12/06/2024

Οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ αποθαρρύνουν ένα “σκληρό Brexit”

Του Κώστα Ράπτη

H επικράτηση της επιλογής του Brexit στο βρετανικό δημοψήφισμα του 2016 και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία το ίδιο έτος συνηθίζεται να ερμηνεύονται ως ομόλογες εξελίξεις, δηλωτικές μιας στροφής στον προστατευτισμό και τον ταυτοτικό εθνικισμό. Αποδεικνύεται όμως στις μέρες μας ότι η πολιτική του Τραμπ αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την υπό αποχώρηση από την Ε.Ε. Βρετανία.

Την “ειδική σχέση” που διαμόρφωσε μεταπολεμικά με τις ΗΠΑ η Βρετανία την εξισορροπούσε με την ευρωπαϊκή της ένταξη – και αντιστρόφως. Για όσους το Brexit αποτελούσε μια κάπως επεξεργασμένη στρατηγική επιλογή, η επόμενη μέρα θα χαρακτηριζόταν από ένα αντίστοιχο σχήμα εξισορρόπησης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Διόλου τυχαία, η Βρετανία του Κάμερον ήταν η πρώτη χώρα που παράκουσε τις συστάσεις της Ουάσιγκτον προς τους συμμάχους να απόσχουν από το ιδρυτικό σχήμα της Ασιατικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Υποδομών, που αποτελεί ένα από τα αγαπημένα σχέδια του Σι Τζινπινγκ. Το Σίτι του Λονδίνου ονειρευόταν να μετατραπεί στον κατεξοχήν χώρο υποδοχής κινεζικών κεφαλαίων.

Οι Brexiteers θεωρούσαν το ευρωπαϊκό πλαίσιο πολύ περιοριστικό για ό,τι οι ίδιοι αποκαλούσαν our global ambitions (οι παγκόσμιες φιλοδοξίες μας). Όμως οι φιλοδοξίες αυτές δεν έχουν χώρο να ξεδιπλωθούν σε ένα διεθνές τοπίο που σημαδεύεται από τους εμπορικούς πολέμους του Τραμπ.

Πόσω μάλλον όταν η ίδια η Βρετανία τίθεται στο στόχαστρο των δασμών του Αμερικανού προέδρου.

Το σκωτσέζικο ουίσκι περιλαμβάνεται στα ευρωπαϊκά προϊόντα στα οποία μόλις ανακοινώθηκε ότι επιβάλλονται δασμοί της τάξης του 25% στο πλαίσιο της διαμάχης Boeing-Airbus. Η Αμερική αποτελεί την μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για το σκωτσέζικο ουίσκι, με έσοδα που ανέρχονται σε ένα δισ. δολάρια.

Για τους παραγωγούς και την τοπική κυβέρνηση της Σκωτίας η απειλή ενός ασύντακτου Brexit ήταν ήδη ανυπόφορη – προτού προστεθεί το νέο αυτό πλήγμα.

Αντιστοίχως πλήττεται η ιδέα της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-Βρετανίας, η οποία, κατά τις δηλώσεις τόσο του Ντόναλντ Τραμπ όσο και του Μπόρις Τζόνσον, προορίζεται να εξασφαλίσει ένα λαμπρό μέλλον μετά την έξοδο από την Ε.Ε.

(Ομοίως η φιλοδοξία ανάπτυξης βρετανικού δικτύου κινητής τηλεφωνίας πέμπτης γενεάς μέσω της Huawei παραμένει μετέωρη λόγω των αμερικανικών κυρώσεων προς τον κινεζικό κολοσσό).

Μοιάζει σαν οι συνθήκες που διαμορφώνει η πολιτική του Τραμπ να εξωθούν τους ενδιαφερόμενους στην επίλυση του γόρδιου δεσμού του Brexit χωρίς περιττά ρίσκα.

Η Γερμανία λ.χ. δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει τη βρετανική αγορά στην οποία διοχετεύεται το ένα τέταρτο της αυτοκινητοπαραγωγής της, όταν σε λίγες εβδομάδες η αυτοκινητοβιομηχανία της κινδυνεύει να αποτελέσει και αυτή αντικείμενο αμερικανικών τιμωρητικών μέτρων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαπραγμάτευση που εγκαινιάζει η παρουσίαση των προτάσεων του Μπόρις Τζόνσον για τα ιρλανδικά σύνορα αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε ο Βρετανός πρωθυπουργός παρουσιάζει την πρότασή του ως τελεσίγραφο, ούτε οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες που στέκονται στις αδυναμίες της έσπευσαν να την απορρίψουν εξαρχής. Άλλωστε ο τελικός λόγος ανήκει στους ηγέτες των εθνικών κυβερνήσεων και όχι στην Κομισιόν που έως τώρα δίνει κυρίως τον τόνο των δημόσιων τοποθετήσεων. (Οι αντιρρήσεις της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον βαθμό που επιβάλλει η αλληλεγγύη της Ε.Ε. στα μέλη της, όχι όμως και μέχρι του σημείου να προκληθεί “ατύχημα” βλαπτικό για τις οικονομίες τους.)

Βέβαια το περίπλοκο και αντιφατικό πλέγμα ρυθμίσεων που προτείνει ο Τζόνσον, σε αντικατάσταση των πολύ απλούστερων ρυθμίσεων του σχεδίου της Τερέζα Μέι, είναι αμφίβολο αν μπορεί να συμφωνηθεί μέσα στις δύο εβδομάδες που απομένουν μέχρι την ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής.

Όμως το συμφέρον τόσο του Τζόνσον όσο και των “27” είναι να υλοποιηθεί (συντεταγμένα) το Brexit στις 31 Οκτωβρίου, εν ανάγκη με παραπομπή των ειδικότερων ρυθμίσεων περί το ιρλανδικό σύνορο στην επόμενη διαπραγμάτευση των δύο μερών κατά την μεταβατική περίοδο, με αντικείμενο τη μελλοντική τους σχέση.

Στον βρετανικό Τύπο, οι θιασώτες του “σκληρού Brexit” ήδη εκφράζουν την ανησυχία τους, υποψιαζόμενοι “υποχώρηση” και “άδειασμα”.

πηγή:Capital.gr 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024