30/05/2024

Διευρύνεται το Ukrainegate

Του Κώστα Ράπτη

Δεν ήταν μόνο το επίμαχο τηλεφώνημα προς τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Και δεν ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ ο μόνος εμπλεκόμενος από αμερικανικής πλευράς.

Το λεγόμενο Ukrainegate, που άνοιξε τον δρόμο για ενδεχόμενη καθαίρεση του ενοίκου του Λευκού Οίκου, διευρύνεται μετά τις αποκαλύψεις του τελευταίου 24ώρου, πολλαπλασιάζοντας τους κραδασμούς στη Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε πρόσφατα τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας Σκοτ Μόρισον του οποίου ζήτησε τη συνδρομή στην έρευνα που έχει δρομολογηθεί από τον Μάιο σχετικά με τις απαρχές του λεγόμενου Russiagate, που σκίασε τα πρώτα δυόμιση χρόνια της παρούσας προεδρίας.

Τα πρακτικά της συνδιάλεξης αυτής κοινοποιήθηκαν σε ασυνήθιστα περιορισμένο αριθμό ανθρώπων εντός του Λευκού Οίκου, όπως και αυτά της συνομιλίας με τον Ζελένσκι τον Ιούλιο, ενισχύοντας τις υποψίες ότι ο Τραμπ είχε επίγνωση του αθέμιτου των ενεργειών του.

Το πώς εμπλέκεται η Αυστραλία στο Russiagate δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς. Ο άλλοτε υπουργός Εξωτερικών της χώρας και νυν πρεσβευτής της στη Βρετανία, Αλεξάντερ Ντάουνερ ήταν αυτός που κατήγγειλε ότι ο άλλοτε βοηθός της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ, Τζορτζ Παπαδόπουλος τον διαβεβαίωνε σε συνάντησή τους στο Λονδίνο τον Μάιο του 2016 πως η Ρωσία είχε συγκεντρώσει “βρωμιές” για τη Χίλαρι Κλίντον, τις οποίες και θα δημοσιοποιούσε στον καταλληλότερο πολιτικά χρόνο.

Η συνομιλία με τον Αυστραλό φέρεται, κατά το ίδιο δημοσίευμα, να προτάθηκε από τον Αμερικανό υπουργό Δικαιοσύνης Ούιλιαμ Μπαρ, στον οποίο αποδίδεται οργανωτικός ρόλος στην προσπάθεια του Τραμπ να πάρει τη ρεβάνς από όσους αμφισβήτησαν την εκλογική του νίκη το 2016 (παράλληλα προς τις ενέργειες του προσωπικού του δικηγόρου, πρώην δημάρχου της Νέας Υόρκης Ρούντι Τζουλιάνι να εξευρεθούν ενοχοποιητικά στοιχεία για τον πιθανότερο Δημοκρατικό διεκδικητή της προεδρίας στις εκλογές του 2020, Τζο Μπάιντεν).

Μάλιστα, ο Μπαρ συναντήθηκε με Ιταλούς αξιωματούχους την Παρασκευή στην Ιταλία, σε αναζήτηση πιθανότατα πληροφοριών για τον εξαφανισμένο Μαλτέζο καθηγητή Τζόζεφ Μιφσούντ, άλλοτε επισκέπτη διδάσκοντα στη Ρώμη, ο οποίος είχε πεί στον Τζορτζ Παπαδόπουλο ότι οι Ρώσοι διαθέτουν χιλιάδες μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Χίλαρι Κλίντον. Ο Τζουλιάνι έχει ήδη υποστηρίξει ότι ο Μιφσούντ ήταν “φυτευτός” από ξένες μυστικές υπηρεσίες για να παγιδεύσει τον Παπαπδόπουλο.

Φαίνεται ότι ήταν αρκετές οι ξένες κυβερνήσεις στις οποίες απευθύνθηκε για βοήθεια το επιτελείο Τραμπ. Αν οι έρευνες επικεντρωθούν στην κατεύθυνση αυτή, τότε η αμερικανική διπλωματία (ή τουλάχιστον η δυνατότητα του νυν προέδρου να ασκεί εξωτερική πολιτική) θα πληγεί βαρύτατα, καθώς θα εγείρονται ολοένα και περισσότερα αιτήματα για δημοσιοποίηση των συνομιλιών του Τραμπ με ξένους ηγέτες, όπως ήδη διεκδικούν οι Δημοκρατικοί της Βουλής για τις επαφές με τον Ρώσο ηγέτη Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αλλά η αμερικανική διπλωματία πλήττεται και από την έτερη αποκάλυψη ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μάικλ Πομπέο ήταν παρών στην συνδιάλεξη με τον Ζελένσκι, όπως ανέφεραν τη Δευτέρα το CNN και η Wall Street Journal. Μόλις στις 22 Σεπτεμβρίου, σε συνέντευξή του στο Fox News ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε αρνηθεί να τοποθετηθεί νομικά επί των πρακτικών μιας συνδιάλεξης τα οποία “δεν είχε δει”.

Και ο Τζιουλιάνι σε συνέντευξή του στο CNN παραδέχθηκε ότι το υπουργείο Εξωτερικών ήταν ενήμερο των προσπαθειών του να έρθει σε επαφή με Ουκρανούς αξιωματούχους.

Τόσο ο Πομπέο όσο και ο Μπαρ και ο Τζουλιάνι έχουν κλητευθεί να καταθέσουν ενώπιον του Κογκρέσου.

Είναι βέβαιο ότι ο Λευκός Οίκος θα επιχειρήσει να αποτρέψει κάτι τέτοιο επικαλούμενος τα προνόμια της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ ο Τζουλιάνι θα οχυρωθεί πίσω από τη σχέση συνηγόρου-εντολέα. Σε επίπεδο ρητορικής, το στρατόπεδο Τραμπ επιχειρεί να απονομιμοποιήσει τον Δημοκρατικό επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων, Άνταμ Σιφ, υποστηρίζοντας ότι είναι αυτός που πρέπει να καθαιρεθεί.

Τα αντίπαλα αφηγήματα έχουν ήδη διαμορφωθεί. Για τους Δημοκρατικούς προέχει η “κατάχρηση εξουσίας” και η “παραβίαση του Συντάγματος”, ενώ για την αντίπαλη πλευρά το ζήτημα είναι η “προδοσία” και η “κατασκοπεία”. Ολοένα και συχνότερα επίσης θα ακούγεται πλέον η έκφραση “βαθύ κράτους”. Το ποια πλευρά θα κερδίσει την αμερικανική κοινή γνώμη, που προς το παρόν εμφανίζεται διχασμένη, μένει να κριθεί. 

 

πηγή:Capital.gr

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024