Τι σημαίνει και τι «κόστος» έχει η απόφαση Τραμπ να κόψει τα χρήματα προς τον ΠΟΥ

Γράφει ο Γιώργος Σκαφιδάς 

 

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει, είναι η αλήθεια, «προηγούμενα» με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, όπως άλλωστε και με τους περισσότερους άλλους διεθνείς οργανισμούς (ούτε καν το ΝΑΤΟ δεν έχει γλιτώσει από την κριτική του 45ου Αμερικανού προέδρου), «προηγούμενα» τα οποία όμως… προηγούνται και της πανδημίας του κορονοϊού.

Ήδη πριν από τη γιγάντωση της υγειονομικής απειλής του COVID-19, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ είχε προετοιμάσει ένα σχέδιο προϋπολογισμού για το 2021 το οποίο θα περιόριζε τη συμβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) κατά περίπου 50%: από τα σχεδόν 123 εκατομμύρια δολάρια δηλαδή του 2020… στα 58 εκατομμύρια δολάρια για το 2021.

Η συμβολή των ΗΠΑ στον διετή προϋπολογισμό του ΠΟΥ για την περίοδο 2018-19 δεν ξεπερνούσε το 15% επί του συνόλου των περίπου 4,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων (ήταν κάτι παραπάνω από 400 εκατομμύρια δολάρια). Συγκριτικά, η συνεισφορά της Κίνας για την ίδια περίοδο ήταν κοντά στα μόλις 86 εκατομμύρια δολάρια. Όσο για τον διετή προϋπολογισμό του Οργανισμού, εκείνος πλέον φέρεται να έχει ανέλθει κοντά στα συνολικά 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Διόλου ευκαταφρόνητο το κενό αλλά όχι δυσαναπλήρωτο 

Ως εκ τούτου, με την απόφασή του να σταματήσει να χρηματοδοτεί τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο Ντόναλντ Τραμπ σαφώς και δημιουργεί ένα «κενό», διόλου ευκαταφρόνητο μεν πλην όμως όχι δυσαναπλήρωτο. Είναι πιθανό στο κοντινό μέλλον άλλοι δωρητές (όχι μόνο κράτη αλλά και ιδιώτες με δεδομένο ότι ο ΠΟΥ δέχεται δωρεές και από ιδιώτες) να σπεύσουν εθελοντικά να καλύψουν μέρος του κενού που αφήνουν τώρα πίσω τους οι ΗΠΑ. Τα 100 ή 200 εκατομμύρια δολάρια ετησίως δεν είναι στην πραγματικότητα μεγάλο ποσό. Σημειώνεται, επί παραδείγματι, ότι μεταξύ των μεγάλων χρηματοδοτών του ΠΟΥ ξεχωρίζει και το Ίδρυμα του Μπιλ Γκέιτς και της συζύγου του, Μελίντα (Bill & Melinda Gates Foundation).

Μεσομακροπρόθεσμα ωστόσο, η απουσία των ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει και στην αναδιάρθρωση του Οργανισμού, ενός Οργανισμού που σήμερα μετράει συνολικά 194 κράτη-μέλη, με την όποια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση προφανώς να σχεδιάζεται και να υλοποιείται χωρίς την άμεση εμπλοκή της αμερικανικής κυβέρνησης. Το γεγονός ότι όλες αυτές οι αποσταθεροποιητικές για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας αναταράξεις λαμβάνουν χώρα σε μια περίοδο πανδημίας προφανώς και δεν βοηθάει στην αντιμετώπιση της άμεσης παγκόσμιας υγειονομικής απειλής. Τουναντίον, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι υπονομεύει τη διεθνή προσπάθεια σε μια χρονική στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο ΠΟΥ θα έπρεπε να ηγείται της αντιμετώπισης του COVID-19 κατά τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο.

Τα παράπονα του Τραμπ, ο ρόλος της Κίνας και οι… ευθύνες 

Ψιλά γράμματα τα παραπάνω για τον Ντόναλντ Τραμπ σύμφωνα με τον οποίο, ο ΠΟΥ είναι «ένοχος επειδή συγκάλυψε τις ευθύνες της Κίνας και μαζί το μέγεθος της απειλής επί σειρά αρκετών εβδομάδων, συμβάλλοντας έτσι στην παγκόσμια εξάπλωση του ιού την οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σήμερα». Αυτό είναι όχι το «γράμμα» (όχι τα ακριβή λόγια) αλλά το «πνεύμα» όσων διατυμπανίζει ο Αμερικανός πρόεδρος τις τελευταίες εβδομάδες.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας όντως φαίνεται να αντέδρασε κατά τρόπο βραδυκίνητο και διστακτικό στην περίπτωση της Γουχάν από όπου ξεκίνησε η εξάπλωση του COVID-19 πίσω στα τέλη του 2019. Είναι γεγονός, επί παραδείγματι, ότι θα έπρεπε το ημερολόγιο να δείξει 10 Φεβρουαρίου για να πραγματοποιήσουν οι απεσταλμένοι του ΠΟΥ τις πρώτες αυτοψίες στην Κίνα, με τα κρούσματα ωστόσο εντός της ασιατικής χώρας να έχουν ήδη εν τω μεταξύ ξεπεράσει τα 40.000.

Σε αυτό το πλαίσιο, διακινείται και η άποψη που θέλει την Κίνα – με τις φερόμενες ως αδιαφανείς πρακτικές της – να υπονομεύει τη λειτουργία των διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει. Ο ΠΟΥ, ειδικότερα, έχει όμως δεχτεί έντονη κριτική το τελευταίο διάστημα από τη Δύση και για τη στάση του απέναντι στην Ταϊβάν… με τους επικριτές του να καταγγέλλουν ότι η μερικώς αναγνωρισμένη διεθνώς νησιωτική περιοχή (που δεν ανήκει επισήμως στα Ηνωμένα Έθνη) έχει αποκλείστεί από τις τάξεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας απλώς και μόνο επειδή έτσι επιθυμεί η Κίνα.  

Από εκεί και πέρα ωστόσο, στα μάτια μερίδας αναλυτών αλλά και πολλών πολιτικών του αντιπάλων, προερχόμενων κυρίως από τις τάξεις του Δημοκρατικού κόμματος (ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι ΗΠΑ διανύουν παράλληλα και προεκλογική περίοδο εν όψει της προεδρικής αναμέτρησης του ερχόμενου Νοεμβρίου, με τον Τραμπ να βρίσκεται μάλιστα στις δημοσκοπήσεις πίσω από τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν), ο Τραμπ το μόνο που κάνει πια είναι να προσπαθεί να ρίξει σε άλλους την ευθύνη για τις δικές του αποτυχίες στο εσωτερικό, αποτυχίες τις οποίες άλλωστε έχει παραδεχτεί δημοσίως και ο λοιμωξιολόγος Άντονι Φάουτσι, ο «Τσιόρδας» δηλαδή των ΗΠΑ (τον οποίο ο Τραμπ είχε απειλήσει μάλιστα και να απολύσει). Και όλα αυτά… σε μια περίοδο κατά την οποία οι νεκροί στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πια ξεπεράσει τους 26.000 και συνεχίζουν να ανεβαίνουν… με τη χώρα παράλληλα να μην δύναται ούτε καν να καλύψει πλήρως τις δικές της ανάγκες (σε μάσκες, αναπνευστήρες, ΜΕΘ κ.ά.).  

Εξαπολύοντας τα πυρά του κατά της Κίνας και του ΠΟΥ (λόγω Κίνας), ο Τραμπ ενδεχομένως να θεωρεί ότι έτσι πλήττει το διεθνές προφίλ του Πεκίνου σε μια περίοδο όμως κατά την οποία είναι η Κίνα είναι εκείνη (και όχι η Αμερική) που προμηθεύει ολόκληρη την υφήλιο (των ιδίων των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων) με εκείνα τα απαιτούμενα μέσα θωράκισης (μάσκες κ.ά.) ενάντια στην πανδημία.     

Εάν πιστέψουμε από την άλλη όσα δημοσίευσε η Wall Street Journal μόλις προ διημέρου, στις 13 Απριλίου, τότε ο Τραμπ το σχεδίαζε εδώ και καιρό να μειώσει τα χρήματα που δίνει τον ΠΟΥ ως μέσο πίεσης προκειμένου έτσι να αναγκάσει τον Οργανισμό να… προσλάβει περισσότερους Αμερικανούς (περίπου το 3% των θέσεων εργασίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας καλύπτεται από Αμερικανούς σύμφωνα με τα στοιχεία του 2018).  

Η πολιτική America First ως αδυναμία σε περίοδο πανδημίας 

Η διακοπή της χρηματοδότησης προς τον ΠΟΥ έρχεται, ωστόσο, ως συνέχεια μιας σειράς γεγονότων, με τον Ντόναλντ Τραμπ από την πλευρά του να συνεχίζει, στο βωμό μιας στρεβλά νοούμενης πολιτικής απομονωτισμού τύπου «Πρώτα η Αμερική» («America First»), να διαρρηγνύει τους δεσμούς του με τη διεθνή κοινότητα οδηγώντας τις ΗΠΑ στην απομόνωση.

Υπενθυμίζεται πως επί της προεδρίας του, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποσυρθεί από:

  • τη Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα,
  • τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης JCPOA,
  • την UNESCO,
  • το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών,
  • τη Συνθήκη για την Εξάλειψη των Πυρηνικών Όπλων Μεσαίου και Μικρού Βεληνεκούς INF,
  • το Σύμφωνο Συνεργασίας των δύο πλευρών του Ειρηνικού TPP,
  • την παλαιά Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής NAFTA κ.ά.

Ο απομονωτισμός, ωστόσο, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελέσει επιλογή για μια υπερδύναμη όπως είναι οι ΗΠΑ. Στον αντίποδα, πολλοί είναι εκείνοι οι επιφανείς Αμερικανοί (μεταξύ αυτών και ο ακαδημαϊκός Τσαρλς Κάπτσαν, πρώην σύμβουλος των Ομπάμα και Κλίντον, μέσα από τις σελίδες του Έθνους της Κυριακής) που υπογραμμίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε αυτήν την περίοδο να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή σκηνή, ακόμη και σε συνεργασία με το Πεκίνο, «οδηγώντας» και «συντονίζοντας» την παγκόσμια δράση ενάντια στην πανδημία, ακριβώς για να μην αφήσουν το πεδίο των κινήσεων ελεύθερο προς όφελος άλλων… 

 

πηγή: Έθνος 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2023