29/11/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Θεωρία του Κατευνασμού:Μια παρεξηγημένη πολιτική ή μια αποτυχία;

An October 1938 Punch cartoon commenting on Chamberlain's Appeasement policies.

Γράφει ο Νικόλαος – Γεώργιος Ιωαννίδης* 


Εισαγωγή

   Η ¨θεωρία¨ των διεθνών σχέσεων δεν είναι μία θεωρία καινούργια στην επιστημονική σκέψη, και σαφώς δεν παρέμενε αμετάβλητη στη πάροδο του χρόνου. Από εποχής του Πελοποννησιακού πολέμου, ο οποίος υπήρξε η αρχή του τέλους της αθηναϊκής ηγεμονίας στην αρχαία Ελλάδα, έχουμε τις πρώτες βάσεις της θεωρίας του πολιτικού ρεαλισμού από τον μέγα ιστορικό Θουκυδίδη . Η θεωρία αυτή του πολιτικού ρεαλισμού, δηλαδή η θεωρία που αναφέρει ότι το διεθνές σύστημα είναι άναρχο και οι δρώντες εντός αυτού συνεχώς μοχθούν για την κατάκτηση αυτού, (εξαιρετικά διατυπωμένο από τον ρεαλιστή Thomas Hobbs: Bellum omnium contra omnes) συνεχίζει να έχει σημαντικά ερείσματα στη διεθνή εξωτερική πολιτική[1]. Από την άλλη, ήδη από το 1900 με το βιβλίο «The great illusion» του Norman Angell και δη με τα 14 σημεία του Αμερικανού προέδρου Woodrow Wilson η κραταιά βάσις της θεωρίας του ρεαλισμού κλονίζεται και ανακύπτει μία νέα θεωρία. Η θεωρία του ιδεαλισμού η οποία υποστηρίζει τη δημιουργία μίας civitas maxima, δηλαδή μίας κοινωνίας απαλλαγμένης από την έννοια των εθνών-κρατών, με συμβατές υποχρεώσεις και δικαιώματα που θα ισχύουν για όλους.[2] [3]  

   Μέσα από τις σχολές αυτές δημιουργήθηκαν πολλαπλές σχετικές θεωρίες οι οποίες προσπαθούν να αναλύσουν και να προβλέψουν τη ροή της διεθνούς πολιτικής, και μία εξ αυτών είναι η πλέον «ξεπερασμένη», κατά πολλούς μελετητές, πολιτική του κατευνασμού. Τι συνέβη όμως και η θεωρία αυτή πια θεωρείται ξεπερασμένη και γιατί έχει συνδεθεί μόνο με τη περίοδο του Μεσοπολέμου; Αυτά θα είναι κάποια από τα ερωτήματα τα οποία θα προσπαθήσουμε να επιλύσουμε στην εργασία αυτή. Όπως θα δούμε καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας η πολιτική αυτή δεν αποτέλεσε παρθενογένεση της εποχής του Μεσοπολέμου, ούτε χρησιμοποιήθηκε ως πανάκεια από κάποιους πολιτικούς άνδρες της εποχής επειδή δεν μπορούσαν να χειριστούν με διαφορετικό τρόπο τις δυσχερείς πολιτικές καταστάσεις. Η ιστορική χρησιμότητα της πολιτικής αυτής ανέρχεται σε χιλιετηρίδες και όσο και να κάνει εντύπωση εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ακόμα και σήμερα. 

 

   Πριν ξεκινήσουμε με την ανάλυση του κυρίως θέματος θα πρέπει να οριοθετήσουμε τον λεγόμενο σκληρό πυρήνα (με βάση την συστημική γεωπολιτική ανάλυση), δηλαδή κάποιες αμετάβλητες κατευθυντήριες βάσεις, οι οποίες θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα το ζήτημα της πολιτικής του κατευνασμού. Πρωτίστως, αφού εξετάζουμε μία συγκεκριμένη πολιτική θεωρία, θα πρέπει να γίνει μία σύντομη αναφορά στις θεωρίες των πατέρων της κλασσικής γεωπολιτικής σκέψης, για να μπορεί ο αναγνώστης αργότερα να συνδέσει τις θεωρίες αυτές με την ιστορική και πολιτική πραγματικότητα. Από τον Σουηδό Rudolf Kjellén, ο οποίος για πρώτη φορά κάνει χρήση του όρου «γεωπολιτική», στους γερμανούς στοχαστές Frıedrıch Ratzel (Lebensraum Theorie ελλ. Θεωρία ζωτικού) και Karl Haushofer (Zeitschrift für Geopolitik ελλ. Περιοδικό για τη γεωπολιτική) μέχρι και τους πατέρες της αγγλοσαξονικής σχολής Sir Halford Mackinder, Alfred Thayer Mahan, και Nicolas J. Spykman, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις σταθερές οι οποίες διέπουν το διεθνές σύστημα, οι οποίες επαληθεύονται με τρομακτική ακρίβεια στη πάροδο του χρόνου.Οι στοχαστές αυτοί ερμηνεύουν το γεωπολιτικό πεδίο ως σταθερά χαρακτηριζόμενο από τη διαμάχη μεταξύ Ηπειρωτικών και ναυτικών δυνάμεων, και βλέποντας τα γραπτά του Halford J. Mackinder μία σημαντικότατη έκφραση ξεχωρίζει:  «Who rules East Europe commands the Heartland: Who commands Heartland commands the WorldIsland: Who commands the WorldIsland commands the fate of the world».[4] Η ρήση αυτή μετεξελίχτηκε σε: « Who controls the Rimland controls Eurasia;Who rules Eurasia controls the destinies of the world» από τον μεταγενέστερο κριτικό του Halford Mackinder, τον Nicolas J Spykman .

 

 

 

Χάρτης 1  Κατανομή του πλανητικού διεθνούς συστήματος κατά τον Halford J. Mackinder

Πηγή: https://bit.ly/2Z6ZrdV

 

 

 


Χάρτης 2 Μετεξέλιξη του μοντέλου του Mackinder από το μοντέλο του Nicolas J Spykman

Πηγή: https://bit.ly/2Z3wFe4

 

   Καθιερώσαμε λοιπόν με τη βοήθεια της κλασσικής γεωπολιτικής δύο συμπεράσματα με τα οποία θα πορευθούμε, Πρώτον το διεθνές γεωπολιτικό παίγνιο αναπτύσσεται αναλόγως με τη συνεχόμενη ρήξη μεταξύ ναυτικών και Ηπειρωτικών δυνάμεων (Αγγλία-Γαλλία, Αγγλία-Ρωσσία, ΗΠΑ-Ρωσσία). Και δεύτερον η γεωγραφική σύσταση του πλανήτη καθοδηγεί την εξωτερική πολιτική των δρώντων που γνωρίζουν να την ερμηνεύουν και η πλειονότητα των θεωριών αυτών περιστρέφονται γύρω από αυτή, με ίσως το πιο τρανταχτό παράδειγμα το Containment Policy, που αναδείχθηκε στη βιβλιογραφία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου μεταξύ της κραταιάς ναυτικής δυνάμεως, ΗΠΑ και της ηπειρωτικής Σοβιετικής Ενώσεως. Η πολιτική του κατευνασμού λοιπόν όπως και όλες οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν ή εφαρμόζονται ακολουθούν τους αμετάβλητους  κανόνες που ορίζει η γεωγραφία.

   Μία τελευταία θεωρία που θα πρέπει να αναφερθεί πριν εμβαθύνουμε στην έρευνα μας είναι η θεωρία του «Balance of power», δηλαδή την ισορροπία της ισχύος εντός του διεθνούς συστήματος. Ας δώσουμε κάποιους ενδεικτικούς ορισμούς περί της θεωρίας της ισχύος για να μπορέσουμε να τη κατανοήσουμε. Η θεωρία αυτή φυσικά όπως και οι υπόλοιπες ερμηνεύονται διαφορετικά ανάλογα με τη κρίση και την ιδεολογική κατάτμηση του εκάστοτε μελετητή. Επί  παραδείγματι κατά τον Stubbs: «Η ισορροπία των δυνάμεων, όπως αυτή ορίζεται, και για όποιες δυνάμεις ήταν απαραίτητη, έπρεπε να στηρίζεται στη διατήρηση της ισορροπίας ώστε ο πιο αδύναμος να μη συνθλίβεται από την ένωση των ισχυρών, αυτή είναι η αρχή η οποία έχει ενοποιήσει την πολιτική πλοκή της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας»[5], ή κατά τον Morgenthau «Η ισορροπία της ισχύος αναφέρεται στη πραγματική κατάσταση κατά την οποία η ισχύς διανέμεται ανά τα διάφορα κράτη σχετική ισότητα»[6] και τέλος κατά τον Claude «Όταν οποιαδήποτε πολιτεία ή συνασπισμός γίνει, ή απειλεί να γίνει, δυσανάλογα ισχυρός, τότε οι άλλες πολιτείες θα πρέπει να το αναγνωρίσουν ως απειλή ως προς την ασφάλεια τους και να λάβουν τα αντίστοιχα μέτρα, ατομικά και από κοινού, για να ενισχύσουν τη δύναμη τους»[7]. Στο διεθνές σύστημα η κατανομή αυτής της ισχύος είναι ζωτικής σημασίας για τη θέση που θα κατέχει το εκάστοτε κράτος στο σύστημα αυτό. Με βάση τη θεωρία αυτή οι διεθνείς δρώντες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Τα κράτη τα οποία υποστηρίζουν το κατεστημένο (Status-quo states), δηλαδή τα κράτη τα οποία είναι ικανοποιημένα με την ήδη υπάρχουσα κατανομή και επιθυμούν να τη διατηρήσουν. Και τα αναθεωρητικά κράτη (Revisionist states) τα οποία προσπαθούν να αλλάξουν τη διεθνή πολιτική.[8]  Στην εργασία αυτή λοιπόν θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε περιστάσεις που η πολιτική του κατευνασμού  εφαρμόσθηκε  πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γιατί απέτυχε σε τέτοιο βαθμό τη δεκαετία του 1930 και εν τέλει αν ακόμα χρησιμοποιείται από τους σημαντικούς θιασώτες της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς πολιτικής σκηνής.  

Η πολιτική του κατευνασμού ανά τους αιώνες

   Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση μας θα πρέπει να δώσουμε έναν ορισμό για το τι είναι η πολιτική του κατευνασμού για να ξέρουμε επ’ ακριβώς τι αναζητούμε. Η πολιτική του κατευνασμού επί της ουσίας είναι: «η πολιτική της διευθετήσεως διεθνών (ή και εσωτερικών) διαμαχών, παραδεχόμενοι και ικανοποιώντας τις αιτιάσεις μέσω της ορθολογικής διαπραγματεύσεως και του συμβιβασμού, κατ’ αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η κατάληξις  μίας ένοπλης συρράξεως, η οποία θα είναι κοστοβόρα, αιματηρή και πολύ πιθανόν επικίνδυνη»[9]. Η τάση αποφυγής του πολέμου και ο συμβιβασμός με άλλα μέσα δεν είναι μια νεότερη τακτική στην εξωτερική πολιτική. Ήδη πριν το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου με τη ναυμαχία της Λευκίμμης και τη μετατροπή της αθηναϊκής συμμαχίας σε αθηναϊκή ηγεμονία ο ιστορικός Θουκυδίδης μας αναφέρει την πρόταση που κατέβαλαν οι Κερκυραίοι στους Κορινθίους για την διευθέτηση της Επιδάμνου. Πιο αναλυτικά αναφέρεται: «Ἐπειδὴ δὲ ἐπύθοντο οἱ Κερκρυραῖοι τήν παρασκευήν, ἐλθόντες ἐς Κόρινθον μετὰ Λακαιδεμονίων και Σικυωνίων πρέσβεων, οὕς παρέλαβον, ἐκέλευον τοὺς ἐν Ἐπιδάμνῳ φρουρούς τε καὶ οἰκήτορας ἀπάγειν, ὡς οὐ μετόν αὐτοῖς Ἐπιδάμνου. Εἰ δέ τι άντιποιοῦνται, δίκας ἤθελον δοῦναι ἐν Πελοποννήσῳ παρὰ πόλεσιν αἷς ἂν ἀμφότεροι ξυμβλῶσιν· ὁποτέρων δ’ ἄν δικασθῇ εἶναι τὴν ἀποικίαν, τούτους κρατεῖν. Ἤθελον δὲ καὶ τῷ ἐν Δελφοῖς μαντείῳ ἐπιτρέψαι. Πόλεμον δὲ οὐκ εἴων ποιεῖν· {…} ἑτοῖμοι δὲ εἶναι καὶ ὥστε ἀμφοτέρους μένειν κατὰ χὠραν, σπονδὰς δὲ ποιήσασθαι ἕως ἄν δίκη γένηται {…}».[10] Όπως γίνεται φανερό οι Κερκυραίοι επέμειναν στην διευθέτηση του ζητήματος αυτού με κάποιου είδους συμφωνία ή ακόμη και με προσφυγή στο μαντείο των Δελφών. Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι οι Κορίνθιοι δεν αποδέχθηκαν τους όρους των Κερκυραίων κάτι το οποίο οδήγησε στην ναυμαχία της Λευκίμμης, κατά την οποία ο στόλος των Κορινθίων ηττήθηκε κατά κράτος από τον Αθηνό-Κερκυραϊκό. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η πλευρά των Κερκυραίων πρότεινε έναν συμβιβασμό και δεν το έκανε επειδή βρισκόταν σε δυσχερέστερη θέση σε σχέση με τον αντίπαλό της, αλλά επειδή δεν επιθυμούσε τον πόλεμο τη συγκεκριμένη περίοδο.

    Με την κατάλυση των πόλεων-κρατών και την ανάδυση των μεγάλων αυτοκρατοριών μπορούμε να συνεχίσουμε να παρατηρούμε τη πολιτική αυτή και φυσικά όχι μόνο στα καθ’ ημάς. Παράδειγμα αυτού είναι η πολιτική που χρησιμοποίησαν οι πρώιμες κινεζικές δυναστείες, και η κυρίως η δυναστεία των Χαν σε σχέση με τη μογγολική αυτοκρατορία των Σιονγκ νου. Η πολιτική αυτή είχε ως σκοπό να παύσει τις λεηλασίες των Σιονγκ νου στα κινεζικά εδάφη και διήρκησε μέχρι και την εποχή του αυτοκράτορος Γου της δυναστείας Χαν (141π.Χ – 87π.Χ).[11] Τη πολιτική αυτή ωστόσο την εφάρμοσε και η  Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κάποιοι μελετητές κάνουν λόγο για πολιτική κατευνασμού στην αυτοκρατορία αυτή ήδη από τα μέσα του έκτου αιώνα με την συμφωνία του 558 μ.Χ μεταξύ του αυτοκράτορος Ιουστινιανού και του αβάρου πρέσβη Κανδίχ. Με την συμφωνία αυτή οι Άβαροι κατάφεραν να εγκατασταθούν κυρίως στη περιοχή του Βορείου Καυκάσου ενώ οι βυζαντινοί κατάφεραν προσωρινά τουλάχιστον να αποφύγουν τον πόλεμο, κάτι το οποίο ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τους βυζαντινούς εκείνης της περιόδου καθότι ήδη ευρίσκονταν σε πόλεμο με τους Πέρσες. Η στάση των Βυζαντινών θα αλλάξει λίγο αργότερα όταν στον θρόνο θα βρίσκεται ο διάδοχος του Ιουστινιανού, Ιουστίνος ο Β.[12] Οι Βυζαντινοί επίσης εφάρμοσαν παρόμοιες πολιτικές κατά τους τελευταίους αιώνες της Αυτοκρατορίας με την εμφάνιση των τουρκικών φυλών, αλλά και με  τους Λατίνους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολιτική που ακολουθήθηκε από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Β’. Κατά τα 40 έτη της βασιλείας και ακόμα λίγο πριν από την εκθρόνιση του από τον εγγονό του Ανδρόνικο τον Γ’ τα έσοδα του ταμείου σχεδόν εξ’ ολοκλήρου ξοδεύονταν σε φόρους στους εχθρούς της αυτοκρατορίας ως προς την αποφυγή του πολέμου ή δίνονταν στους συμμάχους τους για ενίσχυση ενώ το εμπόριο και ακόμα και η σίτιση της βρισκόταν στην μοίρα που θα καθόριζαν τα ιταλικά κράτη.[13] [14] Το 1423 επί παραδείγματι παρότι η Θεσσαλονίκη ευρισκόταν πάλι υπό βυζαντινή κυριαρχία, υπό την ηγεσία του δεσπότη Ανδρόνικου Παλαιολόγου, οι αλλεπάλληλές τουρκικές εισβολές είχαν εξασθενήσει κατά πολύ τον πληθυσμό με αποτέλεσμα ο Αυτοκράτωρ Ανδρόνικος να παραδώσει τη Πόλη στους Βενετούς το ίδιο έτος.[15] Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μία σημαντική διευκρίνιση. Παρότι και τα δύο παραδείγματα που δώσαμε για την βυζαντινή περίοδο μας δείχνουν τη πολιτική του κατευνασμού, το σκεπτικό πίσω από τη κάθε απόφαση είναι πολύ διαφορετικό. Από τη μία ο Ιουστινιανός επέλεξε να κατευνάσει εν μέρει τις αιτιάσεις των Αβάρων επειδή ο πόλεμος σε δύο μέτωπα θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα καταστροφικός. Από αυτό μπορούμε να δούμε ότι ο Ιουστινιανός χρησιμοποιεί τη πολιτική του κατευνασμού περιστασιακά σκεπτόμενος στρατηγικά και ρεαλιστικά, ενώ από την άλλη η πολιτική του Ανδρόνικου του Β’ ήταν μία πολιτική κυρίως φόβου επειδή την περίοδο εκείνη η αυτοκρατορία βρίσκεται λίγο πριν το τέλος της. Βλέποντας κάποια ενδεικτικά παραδείγματα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η πολιτική αυτή προϋπήρχε της περιόδου του Μεσοπολέμου και εφαρμόσθηκε σε διαφορετικές περιόδους με διαφορετικό υπόβαθρο, άρα κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει πως εφαρμόσθηκε και στη περίπτωση της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας. Η υπόθεση αυτή παρότι λογική δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή η Βρεττανική αυτοκρατορία σε σχέση με την Ρωμαϊκή και την Οθωμανική δημιούργησε αποικίες σε όλες τις πλευρές του πλανήτη, αξιοποιώντας το πανίσχυρο ναυτικό της. Φυσικά οι Βρεττανοί ιθύνοντες της διπλωματίας και το Colonial Office γνώριζαν λίαν καλώς ότι στη περίπτωση που ευρίσκοντο, μία πολιτική κατευνασμού θα εκλαμβανόταν και από τους γηγενείς αλλά και από τις άλλες αναθεωρητικές αυτοκρατορικές δυνάμεις, ως σημάδι αδυναμίας. [16] Η σημαντική τομή στην ιστορία των βρεττανικών διεθνών σχέσεων θα επέλθει αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Περίοδος του Μεσοπολέμου

   Όπως γνωρίζουμε η περίοδος του από τα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1930 διακατέχεται από την θεωρία του πολιτικού ιδεαλισμού, τουλάχιστον μέχρι να γίνει φανερή η πρόθεση των μεγάλων αναθεωρητικών δυνάμεων της κεντρικής Ευρώπης. Η τάση αυτή φυσικά και επηρέασε και τη Μεγάλη Βρετανία και παράδειγμα αυτού ήταν το λεγόμενο «Ten year rule» ήδη από τις 15 Αυγούστου του 1919, κατά το οποίο η Αγγλία δε θα συμμετείχε σε κανέναν μεγάλο πόλεμο και δε θα χρησιμοποιούσε εκστρατευτικές δυνάμεις για μία περίοδο 10 ετών.[17] Η απόφαση αυτή ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για την σταδιακή αποδόμηση της Βρετανικής υπεροχής. Στις 27 Ιουλίου του 1927 η απόφαση αυτή μετατράπηκε κατόπιν αποφάσεως του Βρετανικού Cabinet ως εξής: «Θα πρέπει να θεωρηθεί ότι όσον αφορά τους προϋπολογισμούς (εννοείται τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς) ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία δε θα εμπλακεί σε κάποιο Ευρωπαϊκό πόλεμο κατά τη διάρκεια των επόμενων 10 ετών και ότι τα άμεσα σχέδια του στρατού θα πρέπει να βασίζονται στην ετοιμότητα για έναν επιπρόσθετο Ευρωπαϊκό πόλεμο»[18]. Κατά τη διάρκεια των ετών που διήρκησε η πολιτική αυτή, τα τρία όπλα λαβώθηκαν ανεπανόρθωτα με κυριότερο «χαμένο» το στρατό ξηράς[19] [20], κάτι το οποίο είναι απολύτως λογικό καθότι η στρατηγική υπεροχή της αεροπορίας είναι δεδομένη την εποχή εκείνη και το ναυτικό είναι η ραχοκοκαλιά του Βρεττανικού στέμματος. Η πολιτική αυτή άνθισε και βρήκε εύφορο έδαφος και από όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις. Από τη πλευρά των συντηρητικών μία τέτοια πολιτική δημιουργούσε πιθανότητες ελιγμών στο δημοσιονομικό κομμάτι, άρα και μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη, άμεσα συνυφασμένη με το σύστημα του οικονομικού φιλελευθερισμού άρα και άμεσα συνυφασμένη με τη πλειοψηφία των συντηρητικών, ενώ από τη πλευρά της αριστεράς η ταύτιση με την θεωρία αυτή ήταν περισσότερο ιδεολογική παρά πρακτική. Η αριστερά έβλεπε τη θεωρία αυτή ως μία ευκαιρία μαζικών αφοπλισμών άρα ως μία ευκαιρία λιγότερων πολέμων. Το 1935 εν τέλει η πολιτική αυτή εγκαταλείφτηκε και υιοθετήθηκε μία πολιτική επανεξοπλισμού από τη κυβέρνηση του Neville Chamberlain. Από τα μεγαλύτερα λάθη ωστόσο του Chamberlain όπως υποστηρίζει ο Sir Horace Rumbold ήταν ότι ο Chamberlain προσπαθούσε να προβεί σε επανεξοπλισμό ενώ συνέχιζε να ακολουθεί την «οικονομία της ειρήνης.  Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι παρών στις αποφάσεις αυτές ήταν και ο τότε λόρδος του Treasury[21] Winston Churchill, και τάχθηκε υπέρ των αποφάσεων αυτών. Αυτό το αναφέρουμε επειδή όπως θα δούμε στο επόμενο μέρος ο Churchill θα είναι αυτός ο οποίος θα ασκήσει την πιο σκληρή κριτική στην πολιτική Chamberlain, ενώ και ο ίδιος συνείσφερε στο γενικό πρόβλημα της αποδυναμώσεως του στρατού. Στις 19 Μαρτίου του 1937 ο Βασιλεύς Γεώργιος ΣΤ΄ ενέκρινε το νόμο περί αμυντικού δανεισμού κατά τον οποίο κονδύλια της τάξεως των 400 εκατομμυρίων αγγλικών λιρών δόθηκαν στις ένοπλες δυνάμεις, για την ανάπτυξη τους μέχρι και την 31η Μαρτίου του 1942. Αναλυτικότερα αν μελετήσουμε τους αμυντικούς προϋπολογισμούς των ετών αυτών θα δούμε ότι το 1934 ούτε μία λίρα δε δόθηκε στα τρία όπλα κάτι το οποίο αλλάζει από το 1936 όταν το ναυτικό λαμβάνει 33 εκατομμύρια, ο στρατός ξηράς 94 και η Βασιλική Αεροπορία 118. Τα νούμερα από το 36’ και μετά ακολουθούν ανοδική πορεία.[22]  

   Ταυτοχρόνως κάνει εντύπωση είναι ότι κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαδικασιών, παρά το ιδεαλιστικό ρεύμα που διακατείχε την εποχή αυτή, η στάση των νικητών προς τους ηττημένους κάθε τι άλλο ήταν παρά ιδεαλιστική. Η Βρεττανία πιο συγκεκριμένα κατά τη διάσκεψη της συμφωνίας των Βερσαλλιών ακολούθησε τη πολιτική του «exploitation of victory», δηλαδή τη πλήρη εξαθλίωση των στρατιωτικών της αντιπάλων. Κάνοντας το ωστόσο με τρόπο διπλωματικά εξαιρετικό, όπως αναφέρει και ο λόρδος George Curzon τον Ιούνιο του 1921 «Έχουμε, όπως διάβασα το μάθημα του χρόνου, το να κρατούμε αυτά τα οποία έχουμε αποκτήσει, κάποιες φορές ενάντια στη θέληση μας· ;όχι να αδράξουμε οτιδήποτε άλλο· να συμφιλιωθούμε όχι να αψηφήσουμε· να κατευνάσουμε, όχι να κατακτήσουμε.»[23] Ο ίδιος ο λόρδος Curzon ωστόσο αποκαλούσε τον Κάιζερ Γουλιέλμο τον Β’ «άσπονδο εχθρό του κόσμου» και συμφωνούσε με την έποψη του Κλεμανσώ ότι θα έπρεπε να του συμπεριφερθούν «σαν έναν παγκόσμιο εχθρό και επομένως δε θα πρέπει να υπάρχει κανένας τόπος στον οποίο να μπορεί να πατήσει το πόδι του»[24] Ο συνδυασμός της πλήρους αποδυναμώσεως της βρεττανικής πολεμικής βιομηχανίας, με την εξαθλίωση και της συνθήκης των Βερσαλλιών για την πλευρά των ηττημένων και την μεγάλη οικονομική κρίση του 1929, τροχοδρόμησαν τα γεγονότα με τεράστια ακρίβεια το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τέλος Α΄Μέρους 

 

*Ο  Ιωαννίδης Νικόλαος-Γεώργιος είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών με ειδίκευση στις στρατιωτικές σπουδές, την ιστορία και την πολιτική της Μέσης Ανατολής

 

παραπομπές: 

[1] Mcglincey, Stephen, Walters, Rosie, Scheinpflug Christian, «International Relations Theory», E- International Relations Publishing, Μπρίστολ, 2017, σελ 15-21  

[2] Ηρακλείδης, Αλέξης, «Διεθνείς Σχέσεις και Διεθνείς Πολιτική», Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2005 ,Αθήναι, σελ 30-33

[3] Ιωάννης Θ, Μάζης, «Μία ἐφαρμογὴ γεωπολιτικῆς ἀναλύσεως: ἡ περίπτωσις τῆς 28ης Οκτωβρίου 1940», Ετήσιο περιοδικό της εταιρίας ιστορικών σπουδών επί του νεωτέρου ελληνισμού, Αθήναι, 2010-2012, σελ 178-181 

[4] Mackinder J,  Halford, «Democratic Ideals and Reality» Constable Publishers, Λονδίνο, 1942, σελ 106

[5] Sheehan, Michael, «The Balance of Power History and Theory», Routledge, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, 1996, σελ 2

[6] Ibid. σελ 3

[7] Ibid.

[8] Davidson W, Jason, «The Origins of Revisionist and Status-Quo States», Palgrave Macmillan, Νέα Υόρκη, 2006, σελ 1-18

[9] Kennedy M, Paul, «The tradition of appeasement in British Foreign Policy», τόμος 2ος  ,Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 1976 , σελ 195

[10] Θουκιδίδης, «ΙΣΤΟΡΙΑΙ», βιβλίο Α’, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2005, σελ 141-143

[11] Curnui Xiong, Victor, «Historical Dictionary of Medieval China», έκδοση 2η, Rowman and Littlefield, Λονδίνο, 2017, σελ 710

[12] Καρδαράς, Γεώργιος, διδακτορική διατριβή, «Το Βυζάντιο και οι Άβαροι, ΣΤ΄-Θ’ αι.», Ιωάννινα, 2007, σελ 24-34

[13] Σ.Σ Η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε αρχίζει να χάνει την ναυτική της υπεροχή (command of the seas) από το 1082 όταν ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος ο Α’ Κομνηνός δίνει σημαντικά προνόμια στους Γενουάτες και στους Ενετούς.

[14] Nicol M, Donald, «The Last Centuries of Byzantium 1261-1453», 2η έκδοση, Cambridge University Press, Αγγλία, 1993, σελ 152  

[15] Νικολάου, Αικατερίνη, «Βυζαντινολογικά δημοσιεύματα σε ελληνική γλώσσα 1988-1990», Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη, 1990, σελ 345-351

[16] Bellof, Max, «The Dream of a Commonwealth, 1921-1942», τόμος 2ος , Palgrave Macmillan, Λονδίνο ,21 Αυγούστου 1989, σελ 270-271

[17] Kennedy, Paul, «The Rise and Fall of British Naval Mastery», Εκδόσεις Penguin, Λονδίνο,2004, σελ  273

[18] British National Archives, Σύσκεψις του βρεττανικού Cabinet 45 (27), κεφάλαιο «The Basis Of Army Estimates», 27 Ιουλίου 1927, σελ. 8, ευρίσκεται στην ιστοσελίδα:https://bit.ly/2A74jVV,

[19] Bond, Brian, «British Military Policy between the Two World Wars», Οξφόρδη (Clarendon Press), 1980, σελ 210

[20] The National Archives, «REDUCTION IN THE INFANTRY OF THE TERRITORIAL FORCE», 16 Αυγούστου 1921, ευρίσκεται στην ιστοσελίδα: https://bit.ly/2A74jVV

[21] Σ.Σ υπουργός οικονομικών

[22] Ηλιόπουλου Ι, Ηλία «Γεωπολιτική των Θαλασσίων Δυνάμεων Η Γεωγραφία της Βρεττανικής Ισχύος 1815-1956 με Συνεκτίμησή του Ανατολικού Ζητήματος και των Ανταγωνισμών Ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο», εκδόσεις Λειμών, Αθήναι, 2017, σελ. 178-180

[23] Medlicott, William Norton, «British Foreign Policy Since Versailles», Methuen and company Limited, Βόρειο Γιόρκσαϊρ, 1940, σελ 11

[24] Ibid σελ 12-13

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
2021 Copyright © All rights reserved - Geopolitics & Daily News | Newsphere by AF themes.
Πνευματική Ιδιοκτησία Geopolitics & Daily News - 2021