Μια νέα αεροναυτική αρχιτεκτονική ατσαλώνει την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας

Views of the ships participating in the SNMG2 exercise taking place in the Aegean Sea north Of Crete.

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς *

 

Η Μεσόγειος δεν υπήρξε ποτέ, εννοιολογικά ή πολιτικά, ένας ομοιογενής και οργανικός χώρος. Από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, τα περικυκλωμένα παράκτια έθνη κοιτούσαν τη γειτονιά τους μέσα από τους φακούς μιας συνεργατικής ευρωμεσογειακής περιοχής, επιδιώκοντας να επεκτείνουν τις νόρμες, τους κανόνες και τις αξίες τους μέσω της ανάπτυξης ήπιας ισχύος, από το εμπόριο και τη βοήθεια, μέχρι τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και τον πολιτικό διάλογο. Σήμερα, αντίθετα, υπάρχει ένας μεγάλος ανταγωνισμός ισχύος που διχάζει την περιοχή μεταξύ της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, ειδικά στην ανατολική Μεσόγειο, δίνοντας μεγάλη προτεραιότητα στην τελευταία έναντι της πρώτης στη διπλωματική και στρατιωτική προσέγγιση και βλέποντας την μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής σχέσης, των εθνών της ΕΕ και των συμμάχων του ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, το αραβικό κρατικό σύστημα της περιοχής βρίσκεται σε αντιπαράθεση, με πολλά (αν όχι τα περισσότερα) κράτη να παρουσιάζουν υπαρξιακές αδυναμίες ή να έχουν καταρρεύσει εντελώς. Η κρατική ευθραυστότητα έχει δημιουργήσει περιοχές περιορισμένης κρατικής υπόστασης, στις οποίες έχουν παρέμβει εναλλακτικές μορφές διακυβέρνησης –από πολιτοφυλακές έως διεθνείς παράγοντες στην κοινωνία των πολιτών– και στις οποίες οι ξένες δυνάμεις έχουν αναμιχθεί. Μέσω τέτοιων παρεμβάσεων, οι παγκόσμιες και περιφερειακές αντιπαλότητες έχουν επιδεινωθεί και έχουν βρει γόνιμο έδαφος. Όλες οι μεγάλες παγκόσμιες και περιφερειακές συγκρούσεις παρουσιάζονται τώρα με τραγικό τρόπο στην περιοχή: από την αντιπαράθεση Ρωσίας-Δύσης και Ισραήλ-Ιράν στη Συρία, μέχρι τις εντάσεις Τουρκίας-Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, από τον αγώνα Τουρκίας-ΗΑΕ/Αιγύπτου για το πολιτικό Ισλάμ στη Λιβύη, τη σύγκρουση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη ή τον Αραβικό κόλπο και τον ισραηλινό σκεπτικισμό για την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν.

Επίσης, η ενέργεια έχει γίνει ένας πληρεξούσιος της αντιπαράθεσης –όπως φαίνεται στη διαμόρφωση του Φόρουμ Φυσικού Αερίου East Med από το οποίο αποκλείεται η Τουρκία– και η παράνομη μετανάστευση έχει γίνει τόσο δραματική συνέπεια της ευθραυστότητας και των συγκρούσεων, όσο και ένα εργαλείο μέσω του οποίου οι χώρες προέλευσης και διέλευσης καταπολεμούν την Ευρώπη. Η μόνη διαφορά που φαίνεται να έχει μειωθεί προσωρινά είναι η αραβοϊσραηλινή, με τις συμφωνίες του Αβραάμ να αποκρυσταλλώνουν την ομαλοποίηση μεταξύ του Ισραήλ και ορισμένων αραβικών κρατών.

Κατά συνέπεια, η περιοχή έχει γίνει πολύ πιο πορώδης από ό, τι ήταν κάποτε. Έχει καταστεί αδύνατο να διαβαστούν οι συγκρούσεις στη Μεσόγειο μεμονωμένα, καθώς περιφερειακές δυνάμεις όπως η Λιβύη, η Αίγυπτος, ο Λίβανος, το Ισραήλ, η Κύπρος, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία και η Τουρκία σταθμίζουν τις αντιδράσεις τους σε ολόκληρη την περιοχή. Ομοίως, η παράνομη μετανάστευση, η ενέργεια, η ασφάλεια, η τρομοκρατία και η δυναμική του κλίματος έχουν δημιουργήσει αδιάλυτους δεσμούς με την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Η θαλάσσια ισχύς πλέον είναι η απεικόνιση της ανανεωμένης φιλοδοξίας των παρακτίων κρατών να παίξουν ρόλο στον αυξανόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό στη θάλασσα της Μεσογείου. Αυτή η στροφή προς τη δημιουργία υψηλής έντασης είναι αισθητή στα περισσότερα ναυτικά της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Η προετοιμασία για ναυτικές αποστολές υψηλών επιχειρησιακών απαιτήσεων με επιχειρήσεις υψηλής έντασης είναι πλέον «αναγκαιότητα» και έχει γίνει πρόσφατα το κύριο μέλημα για αυτές τις χώρες, καθώς ανησυχούν ότι η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων —είτε στον Βόρειο Ατλαντικό, στη Μεσόγειο Θάλασσα ή στον Ινδο-Ειρηνικό— θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ευημερία τους, καθώς και τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας. Αυτές οι ανησυχίες είναι ακόμη πιο πιεστικές σήμερα καθώς η Ρωσία εξαπολύει δυσοίωνα μηνύματα με ναυτικούς ελιγμούς εν μέσω εντάσεων για την Ουκρανία, και η Τουρκία απειλεί σε καθημερινή βάση τον Ελληνισμό. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα απαιτήσει σημαντική διεύρυνση μιας συνεργατικής προσέγγισης μεταξύ των παρακτίων χωρών της Μεσογείου.

Ο Ελληνισμός συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο αυτές τις προκλήσεις και την ανάγκη να επικεντρώσει εκ νέου τις αεροναυτικές δυνάμεις σε σενάρια υψηλής έντασης. Έχουμε αναγνωρίσει ότι η πιθανότητα σύγκρουσης με την Τουρκία δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί, επιμένοντας κυρίως στις απειλές που θέτει. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στοχεύουν επομένως να προετοιμαστούν για «σενάρια εμπλοκής σε μια μεγάλη σύγκρουση», ιδίως με την ενίσχυση της «ικανότητάς τους για κοινή συλλογική μάχη» και με τη δημιουργία «επαρκούς κρίσιμης μάζας».

Παρά αυτές τις φιλοδοξίες, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε πολλά εμπόδια που θέτουν το Πολεμικό Ναυτικό υπό πίεση:

Πρώτον, αυτού του είδους η αλλαγή δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Παρά το γεγονός απόφασης να διαθέσουμε τα απαιτούμενα χρήματα, η διαδικασία σχεδιασμού και κατασκευής πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών μπορεί να διαρκέσει και να παρουσιάσει σημαντικές καθυστερήσεις.

Δεύτερον, η πατρίδα μας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η δαπανηρή ανανέωση των αεροναυτικών δυνάμεων θα αποτελέσει άλλον έναν περιορισμό για τη μελλοντική επισκευαστική ικανότητα και τα σχέδια εκσυγχρονισμού τους.

Εξ’ αιτίας αυτού του πλαισίου, αναγκαζόμαστε να κάνουμε αγωνιώδεις συμβιβασμούς, δίνοντας συχνά προτεραιότητα στην ποιότητα (π.χ. ταχύτητα, εμβέλεια, αξιοπιστία, επιβίωση, οπλικά συστήματα, πύραυλοι) σε βάρος της ποσότητας (π.χ. αριθμός πλατφορμών, προσωπικού και οπλισμού). Αναγνωρίζουμε τους κινδύνους αυτού του προσανατολισμού και προσπαθούμε να μετριάσουμε ορισμένες από αυτές τις ελλείψεις επενδύοντας σε μη επανδρωμένα σκάφη αέρος, επιφανείας και υποβρύχια. Ωστόσο, αυτά τα προγράμματα βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν θα προσφέρουν απτές δυνατότητες στο εγγύς μέλλον.

Ομολογουμένως, ακόμη και τα ναυτικά των μεγάλων δυνάμεων αντιμετωπίζουν παρόμοια διλήμματα. Ωστόσο, αυτές οι εντάσεις είναι ακόμη πιο πιεστικές για εμάς. Η πιο απλή λύση στην πρόκληση είναι περισσότερες αμυντικές δαπάνες, αλλά η βέλτιστη και πιο σημαντική είναι μια πιο συλλογική δράση, είτε στο πλαίσιο της ΕΕ ή ad hoc. Ακόμη και όταν ολοκληρωθεί η παραλαβή των νέων αεροσκαφών και προσκτηθούν οι νέες φρεγάτες και κορβέτες, εκτιμάται πως ο Ελληνισμός δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει χωρίς συνεργασία σε μια σύγκρουση υψηλής έντασης στη Μεσόγειο Θάλασσα.

Αλλά αν ο Ελληνισμός αποφασίσει να επενδύσει καλύτερα, στη συνεκπαίδευση και στη συμμαχική δράση, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Εννοώ ότι ο προσανατολισμός μας χρειάζεται ένα νέο τρίπτυχο:

Πρώτον, να επιδιώξουμε περισσότερες κοινές προμήθειες και συμπαραγωγές με τους συμμάχους. Με βάση τον αμυντικό σχεδιασμό και αξιοποιώντας τους μηχανισμούς χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ενισχύσουμε τη βιομηχανική συνεργασία.

Δεύτερον, να συντονίσουμε τις αεροναυτικές αναπτύξεις δυνάμεων, με μια νέα αρχιτεκτονική των Στόλων. Όπως γνωρίζουμε έχουμε ήδη ξεκινήσει κοινές αποστολές στη Μεσόγειο Θάλασσα, ωστόσο, απαιτείται επίτευξη ενός μηχανισμού «συντονισμένης θαλάσσιας παρουσίας». Αυτός ο συντονισμός θα μπορούσε να ενισχυθεί με την καλύτερη πρόσβαση των συμμαχικών δυνάμεων στις αντίστοιχες ναυτικές βάσεις που βρίσκονται στην περιοχή. Αυτή η αμοιβαία πρόσβαση θα διευκόλυνε και θα συντηρούσε την προβολή ισχύος σε μακρινές περιοχές.

Τρίτον, οι αεροναυτικές μας δυνάμεις να επιχειρούν συλλογικά για βελτίωση της ετοιμότητάς τους με σκοπό να ανταποκριθούν σε καταστάσεις υψηλής έντασης μέσω κοινού επιχειρησιακού σχεδιασμού και ενός ισχυρού προγράμματος ασκήσεων. Βέβαια δεν νοείτε μόνο εξάσκηση των δεξιοτήτων και της εξοικείωσης που θα αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας στη μάχη, αλλά και εκπομπή γεωστρατηγικών σημάτων ικανότητας, πρόθεσης και αλληλεγγύης.

Η εξέλιξη αυτών των θεμάτων δεν θα συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Ωστόσο, ξεκινώντας με σοβαρότητα στο στρατηγικό επίπεδο και οδηγώντας σε καλά στοχευμένες προμήθειες καθώς και αυξανόμενη προσοχή σε απαιτητικές ασκήσεις, μπορούμε να ατενίσουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Εξίσου σημαντικό, αν όχι το σημαντικότερο, είναι και το ζήτημα της πολιτικής βούλησης. Δεν είναι δεδομένο ότι όλες οι χώρες, θα υποστηρίξουν την εμπλοκή τους σε δύσκολες καταστάσεις, ιδιαίτερα σε μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Ωστόσο η επιχειρησιακή προετοιμασία για σενάρια υψηλής έντασης είναι ο η αρχή της προβολής ισχύος.

 

*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, είναι μέλος και ερευνητής του Ινστιτούτου για την Εθνική και Διεθνή Ασφάλεια.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2023