project με αρκετούς από τους μεγάλους δυτικοευρωπαίους πελάτες της στο φυσικό αέριο, υποστηριζόμενη σιωπηρώς από τις κυβερνήσεις τους, να κατασκευάσει αγωγούς που εν τέλει θα περιλαμβάνουν αγωγούς κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα και τη Μαύρη Θάλασσα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 ωστόσο, η Ουκρανία έγινε ένα σημείο μεγάλης διαμάχης μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, και η κατάσταση επιδεινώθηκε έντονα όταν η Ρωσία υποστήριξε τις αποσχιστικές δυνάμεις στην Ανατολική Ουκρανία και απόσχισε την Κριμαία στις αρχές του 2014. Η γεωπολιτική κρίση κατέστρεψε το σκεπτικό της παράκαμψης της Ουκρανίας και κατέστησε στο σχέδιο πολιτικά τοξικό.

Η κατάσταση με τον εφοδιασμό του ουκρανικού αερίου δεν θα αλλάξει με την κατασκευή του Nord Stream II, καθώς η χώρα έπαψε να εισάγει ρωσικό αέριο σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ωστόσο το Κίεβο θα χάσει περίπου 3 δισ. Ευρώ ετησίως από τα έσοδα διέλευσης αερίου. Αυτό ασφαλώς δεν είναι κάτι που αρέσει στην ουκρανική κυβέρνηση ή στους πιστωτές της. Αλλά παραμένει το γεγονός ότι η παράκαμψη της Ουκρανίας είναι η συνέπεια της κατάχρησης της κυρίαρχης θέσης διέλευσης της Ουκρανίας μετά από την ανεξαρτησία, ιδιαίτερα μετά από το 2000. Σε κάθε περίπτωση, οι δυτικές κυβερνήσεις θα πρέπει να το σκεφτούν διπλά προτού ζητήσουν από τη Ρωσία να πληρώσει για τη διατήρηση μιας κατάστασης που θέτει την ασφάλεια των εξαγωγών της αερίου σε ρίσκο.

Η επιστροφή του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη

Τα τελευταία δύο χρόνια, η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς αερίου έχει επηρεάσει βαθιά τη σχέση μεταξύ της Ρωσίας και της ΕΕ. Καθώς η τιμολόγηση του αερίου προσαρμόστηκε στη νέα ευρωπαϊκή αγορά, το ρωσικό αέριο ανέκτησε μερίδιο της αγοράς με την εκτόπιση του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αφήνοντας τα δυτικά ευρωπαϊκά τερματικά με πολύ χαμηλά ποσοστά αξιοποίησης. Η επιστροφή του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη βοηθήθηκε από την πυρηνική καταστροφή στην Fukushima το 2011, που προκάλεσε την εκτροπή του LNG προς την Ιαπωνία, μακριά από την Ευρώπη.

Κάποιοι αναλυτές ενεργειακής ασφάλειας, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, έχουν ερμηνεύσει την ανανεωμένη ανάπτυξη της Gazprom στην Ευρώπη, ως ένα σημάδι της απάθειας για την εξάρτηση της από τη Ρωσία. Πρόκειται για μια εσφαλμένη αντίληψη που παραβλέπει τα πολιτικά οφέλη της ολοκλήρωσης της ευρωπαϊκής αγοράς αερίου. Η σχέση με τη Ρωσία για το αέριο έγινε πολύ διχαστική εντός της ΕΕ μετά από τη διεύρυνση του 2004. Τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αισθάνονται απομονωμένα από τις πιο διαφοροποιημένες δυτικές αγορές και πλήρως εξαρτημένα από τη Ρωσία για το αέριο, η οποία, υπό τον πρόεδρο Vladimir Putin, εμφανίζεται όλο και πιο απειλητική. Θεώρησαν τις δυτικοευρωπαϊκές εταιρείες αερίου, οι οποίες είναι μεγάλοι πελάτες και εταίροι της Gazprom, ότι προδίδουν την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Αυτές οι εντάσεις αυξήθηκαν με την κρίση αερίου τον Ιανουάριο του 2006, τον πόλεμο στη Γεωργία τον Αύγουστο του 2008 και την κρίση αερίου τον Ιανουάριο του 2009.

Πολιτικά ήπια

Στην πραγματικότητα, η αποτελεσματική ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς κατέστησε την σχέση αερίου ΕΕ-Ρωσίας πολιτικά συμβατή με τη διευρυμένη ΕΕ. Στην ολοκληρωμένη αγορά φυσικού αερίου της Ευρώπης, όλες οι συμβάσεις εισαγωγής και τα σημεία εισόδου είναι ουσιαστικά ευρωπαϊκά, και η ποικιλία εφοδιασμού τους διαχέεται ανά την αγορά, από τα δυτικά στα ανατολικά. Είναι τώρα δυνατό για τους μεγάλους καταναλωτές αερίου στην Κεντρική Ευρώπη να συνάπτουν συμβάσεις με προμηθευτές, ή να κλείνουν αποθηκευτικούς χώρους στη Δυτική Ευρώπη. Ακόμη και η Ουκρανία μετατοπίστηκε γρήγορα και σχετικά εύκολα από μια κατάσταση πλήρους εξάρτησης από τη Ρωσία για τις εισαγωγές αερίου της, και το εισάγει τώρα από την Πολωνία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Οι γείτονες της Ουκρανίας προς τη Δύση είναι τώρα πολύ καλύτερα συνδεδεμένοι με τις αγορές αερίου της Δυτικής Ευρώπης και την παγκόσμια αγορά LNG. Σε περίπτωση διακοπής του εφοδιασμού της Ρωσίας με φυσικό αέριο, η διαμεσολάβηση από τους εμπόρους φυσικού αερίου διασφαλίζουν ροή από τη Δυτική Ευρώπη στα ανατολικά κράτη-μέλη της ΕΕ. Ως εκ τούτου, μια ανταγωνιστική, ολοκληρωμένη αγορά αερίου καθιστά πολύ πιο δύσκολο για τη Ρωσία να χρησιμοποιήσει ως όπλο τις εξαγωγές αερίου στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, και καθιστά το εμπόριο φυσικού αερίου πολιτικά ευνοϊκό για την Ευρώπη εν γένει.

Παρόλα αυτά, η σχέση του φυσικού αερίου με τη Ρωσία παραμένει αμφιλεγόμενη εντός της Ευρώπης και έχει ένα διχαστικό θέμα στον διάλογο για την διατλαντική ασφάλεια. Η μείωση και ο ενδεχόμενος τερματισμός της διέλευσης αερίου από την Ουκρανία μέσω της κατασκευής αγωγών παράκαμψης, δημιουργεί σημαντική ένταση. Οι αντίπαλοι απεικονίζουν τη δημιουργία αυτών των αγωγών ως επιθετικότητα ενάντια στην Ουκρανία, έναν κίνδυνο για την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, και μια αντανάκλαση της εξάρτησης της Γερμανίας από το ρωσικό αέριο, το οποίο με τη σειρά του θα μπορούσε να βαθύνει περισσότερο. Εν συντομία, δηλώνουν ότι η παράκαμψη της Ουκρανίας θα ήταν αντί-ευρωπαϊκή (κίνηση). Ένας Πολωνός υπουργός Εξωτερικών περιέγραψε το Nord Stream ως μια νέα συνθήκη Molotov-Ribbentrof. Το 2014 η αμερικανική πίεση στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, και η τακτικιστική και πολιτική χρήση των κανόνων της Κομισιόν, υποχρέωσαν τη Ρωσία να εγκαταλείψει τον South Stream σε ένα προχωρημένο στάδιο σχεδιασμού. Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump καταδίκασε τον Nord Stream II και τη γερμανο-ρωσική σχέση για το αέριο εν γένει στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ το 2018. Τέλος, τα μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου έχουν εκπονήσει νομοθεσία η οποία εάν τεθεί σε λειτουργία, ενδέχεται να καθυστερήσει ή και να ακυρώσει τον Nord Stream II επιβάλλοντας κυρώσεις κατά των τεχνικών συμβαλλόμενων που εμπλέκονται στη δημιουργία του αγωγού. Η Ευρώπη με άλλα λόγια, δεν αποκομίζει τα πολιτικά οφέλη της ολοκλήρωσης της αγοράς αερίου.

Η ευρωπαϊκή αγορά αερίου και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος

Η ολοκλήρωση της αγοράς δεν μπορεί ποτέ να είναι τέλεια. Το ευρωπαϊκό μοντέλο αγοράς αερίου, ιδιαίτερα η ρύθμιση της μετάδοσης, παραμένει ελαττωματικό. Από μια πολιτική άποψη ωστόσο, η κατασκευή των τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου στη Βαλτική και στην Πολωνία έχει μειώσει τους περιορισμούς. Τώρα που το αέριο ρέει σε όλη την Ευρώπη σύμφωνα με τις ενδείξεις των τιμών και τις συμβάσεις, η θέση των σημείων εισόδου -η Ανατολική Σλοβακία ή η Βόρεια Γερμανία- και η εθνικότητα των επιχειρήσεων που υπογράφουν συμβάσεις εισαγωγής, έχουν ελάχιστη ή και καθόλου επίδραση στις συνθήκες υπό τις οποίες οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα προμηθεύεται αέριο.

Ωστόσο, από τις κρίσεις στη Γεωργία, στο Ντονμπας και στην Κριμαία, η σχέση αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης έχει γίνει ένα γεωπολιτικό ζήτημα για τους περισσότερους φορείς χάραξης πολιτικής και αναλυτές στη διατλαντική κοινότητα. Ήταν μια εμπορική σχέση ενέργειας, μόνο θεωρητικά προβληματική από την προοπτική της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Τώρα θεωρείται ένα μέσο που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να τιμωρήσει τη Ρωσία και να προστατεύσει την Ευρώπη από την ρεβιζιονιστική πολιτική της Μόσχας, ιδιαίτερα στην Ουκρανία. Από αυτή την οπτική, τα σχέδια επέκτασης της Gazprom πρέπει να διαταραχθούν, και η συρρίκνωση της σχέσης για το φυσικό αέριο είναι συμβατή με τη μερική οικονομική απομόνωση της Ρωσίας την οποία επιδιώκουν να πετύχουν ΗΠΑ και ΕΕ με τις κυρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η παράκαμψη της Ουκρανίας θα της στερούσε τα έσοδα διαμετακόμισης που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας και την αποκατάσταση της κυριαρχικής της ακεραιότητας. Το μπλοκάρισμα του Nord Stream II τα έχει όλα αυτά. Αυτό το αφήγημα επίσης επιτρέπει στις ΗΠΑ να ευθυγραμμίσουν την εξωτερική πολιτική τους με τα εμπορικά τους συμφέροντα, οδηγώντας τις ευρωπαϊκές χώρες να υπογράψουν συμβόλαια με τις ΗΠΑ για το lng, το Freedom Gas, όπως το περιέγραψε προσφάτως ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ.

Το να τιμωρηθεί η Ρωσία χαλώντας τα σχέδιά της για παράκαμψη της Ουκρανίας ωστόσο, θα σήμαινε ότι παραβιάζεται η αρχική συμφωνία που επέτρεψε στη σχέση για το αέριο με τη Σοβιετική Ένωση να ανθήσει. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η κυβέρνηση Reagan προσπάθησε να βγάλει εκτός τροχιάς το project “Σιβηρικός αγωγός” -τη μαζική υποδομή μεταφοράς αερίου στην Ουκρανία (τότε μια σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία), τη Σλοβακία και την Τσεχία. Οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν στην επέκταση του εμπορίου φυσικού αερίου μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των δυτικοευρωπαϊκών κρατών διότι φοβόταν ότι η ενεργειακή εξάρτηση θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε σοβιετική επιρροή έναντι βασικών συμμάχων στο ΝΑΤΟ. Αλλά οι οικονομικές πραγματικότητες ήταν δύσκολες: Η Μόσχα χρειαζόταν σκληρό νόμισμα για να πληρώνει για τις εισαγωγές της και η Ευρώπη χρειαζόταν αέριο για να μεταφέρει την ενεργειακή κατανάλωση εκτός του τομέα μεταφορών, μακριά από το ακριβό πετρέλαιο. Η σιωπηρή συμφωνία τους αποσύνδεσε τη σχέση τους για το αέριο από την πολιτική του Ψυχρού Πολέμου, θεωρώντας την πρώτη ως μια μεγάλης κλίμακας, μηχανική και οικονομική σχέση, η οποία διαχειρίζεται από τεχνικά σώματα (εταιρείες αερίου στην Ευρώπη, το υπουργείο Αερίου στη Σοβιετική Ένωση). Και οι δύο πλευρές τήρησαν αυτή τη συνεννόηση, και το εμπόριο αερίου μεταξύ της Μόσχας και της Δυτικής Ευρώπης παρέμεινε μη πολιτικοποιημένο στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και μετά.

Ένας συνασπισμός κρατών μελών της ΕΕ και η Κομισιόν, έχουν ενωθεί με τις ΗΠΑ εναντίον των κρατών-μελών της ΕΕ -Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία- που σχημάτισαν αρχικά τη σχέση για το αέριο με τη Ρωσία και παρέμειναν οι εταίροι της Ρωσίας μέχρι σήμερα. Παράλληλα, οι εντάσεις μεταξύ των ελίτ της εξωτερικής πολιτικής και τα στελέχη του ευρωπαϊκού κλάδου ενέργειας, έχουν αυξηθεί. ωστόσο, η συμφωνία μη πολιτικοποίησης θα μπορούσε να επιβιώσει και πάλι στο νέο γεωπολιτικό πλαίσιο: παράκαμψη της Ουκρανίας μέσω του Nord Stream II θα διαχωρίσει αποτελεσματικά την σχέση Ρωσίας-Ουκρανίας από την εμπορική σχέση Ρωσίας-ΕΕ για το αέριο.

Αυτό που λείπει είναι η στρατηγική ηγεσία και πρωτοβουλία από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αυτές οι δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις θα πρέπει να ρίξουν το πολιτικό τους βάρος πιο ανοιχτά πίσω από τον Nord Stream II, υποστηρίζοντας πολιτικά την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στο αέριο που προκάλεσε η ολοκλήρωση της αγοράς και να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στη διαμεσολάβηση μιας πιο εύχρηστης πολιτικής σχέσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Μια τέτοια τολμηρή στρατηγική προσέγγιση θα απαιτούσε προθυμία από την πλευρά του Παρισιού και του Βερολίνου να έρθουν σε σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, με αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ και -κυρίως- με την Ουάσιγκτον. Το έκαναν μια φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν οι εντάσεις μεταξύ της Μόσχας και της Δύσης ήταν τουλάχιστον στο σημερινό επίπεδο. Μένει να δούμε εάν έχουν κρατήσει αρκετή στρατηγική αυτονομία για να το κάνουν πάλι.

πηγή:Capital.gr

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024