29/11/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Περί “ιστορικού σημείου” ή γιατί η Ελλάδα είναι δύσκολο να κατακτηθεί και να διατηρηθεί υπό κατοχή

Γράφει ο ιστορικός Παναγιώτης Γέροντας

Μία μαύρη τρύπα στην Φυσική είναι το σημείο εκείνο του διαστήματος, όπου κάποτε υπήρχε ο πυρήνας ενός γιγάντιου άστρου, ένας πυρήνας που περιείχε περισσότερο υλικό από δυόμισι ηλιακές μάζες και ο οποίος, στην τελική φάση της εξέλιξης του άστρου, έχασε την πάλη του ενάντια στη βαρύτητα, με αποτέλεσμα το υλικό του να καταρρεύσει και να συμπιεστεί περισσότερο ακόμα και από το υλικό ενός αστέρα νετρονίων. Σε μία μαύρη τρύπα, το πεδίο βαρύτητας είναι τόσο ισχυρό που δεν μπορεί να διαφύγουν ούτε καν τα σωματίδια και η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία.

Στο παρόν, θα υποστηριχθεί ότι και στα ανθρώπινα πράγματα και στις πνευματικές καταστάσεις λειτουργούν ιδιότυπα οι νόμοι της Φυσικής. Υπάρχουν δηλαδή πνευματικές καταστάσεις που είναι δύσκολο να ξεπεραστούν από το πνεύμα των ανθρώπου, του κάθε ένα ξεχωριστά αλλά και ολόκληρων συλλογικών ομάδων.

Χαρακτηριστικό του παραπάνω είναι το ψυχικό τραύμα, του οποίου όμως η δομή και η εξέλιξη διαφέρει από το άτομο στη συλλογικότητα. Το τραύμα προέρχεται από το αρχαίο ρήμα τιτρώσκω και στην ιατρική ορίζεται ως «κάθε βίαιη καταστροφή ιστών, εσωτερική ή εξωτερική, ανεξάρτητα από το αίτιο που την προκάλεσε». Μπορούμε να θεωρήσουμε το τραύμα ως μια διακοπή της συνέχειας, μια διακοπή που ο οργανισμός προσπαθεί να «διορθώσει – επουλώσει». Το ίδιο συμβαίνει και στο ψυχικό τραύμα μετά από ένα γεγονός, το οποίο προκάλεσε έντονη ψυχική αναταραχή στο άτομο.

Το συλλογικό τραύμα όμως είναι διαφορετικό, καθώς ενέχει την μεταφορά του ψυχικού τραύματος από αυτόν που βίωσε το γεγονός στους απογόνους του και από εκεί σε όλο το κοινωνικό σύνολο. Σε μελέτες που έγιναν σε ανθρώπους που υπέστησαν το Ολοκαύτωμα αποδείχθηκε ότι οι ψυχολογικές διαταραχές μεταφέρονται και στους απογόνους τους. Αυτό γίνεται διά μέσου της προβολής των εμπειριών στις νεότερες γενιές. Αυτές με την σειρά τους ανακατασκευάζουν με την φαντασία τους τα γεγονότα. Οι απόγονοι των επιζώντων μέσω αυτής της ανακατασκευής μετατρέπονται και αυτοί σε επιζώντες ακόμη και χωρίς την επίγνωση της ταυτότητας τους. Κατ’ επέκταση το τραύμα μπορεί να μεταφερθεί μέσω και ενός «κοινού συστήματος πεποιθήσεων, το οποίο έχει ο γονιός, η οικογένεια ή ακόμη και η κουλτούρα».

Σύμφωνα με τον Wulf Kansteiner, ο οποίος μελέτησε τους απογόνους του Ολοκαυτώματος δεύτερης γενιάς, οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος που υπέφεραν από το «σύνδρομο του επιζώντα» (survivor syndrome) με έναν ευρύ συνδυασμό συμπτωμάτων όπως άγχος, κατάθλιψη, ψυχοσωματικές ασθένειες, ψυχωτική συμπεριφορά, έντονα συναισθήματα ενοχής και διαταραχές στην γνωστική λειτουργία και την μνήμη (αμνησία και σύγχυση του παρόντος με το παρελθόν), μεταφέρουν το ψυχικό τραύμα στα παιδιά τους ή τους συγγενείς τους. Τα παιδιά των επιζώντων, ακόμα και στην περίπτωση που δεν έμαθαν για τις εμπειρίες των γονέων τους, μεταφέρθηκαν σε αυτά τα συναισθήματα του πένθους και της επιθετικότητας των γονέων μέσα από τις χειρονομίες τους, την συναισθηματική τους κατάσταση και τις προσδοκίες τους . Στα παιδιά δόθηκε ο ρόλος των υπερασπιστών των ψυχικά τραυματισμένων γονέων ή ακόμη και του προσωρινού συμβολικού υποκατάστατου των Ναζί εγκληματιών. Τα παιδιά κλήθηκαν να σηκώσουν ένα πολύ βαρύ φορτίο και απέκτησαν μια πολύ στενή σχέση με τους γονείς τους.

Το παραπάνω είχε ως συνέπεια να είναι αδύνατο στο να αναπτύξουν την δική τους προσωπικότητα και να αποχωριστούν τους γονείς τους. Η σχέση με τους γονείς επηρέασε ακόμη και την φαντασία και τα όνειρα των παιδιών. Έχοντας να αντιμετωπίσουν την μυστικοπάθεια των γονέων, τα παιδιά των επιζώντων ανασύνθεσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην φαντασία τους, πράγμα το οποίο ενήργησε τραυματικά στο ψυχισμό τους. Κλήθηκαν να ζήσουν σε δύο ασύμβατους κόσμους. Από την μία αναγνώρισαν την οπτική των γονέων τους για έναν εχθρικό, αφιλόξενο και επικίνδυνο κόσμο, ενώ από την άλλη έπρεπε να ζήσουν σε έναν κόσμο, ο οποίος λειτουργεί με άλλους νόμους και κατοικείται από ανθρώπους με διαφορετικές αξίες. Τα παιδιά των επιζώντων απέκτησαν τα ίδια ψυχικά συμπτώματα με τους γονείς ευρισκόμενα ίσως και σε χειρότερη κατάσταση καθώς οι γονείς είχαν μια ζωή πριν το Ολοκαύτωμα με την οποία μπορούσαν να επανασυνδεθούν.

Η Marion Oliner, ως ψυχαναλύτρια, διακρίνει τους ασθενείς σε δύο κατηγορίες: στην πρώτη είναι αυτοί που έχουν αποτύχει να διαχειριστούν την εσωτερική αντιπαράθεσή τους και εξετάζονται ως ενεργητικά όντα στις ψυχικές δυσκολίες τους, ενώ στην δεύτερη είναι εκείνοι που έχουν θυματοποιηθεί από τα γεγονότα, τα έχουν υπομείνει παθητικά, ενώ η σιωπηρή τους στάση τους έχει αποτρέψει από το να επικεντρωθούν στις αιτίες του προβλήματος . Η ψυχαναλύτρια εξετάζοντας τόσο τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος όσο και τα παιδιά τους, στηρίζεται στην αρχική φροϊδική έννοια της αποπλάνησης (seduction) και στη σχέση της με την τραυματική υστερία. Τα παιδιά των επιζώντων του Ολοκαυτώματος εξετάζουν τις εμπειρίες των γονέων τους σαν να τις έχουν υποστεί οι ίδιοι. Από την άλλη παρατηρείται ότι οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος ως γονείς δυσκολεύονται να δώσουν στοργή στα παιδιά τους, οι περισσότεροι διακρίνονται για το άγχος τους, είναι υπερπροστατευτικοί, αδυνατούν να διαχειριστούν τους αποχωρισμούς, ενώ υπερεκτιμούν τις ικανότητες των παιδιών τους προσδοκώντας από αυτά να εκπληρώσουν όλα όσα χρειάζονται για να δικαιολογήσουν το ότι επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα .

Ένα τραυματικό γεγονός που το έχουν βιώσει πολλά άτομα δημιουργεί ένα μαζικό τραύμα. Το αν αυτό θα γίνει συλλογικό εξαρτάται από τον τρόπο διαχείρισής του. Αν δεν υπάρχει συλλογική διαχείριση του, τότε τα άτομα καλούνται να διαχειριστούν την κατάσταση μόνα τους. Το συλλογικό τραύμα από την άλλη αναφέρεται στις πληγές που έχει υποστεί η ταυτότητα της συλλογικότητας και όχι σε αυτές του κάθε μέλους της κοινότητας.

Τα μέλη της ομάδας, τα οποία έχουν υποστεί ένα τραυματικό γεγονός έχουν την τάση να αποξενώνονται και να έρχονται μεταξύ τους πιο κοντά, διότι μετέχουν των ίδιων εμπειριών. Αυτό γίνεται κατά κύριο λόγο για να μην εισέρχονται στην επώδυνη κατάσταση εξήγησης των εμπειριών τους. Οι κοινές τραυματικές εμπειρίες μπορούν να φέρουν τους ανθρώπους κοντά δίνοντάς τους ένα κοινό σκοπό. Το τραύμα μιας ομάδας ανθρώπων διαλύει το συναίσθημα του ανήκειν στην κοινότητα και αυτό έχει μια μεγάλη πολιτική σημασία επηρεάζοντας όχι μόνο την ομάδα αυτή καθαυτή αλλά και την συλλογική ταυτότητα της μεγαλύτερης κοινότητας στην οποία ανήκει . Αν το συλλογικό τραύμα μιας συλλογικότητας υιοθετηθεί από την μεγαλύτερη κοινότητα ή όχι είναι ένα βασικό στάδιο. Αν υιοθετηθεί, παρέχεται αναγνώριση στην συλλογικότητα των ψυχικά τραυματισμένων ατόμων. Αν όχι, τότε η συλλογικότητα καλείται ή να συνεχίσει η τελικά να διαλυθεί εκ νέου σε ατομικότητες.

Το συλλογικό τραύμα δεν είναι κάτι που υπάρχει από την φύση, αλλά είναι ένα κοινωνικά κατασκευασμένο αποτέλεσμα. Η τραυματική κατάσταση καθορίζεται όχι τόσο από το επώδυνο και το ξαφνικό των πραγμάτων αλλά από την πεποίθηση ότι αυτά έχουν βλάψει την συλλογική ταυτότητα . Το ατομικό αίσθημα ασφάλειας εδράζεται σε δομές συναισθηματικών και πολιτισμικών προσδοκιών. Αυτές οι δομές με την σειρά τους έχουν τις ρίζες τους στην ανθεκτικότητα των συλλογικοτήτων των οποίων είναι μέρος. Το συλλογικό τραύμα δεν είναι απαραίτητα και πολιτισμικό. Για την μετατροπή του σε πολιτισμικό απαιτείται η συμβολοποίησή του και η διάδοσή του σε όλα τα μέλη της εθνικής κοινότητας. Το παραπάνω, επιτυγχάνεται μέσω της λειτουργίας των θεσμών του κράτους, όπως είναι το σχολείο, το μουσείο, οι τελετουργίες κ.α. Αποτέλεσμα της διάχυσης αυτής είναι ότι τα μέλη της κοινότητας μετέχουν του ψυχικού τραύματος χωρίς να αποτελεί προσωπικό τους βίωμα.

Αυτό το οποίο υποστηρίζω εδώ είναι ότι διαχρονικά, όποιος κατακτητής επιβουλεύτηκε ή και  κατέκτησε την Ελλάδα, τελικά ακολούθησε δύο δρόμους: ή ηττήθηκε τόσο βαριά που επηρεάστηκε καθοριστικά η εξέλιξή του ή αφομοιώθηκε. Η Ελλάδα ευρισκόμενη στην νότια «κορυφή» της χερσονήσου του Αίμου δημιουργεί, κατ’ αρχάς μιλώντας μόνο στρατιωτικά – επιχειρησιακά, τεράστιες δυσκολίες κατάκτησης και διατήρησης. Από την άλλη, πολιτισμικά, απαντάται το σπάνιο φαινόμενο υψηλής πυκνότητας ιστορίας να συγκεντρώνεται σε ένα πολύ μικρό γεωγραφικό χώρο. Πρόκειται δηλαδή για ένα, όπως το ονομάζω εγώ, «ιστορικό σημείο». Η βαρύτητα και η σημασία του αρχαίου πολιτισμού που υλοποιείται σε αρχαία μνημεία αλλά και γραπτές καταγραφές, ευρήματα οικιακής χρήσης και εξαπλώνεται σε όλο το γεωγραφικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο, προκαλεί ένα βαθύτατο ψυχικό τραύμα στον κατακτητή, ο οποίος νιώθει ξένος, έπηλυς. Σταδιακά το ψυχικό τραύμα διαχέεται στους απογόνους τους και στο τελικό στάδιο υιοθετείται από την ίδια την κρατική δομή.

Στην ιστορία του Ελληνισμού έχουν γίνει τρομακτικά γεγονότα που αποδεικνύουν την παραπάνω υπόθεση. Πρώτα και κύρια οι Ρωμαίοι. Δεν νομίζω να υπάρχει αλλού στην παγκόσμια ιστορία το φαινόμενο λαός να κατακτά άλλον λαό και βαθμιαία να χάνει την αυτοκρατορία του λόγω της πολιτισμικής υπεροχής του κατακτημένου πολιτισμού. Το πώς το «ρωμαϊκό κράτος» έγινε «ρωμέικο» είναι μια θαυμαστή ιστορία, που οδηγεί σε περίπλοκα μονοπάτια φιλοσοφίας, αν κάποιος την αναγνώσει χωρίς προκαταλήψεις και ιδεολογικές στρεβλώσεις.

Στην Μεσαιωνική εποχή έχουμε την περίπτωση των Φράγκων «γασμούλων» Με την ονομασία Γασμούλοι φέρονταν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τα άτομα – γόνοι που προέρχονταν από μικτούς γάμους μεταξύ Ελλήνων και Φράγκων – Ενετών, φαινόμενο που πρωτοεμφανίσθηκε στη περίοδο της Φραγκοκρατίας. Ετυμολογικά, η ονομασία αυτή προέρχεται εκ της γαλλικής gars, που φέρεται ως αρχαιότερος τύπος του σημερινού garçon, και από τη λατινική mulus, (garsmulus), όπου αρχικά στην Πελοπόννησο και κατ’ επέκταση σ’ ολόκληρη την Ελλάδα σημαίνει νόθος. Παρά ταύτα, στην στρατιωτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι Γασμούλοι φέρονται να συγκροτούσαν ειδικό στρατιωτικό σώμα που λεγόταν «Γασμουλικό» ή «Βασμουλικό» το οποίο και διακρίθηκε σε πολλούς αγώνες. Τέτοιο στρατιωτικό σώμα χρησιμοποίησε και ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος ακόμα και στο Βυζαντινό ναυτικό στην αναδιοργάνωσή του και επάνδρωσή του σε κωπηλάτες που παρέμειναν μέχρι τη διάλυση του αυτοκρατορικού στόλου που συνέβη το 1285. Οι γασμούλοι τελικά αφομοιώθηκαν και υπάρχει και το φαινόμενο του γασμούλου συγγραφέα του «Χρονικού του Μορέως», ο οποίος αν και γράφει στα ελληνικά απεχθάνεται τους Έλληνες και τάσσεται με τους «Φράγκους», πιθανώς ενοχλούμενος για την δική του διαφαινόμενη αφομοίωση.

Όπως λέει και ο Victor Bérard στο «Οδοιπορικό στην Μακεδονία» σε ένα άσχετο αλλά και τόσο σχετικό με το θέμα μας κείμενο:

«Ο Ομογενής (Έλληνας) γνωρίζει την Ευρώπη. Βλέπει τι απόσταση χωρίζει ακόμη τον λαό του από τους δυτικούς λαούς και όλες του οι προσπάθειες τείνουν να καλύψουν την άβυσσο αυτή. Δίνει την περιουσία του στο κράτος, τη διασπείρει στις τέσσερις γωνιές του βασιλείου σε κτήρια, σε ιδρύματα, σε ανασκαφές και σε μουσεία. Αρδεύει τη Θεσσαλία. Ανοίγει τον Ισθμό. Αποξηραίνει την Στυμφαλία και το Φενεό. Χτίζει στρατιωτική σχολή. Χτίζει σχολή Αξιωματικών του Ναυτικού. Φέρνει τορπιλάκατους και θωρηκτά. Δωρίζει επαύλεις στον βασιλιά, ανάκτορα για τα αγάλματα της Ολυμπίας και νοσοκομεία στο Έθνος. Συντηρεί σχολεία στην Ήπειρο. Θεμελιώνει σχολεία στην Μακεδονία. Ξαναχτίζει την Θεσσαλονίκη πάνω στα ερείπιά της. Οικοδομεί Γυμνάσιο στο Μοναστήρι και μητροπολιτικό ναό στα Γιάννινα. Είναι υπηρέτης της Ιδέας και ευεργέτης του Γένους.

Και την πίστη του τίποτα δεν μπορεί να την κλονίσει! Πέρα από τις μιζέριες και τα πισωγυρίσματα του αιώνα, βλέπει να ανεβαίνει με το φωτοστέφανο της δόξας η Ελλάδα που θα την παραλάβουν οι απόγονοι. Ξέρει ότι η Ελλάδα αυτή είναι ακατάλυτη, γιατί είναι η Ιδέα και η Ιδέα είναι αθάνατη, η Δύναμη ποτέ δεν επικράτησε τελικά. Το έδαφος…, οι Πέρσες το κατέκλυσαν, οι Ρωμαίοι το κατέλαβαν, οι βάρβαροι το λεηλάτησαν, οι Λατίνοι το κατέκτησαν. Νορμανδοί σπαθοφοροι και Τούρκοι γενίτσαροι, Άραβες πειρατές και Βενετοί κοντοτιεροι, όλων των ειδών οι δυνάστες πέρασαν απο εδώ και εξαφανίστηκαν ύστερα από βασιλεία εφήμερη και η Ιδέα ξαναγεννιοταν πιο ισχυρή, το Γένος εξακολουθούσε να επιζεί και κάθε αιώνα, από τον Θεμιστοκλή ως τον Κανάρη γεννούσε και έναν καινούργιο ήρωα. Κι αν οι Τούρκοι διαρκέσουν αιώνες ακόμη, κι αν μετά από αυτούς έρθουν οι Βούλγαροι, κι ακόμη κι αν ο Ρώσος εξαπολύσει και αυτός πάνω στην Ανατολή τις ορδές τω Κοζακων του, κι αν η Αυστρία σκαλίζει στις πόρτες τις Θεσσαλονίκης τους νικηφόρους αετούς της, η πάλη της Ιδέας με την Δύναμη είναι αιώνια και το Γένος δεν θα χαθεί ποτέ, καθώς η Ιδέα θα παίρνει αδιάκοπα νέους λαούς και θα τους μετατρέπει σε Έλληνες. Μπορεί η Δύναμη να γνωρίζει ημέρες θριάμβων. Και ο Ξέρξης κατασκήνωσε κάποτε στην Ακρόπολη. Οι ημέρες όμως αυτές είναι μετρημένες από την αιώνια δικαιοσύνη, και τί σημασία έχουν μερικές ημέρες κακουχίας, όταν έχεις μπροστά σου την αιωνιότητα;

Κι άλλους εμείς εφάγαμε!»

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
2021 Copyright © All rights reserved - Geopolitics & Daily News | Newsphere by AF themes.
Πνευματική Ιδιοκτησία Geopolitics & Daily News - 2021