Ο πόλεμος της Ουκρανίας θα αναδιαμορφώσει την επιρροή της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο και την Αφρική

Marc Pierini
Carnegie Middle East Center

Είναι πολύ νωρίς για να κάνουμε εικασίες για το πού θα σταματήσει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Αλλά είναι ήδη σημαντικό να κοιτάξουμε πέρα από τον ορίζοντα και να αναλύσουμε τον ρόλο που η Ρωσία θα μπορέσει να διαδραματίσει στις περιοχές στα νότια της.

Την ώρα που γραφόταν το κείμενο, η Ρωσία αντιμετώπιζε μια άνευ προηγουμένου αντίδραση από τις δυτικές χώρες σχετικά με την εισβολή της στην Ουκρανία και την μαζική καταστροφή που έχει επιφέρει. Αυτό περιλαμβάνει οικονομική, στρατιωτική και ανθρωπιστική στήριξη στην Ουκρανία, κινήσεις για τη διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθειών μακριά από τη Ρωσία, τον αποκλεισμό των ρωσικών τραπεζών από το διεθνές οικονομικό σύστημα, τη διακοπή των περισσότερων αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών από και προς τη Ρωσία, την απόφαση μεγάλων επιχειρήσεων να αναστείλουν τις δραστηριότητες τους στη Ρωσία ή με τη Ρωσία, και μια ενίσχυση των μηχανισμών και των πολιτικών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής ένωσης. Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν θα οδηγήσει σε μια άμεση επίλυση των υποκείμενων ζητημάτων που συνδέονται με την Ουκρανία.

Ας εξετάσουμε ένα σενάριο στο οποίο η σημερινή στάση της Ρωσίας θα παραμείνει ως έχει μακροπρόθεσμα -με την αυταρχική δομή εξουσίας να εμπλέκεται σε μόνιμη αντίπαλη σχέση με τις δυτικές χώρες και το ΝΑΤΟ, χωρίς να αποτελεί μέρος των συμφωνιών Ανατολής-Δύσης. Οι συνέπειες θα ήταν τεράστιες. Όχι μόνο ο δυτικός κόσμος θα έπρεπε να επανεξετάσει πολλές από τις πολιτικές του, αλλά χώρες στα νότια της Ρωσίας θα έπρεπε να συνυπολογίσουν τις αλλαγές και τις ανακατατάξεις που προκύπτουν από την εισβολή στην Ουκρανία. Πέντε βασικές συνέπειες έρχονται στο μυαλό.

Πρώτον, το πολιτικό “brand” ή “μοντέλο” της Ρωσίας πιθανώς θα παραμείνει ελκυστικό για αρκετούς ηγέτες στα κράτη της Μέσης ανατολής της Μεσογείου -ιδίως τη Συρία, καθώς και τις υποσαχάριες χώρες της Αφρικής, συμπεριλαμβανομένης της Δημοκρατίας της Κεντρικής Αφρικής και του Μάλι, και ως ένα βαθμό και την Τουρκία. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα γεωπολιτικά συμφέροντα μεγαλύτερων παραγόντων -όπως η Κίνα, τα κορυφαία κράτη στον Περσικό Κόλπο και η Ινδία- θα διευκολύνουν τις ρωσικές δυνάμεις, αν δεν τις υποστηρίξουν ενεργά. Μια Ρωσία που ενσαρκώνει αντιδυτικές συμπεριφορές, θα μπορούσε κάλλιστα να παραμείνει μια πολιτική άγκυρα ή τουλάχιστον ένας όχι εύκολος, αλλά πολύτιμος εταίρος. Εξάλλου, για να παραμείνουν στην εξουσία, ορισμένα καθεστώτα καταφεύγουν σε φίμωση των πολιτικών τους αντιπάλων, στην παρενόχληση των ΜΜΕ και των ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών, σε έλεγχο της δικαιοσύνης, και στη διεξαγωγή μαχών πληροφόρησης βασισμένοι σε ψευδείς αφηγήσεις. Αυτό είναι το brand της Ρωσίας.

Μια δεύτερη συνέπεια είναι η σημαντική ενίσχυση της ενότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προκλήθηκε από την αλόγιστη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Σε μόλις δύο εβδομάδες, Η ΕΕ κατάφερε να προχωρήσει σε μια πολιτική ενεργειακής διαφοροποίησης μακριά από τη Ρωσία και σε ξένες πωλήσεις όπλων. Το πιο σημαντικό, τα κράτη-μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων αυτών των κυβερνήσεων που είναι πιο κοντά στη Μόσχα, έχουν παραμείνει ενωμένα στην αντίδραση τους στην εισβολή της Ρωσίας. Σε λίγες ημέρες για παράδειγμα, η Γερμανία ολοκλήρωσε μια εδώ και δεκαετίες εσωτερική συζήτηση για την αυξημένη στρατιωτική χρηματοδότηση. Επιπλέον, η πολιτική επιρροή της Ρωσίας στα πολιτικά κόμματα της Ευρώπης, έχει μειωθεί δραστικά.

Αυτές οι εξελίξεις θα αναδιαμορφώσουν τις σχέσεις γύρω από τη Μεσόγειο, στα Δυτικά Βαλκάνια και στην Υποσαχάρια Αφρική. Θα έχουν επιρροή στις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, στο δίκτυο συμφωνιών που βασίζονται σε αξίες, ενδεχομένως ακόμη και στη μελλοντική τους διεύρυνση. Η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους συνεργασία, είτε μέσω κοινών ασκήσεων, δικαιωμάτων, συνεργασίας στην αντιτρομοκρατία ή της κοινής παραγωγής εξοπλισμού.

Τρίτον, η Ρωσία και η Δύση αναμένεται τώρα να διαφωνήσουν με περισσότερη ένταση στα Ηνωμένα Έθνη, με τις χώρες εκτός της δυτικής τροχιάς να καλούνται να επιλέξουν πλευρές. Πολλά ερωτήματα θα γίνουν πιο έντονα και ο πόλεμος πληροφοριών θα κλιμακωθεί. Ήδη, ο διάλογος ΝΑΤΟ-Ρωσίας έχει σταματήσει και η Μόσχα έχει αποσυρθεί από τις συναντήσεις του Ευρωπαϊκού Συβουλίου. Η αφήγηση της για μια ηθικά διεφθαρμένη, παρακμάζουσα Ευρώπη θα εξακολουθεί να έχει αντίκρυσμα στον κόσμο, μόλις καταγραφούν πλήρως οι φρίκες της εισβολής στην Ουκρανία;

Τέταρτον, οι χώρες της Μέσης Ανατολής της Μεσογείου και της Αφρικής, θα αντιμετωπίσουν σημαντικές συνέπειες. Το κόστος των εισαγωγών δημητριακών τους θα αυξηθεί. Οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για -ας πούμε- τους ειρηνευτικούς διακανονισμούς στη Σύρια ή στη Λιβύη, θα περιλαμβάνουν έναν σκληρότερο ανταγωνισμό για υποστήριξη από τρίτες χώρες. Και η Μόσχα πιθανότατα θα αυξήσει την προώθηση των συμφερόντων της μέσω της ανάπτυξης ιδιωτικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, στρατιωτικών πωλήσεων, και δικαιωμάτων για αεροπορική και ναυτική βάση.

Πέμπτον, η Τουρκία θα αντιμετωπίσει τα δικά της ζητήματα σε μια περίοδο που έχει ξεκινήσει μια εκτεταμένη εκστρατεία για την αποκατάσταση των διπλωματικών της σχέσεων και διεξάγει συνομιλίες υψηλού επιπέδου με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, την Αρμενία, το Ισραήλ και την Ελλάδα. Βραχυπρόθεσμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία θα προσπαθήσει να διατηρήσει όσο το δυνατό, μια ισορροπία στους δεσμούς της με τη Ρωσία και την Ουκρανία, και να προωθήσει τον πιθανό ρόλο “διαμεσολάβησης” της (μέχρι στιγμής μόνο διευκολυντικός ρόλος).

Ωστόσο, δεδομένης της εσκεμμένης βίας έναντι Ουκρανών αμάχων και των αστικών υποδομών, η διατήρηση των θερμών σχέσεων με τη Μόσχα θα καταστεί αναπόφευκτα προβληματική. Σε ένα σενάριο όπου η σημερινή Ουκρανία θα σβηστεί από τον χάρτη, η Τουρκία θα έρθει αντιμέτωπη με μια νέα Ρωσία, που θα κυριαρχεί πλήρως στη Βόρεια Ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ενισχύοντας τη ναυτική της βάση στη Σεβαστούπολη, ελέγχοντας τρένα τρίτο των εξαγωγών σιτηρών παγκοσμίως και περισσότερο από ποτέ, ασκώντας εξουσία μέσω της προμήθειας πετρελαίου και αερίου.

Στον αμυντικό τομέα, και εκτός και αν συμβεί κάτι δραστικό, το αμυντικό πυραυλικό σύστημα S400 που παραδόθηκε στην Τουρκία το 2019, θα παραμείνει πλήρως εξαρτώμενο από τη Ρωσία για εκπαίδευση, συντήρηση και ανεφοδιασμό. Αυτό θα είναι μια βασική ευθύνη σε μια διαρκή αντιπαράθεση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ τα επόμενα χρόνια. Ο εκσυγχρονισμός της τουρκικής αεροπορίας θα αποτελέσει επίσης μια πρόκληση, καθώς η Άγκυρα θα χρειαστεί να βρει μια εναλλακτική λύση για τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα μαχητικών stealth των ΗΠΑ, F-35.

Ομοίως, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936 για τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω των Στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου, η Ρωσία μπορεί να επιδιώξει να τροποποιήσει τη Συνθήκη. Επιπλέον, η Τουρκία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυξανόμενες δυσκολίες στις συναλλαγές της με τη Ρωσία σχετικά με τη Συρία.

Συνολικά, αντιμέτωπες με το σενάριο μιας μόνιμα αντίπαλης Ρωσίας, ορισμένες χώρες στα νότια της Ρωσίας θα βρεθούν αντιμέτωπες με δύσκολες επιλογές σε μια τεράστια ποικιλία τομέων -επισιτιστική ασφάλεια, εμπόριο, ενεργειακές προμήθειες, προμήθειες όπλων και στρατιωτικές συμμαχίες. Τελικά, θα μπορούσαν να οδηγηθούν να επιλέξουν μεταξύ της πολιτικής ευθυγράμμισης με τη Ρωσία (το οποίο θα υποδήλωνε απολυταρχικό καθεστώς) και καλές σχέσεις με τη Δύση (που θα σημαίνει δημοκρατία).

*Ο Πιερίνι είναι  μελετητής στο Carnegie Europe, όπου η έρευνά του επικεντρώνεται στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Τουρκία από ευρωπαϊκή προοπτική.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2023