20/05/2024

Οι πυρηνικές βόμβες του Ιντσιρλίκ και το δίλημμα των ΗΠΑ

Σε πονοκέφαλο έχει εξελιχθεί η διατήρηση παλαιού τύπου πυρηνικών βομβών σε ευρωπαϊκές χώρες. Το περιορισμένο στρατιωτικό όφελος και η πολιτική σημασία. Τα σενάρια για εκκένωση της βάσης στην Τουρκία.

 

Η Γερμανία δεν έχει πυρηνικά όπλα, αν όμως ξεσπάσει πόλεμος οι Γερμανοί πιλότοι μπορούν να μπουν στα αεροσκάφη τους, να απογειωθούν από την αεροπορική βάση Μπουσέλ και να ρίξουν πυρηνικές βόμβες στους Ρώσους στρατιώτες σημειώνει ανάλυση του Economist.

H Luftwaffe μπορεί να το κάνει εξαιτίας του πλαισίου διαμοιρασμού πυρηνικών του ΝΑΤΟ, με βάση το οποίο οι ΗΠΑ σιωπηλά τοποθέτησε πυρηνικές βόμβες σε πέντε ευρωπαϊκές χώρες.  Πρόκειται, όπως επισημαίνει το περιοδικό για μια συμφωνία που κρατά εδώ και δεκαετίες, αλλά εσχάτως τίθεται υπό αμφισβήτηση και οι συγκρούσεις που αφορούν μια από τις χώρες που εμπλέκονται, την Τουρκία, κάνουν τα πράγματα χειρότερα.

Το 1950 οι ΗΠΑ μετέφεραν τις πρώτες βόμβες στη Βρετανία. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν συσσώρευσε μεγάλες ποσότητες στην Ευρώπη, φτάνοντας στο ρεκόρ των άνω των 7.000 το 1971. Πολλές ήταν μικρές συσκευές, γνωστές ως «τακτικά» ή «μη στρατηγικά» πυρηνικά όπλα. Μπορούσαν να προκαλέσουν εκρήξεις με απόδοση τόσο μικρή όσο ένα κλάσμα χιλιοτόνου, πολύ μικρότερη από την 15 χιλιοτόνων βόμβα που έπεσε στη Χιροσίμα. Οι μικρότερες εξ αυτών μπορούσαν να χωρέσουν σε μια βαλίτσα.

Σήμερα υπολείπονται περίπου 150, υποστηρίζει ο Economist. Είναι βόμβες ελεύθερης πτώσης B61 που μπορούν να προγραμματιστούν ώστε να έχουν ισχύ από το 1/3 του χιλιοτόνου έως πάνω από 170. Βρίσκονται υπό αμερικανική προστασία εν καιρώ ειρήνης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο με εντολή του Προέδρου, όμως οι ευρωπαίοι πιλότοι εξακολουθούν να εκπαιδεύονται στην χρήση τους. Η Ιταλία και η Τουρκία εκτιμάται ότι έχουν τις περισσότερες, περίπου 60-70 η κάθε μια, με μικρότερους αριθμούς σε Βέλγιο, Γερμανία και Ολλανδία.

Οι βόμβες που ανησυχούν περισσότερο τους αμερικανούς αξιωματούχους είναι αποθηκευμένες σε κρύπτες στη αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ στη νότια Τουρκία, λίγες ώρες οδήγησης μακριά από τα σύνορα με τη Συρία. Κατά το πραξικόπημα του 1960 και ένα διπλωματικό καυγά το 1975, οι ΗΠΑ εξέτασαν την μεταφορά των βομβών. Στη διάρκεια του αποτυχημένου πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν, το 2016, η βάση φιλοξένησε τα ιπτάμενα τάνκερ που επέτρεψαν σε F-16 των στασιαστών να απειλήσουν την Κωνσταντινούπολη και την Αγκυρα. Το καθεστώς Ερντογάν αντέδρασε κόβοντας το ρεύμα και συλλαμβάνοντας τον διοικητή της βάσης.

Όπως γράφει το βρετανικό περιοδικό, το γεγονός σήμανε συναγερμό στην Ουάσιγκτον για την ασφάλεια των συγκεκριμένων όπλων και τον κίνδυνο να μετατραπούν σε «όμηροι» στις δύσκολες σχέσεις των δυο πλευρών. Ανώτεροι αξιωματούχοι στάλθηκαν στο Ιντσιρλίκ και διαπίστωσαν ότι οι βόμβες δεν χρειάζεται να μεταφερθούν. Οι πυρηνικές κεφαλές μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο με συγκεκριμένο κωδικό και τα καταφύγια που βρίσκονται κλείνουν αυτόματα αν διακοπεί το ρεύμα, δίνοντας στις αμερικανικές δυνάμεις τον χρόνο να φτάσουν μαχόμενες στη βάση αν απαιτηθεί. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ εξέτασαν το ενδεχόμενο να τις μετακινήσουν και να τις αντικαταστήσουν με ψεύτικές.

Τα πυρηνικά μεταφέρθηκαν εκτός Ελλάδας το 2001 και εκτός της βάσης Ραμστάιν της Γερμανίας το 2005. Η απόσυρση τους από το Ιντσιρλίκ αν γίνει «άκομψα» θα μπορούσε να χειροτερέψει τις διπλωματικές σχέσεις των δυο χωρών ή ακόμα και να οδηγήσει τον Ερντογάν στην απόφαση να προχωρήσει σε πρόγραμμα απόκτησης πυρηνικών πυραύλων, κάτι το οποίο υπονόησε το Σεπτέμβριο. Θα μπορούσε επίσης να πυροδοτήσει μια ευρύτερη συζήτηση για την παρουσία B61 στην Ευρώπη. Στη Γερμανία για παράδειγμα, η Αγκελα Μέρκελ υπερασπίστηκε την ύπαρξή τους, αλλά μέλη του SPD ζητούν από την προηγούμενη δεκαετία της απόσυρσή τους.

Η διατήρηση των πυρηνικών βομβών είναι περίπλοκη και για τεχνικούς λόγους. Τα μαχητικά που υπάρχουν στην Ευρώπη και είναι σε θέση να φέρουν τις συγκεκριμένες βόμβες πλησιάζουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους, σημειώνει ο Economist. Βέλγιο, Ιταλία και Ολλανδία αγοράζουν F-35 αλλά η Γερμανία απέρριψε αυτό το ενδεχόμενο τον Ιανουάριο. Αυτό εν μέρει έγινε για λόγους σεβασμού προς τη Γαλλία, η οποία θέλει να κατασκευάσει από κοινού με το Βερολίνο ένα μαχητικό επόμενης γενιάς. Η Luftwaffe θα μπορούσε να αποκτήσει F-18 ή ένα παλαιότερο τύπο μαχητικού ικανό να εκτελεί τις συγκεκριμένες αποστολές. Θα μπορούσε επίσης να μετασκευάσει τα ευρωπαϊκά Typhoon ώστε να μπορούν να μεταφέρουν B61. Ωστόσο εκτός από ακριβό και χρονοβόρο κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε ευρωπαϊκή τεχνολογία στους αμερικανούς. Και κανένα από τα παραπάνω αεροσκάφη δεν έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά stealth.

To Ιντσιρλίκ δεν είναι η μόνη πηγή ανησυχίας στο θέμα της ασφάλειας. Το 2008 μια έκθεση της αμερικανικής αεροπορίας συμπέρανε ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές βάσεις που φιλοξενούσαν αυτά τα όπλα δεν πληρούσαν τα στάνταρντ. Περίφραξη, φωτισμός και συστήματα ασφαλείας χρειάζονταν επειγόντως επισκευές. Δυο χρόνια αργότερα διαδηλωτές εισέβαλαν σε βάση στο Βέλγιο και περιφέρονταν επί μια ώρα κοντά στα σημεία αποθήκευσης των B61.

Ωρολογιακή βόμβα

Αφού αυτές οι βόμβες είναι πολιτικός πονοκέφαλος και ευάλωτες γιατί παραμένουν στην Ευρώπη; είναι το ερώτημα που θέτει το βρετανικό περιοδικό. Κάποιοι από τους αναλυτές του ΝΑΤΟ φοβούνται ότι αν η Ρωσία επιτεθεί σε μια συμμαχική χώρα, όπως η Εσθονία και μετά διεξάγει ένα περιορισμένο πυρηνικό χτύπημα για να αποτρέψει μια αντεπίθεση της Δύσης δεν έχει νόημα να αντιδράσει η συμμαχία με «στρατηγικά» όπλα (αυτά που φέρονται σε πυραυλικά συστήματα μεγάλου βελινεκούς και αεροσκάφη και έχουν πολύ πιο μεγάλη καταστροφική ισχύ). Μικρότερες βόμβες, όπως οι Β61 εκτιμάται ότι επιτρέπουν μια αναλογική αντίδραση.

Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο, ωστόσο, ότι ο εχθρός θα εκτιμήσει αυτή την διαφοροποίηση. Και τα στρατιωτικά επιχειρήματα για τις B61 είναι αμφιλεγόμενα για άλλους λόγους. Τα αεροσκάφη, αν δεν έχουν καταστραφεί στο έδαφος, θα δυσκολευτούν να διασπάσουν τις αντιαεροπορικές άμυνες της Ρωσίας. Ετσι, οι ΗΠΑ πιθανότατα θα χρησιμοποιήσουν βομβαρδιστικά stealth ή υποβρύχια εξοπλισμένα με πυραύλους που φέρουν τις νέες χαμηλής απόδοσης πυρηνικές κεφαλές που κατασκευάστηκαν επί προεδρίας Τραμπ. Το ΝΑΤΟ αναγνωρίζει ότι η «υπέρτατη εγγύηση» του προσφέρεται από τις στρατηγικές δυνάμεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας παρά τις B61 που βρίσκονται στην Ευρώπη.

Στην πραγματικότητα, γράφει ο Economist, το σχήμα διαμοιρασμού πυρηνικών είναι περισσότερο πολιτικό παρά πρακτικό. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας απτός και συμβολικός δεσμός μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Οι σύμμαχοι που απολαμβάνουν την πυρηνικής προστασίας των ΗΠΑ πρέπει να μοιραστούν το ηθικό βάρος της χρήσης τους, αλλά και το κόστος πιθανών αντιποίνων. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαίοι έχουν μεγαλύτερο (αν και μέτριο) λόγο στο πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Η εξασφάλιση έρχεται με κόστος. Ο πρόεδρος Ομπάμα εξέτασε την επιστροφή των βομβών στις ΗΠΑ αλλά εν τέλει δεν το αποφάσισε. Αντίθετα, ενέκρινε πρόγραμμα 10 δισ. δολαρίων για την επέκταση του ορίου ζωής τους και την αύξηση της ακρίβειας. Το συνολικό κόστος για τα αμερικανικά «τακτικά» πυρηνικά όπλα θα φτάσει τα 25 δισ. δολάρια μεταξύ 2017 και 2046, περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια το χρόνο.

Και αν η σχέση της Τουρκίας με τους συμμάχους συνεχίσει να καταρρέει οι ευρωπαίοι ίσως αισθανθούν λιγότερο ήρεμοι απ’ ότι φοβισμένοι με τους αρκετούς μεγατόνους οπλισμού που βρίσκονται στο Ιντσιρλίκ.

πηγή:Euro2day.gr 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024