16/04/2024

Τα διλήμματα ασφαλείας και η επίσκεψη σε Ελλάδα και Τουρκία του Αμερικανού ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς* 

 

Εισαγωγή

Τις τελευταίες δεκαετίες, οι αναθεωρητικές τάσεις και οι επιδιώξεις της Τουρκίας να ενισχύσει την στρατιωτική της ισχύ θεωρείται ολοένα και περισσότερο ως μια σημαντική απειλή για την ασφάλεια από τις περισσότερες γειτονικές χώρες, ειδικά τον Ελληνισμό (Ελλάδα-Κύπρος). Τόσο οι πολιτικοί αξιωματούχοι όσο και οι κύκλοι αναλυτών έχουν αναλύσει τη συμπεριφορά της Τουρκίας ως μια σημαντική απειλή για την ασφάλεια του μέλλοντος στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου.

Στο μνημειώδες έργο του Θουκυδίδη (Πελοποννησιακός Πόλεμος) διακρίνουμε τη μελέτη της θεωρίας του επιθετικού ρεαλισμού που προσπαθεί να προσδιορίσει και να εξηγήσει τη συμπεριφορά της ανερχόμενης δύναμης και προβλέπει έντονο ανταγωνισμό ασφάλειας μεταξύ των αναθεωρητικών κρατών που αυξάνουν την ισχύ τους και των αντιπάλων τους καθώς και την απειλή πολέμου μεταξύ αυτών των ανταγωνιστικών δυνάμεων.

Μια απόδειξη της θεωρίας του επιθετικού ρεαλισμού είναι η συμπεριφορά της Τουρκίας η οποία επιδεικνύει αναθεωρητικές τάσεις, και ενεργεί επιθετικά προς τον Ελληνισμό επιχειρώντας στρατικοποίηση της πολιτικής με τη μεγιστοποίηση της σκληρής ισχύος. Εν ολίγοις, συνεπάγεται ο καθορισμός ότι η Τουρκία επιδεικνύει αναθεωρητικές τάσεις. Εάν η συμπεριφορά της Τουρκίας στην εξωτερική πολιτική εξηγείται από τη θεωρία του επιθετικού ρεαλισμού, τότε υπάρχει μια εναλλακτική θεωρία που μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά της Ελλάδας. Η συμπεριφορά της Ελλάδας μπορεί να εξηγηθεί κάπως μέσω του αμυντικού ρεαλισμού, ο οποίος δεν βλέπει μια σύγκρουση μεταξύ των αντιπάλων δυνάμεων ως αναπόφευκτη με τη χρήση της έξυπνης ισχύος.

Επιθετικός έναντι αμυντικού ρεαλισμού και πολιτική ίσων αποστάσεων

Οι μελετητές που χρησιμοποιούν τη θεωρία της μετάβασης εξουσίας ή τον επιθετικό ρεαλισμό για να εξετάσουν την πολιτική της Τουρκίας, προβλέπουν ένα μέλλον όπου μια μεγάλη σύγκρουση, ακόμη και ένας πόλεμος είναι αναπόφευκτα. Η θεωρία της μετάβασης εξουσίας προβλέπει σύγκρουση ως αποτέλεσμα μιας ανερχόμενης δύναμης που αντιμετωπίζει μια κυρίαρχη δύναμη όπου η πρώτη είναι πρόθυμη να αναδιαμορφώσει τους κανόνες του συστήματος και του θεσμού με τη βία, προκειμένου να αλλάξει το status quo.

Άλλοι, υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος είναι απίθανος λόγω της στρατιωτικο-διπλωματικής ενίσχυσης από τη συμφωνία δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων με τις ΗΠΑ και τις τελευταίες αμυντικές συμφωνίες με εταίρους και αμυντικούς συνεργάτες που συνήχθησαν από την Αθήνα. Το επιχείρημά τους είναι ότι, ενώ το διεθνές σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό ασφάλειας και αναρχία, δεν θα καταλήξει σε πόλεμο. Αυτό δικαιολογούν ότι συμβαίνει λόγω αλληλεξάρτησης και κατοχυρωμένου συμφέροντος τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Τουρκία, οποιοσδήποτε ανταγωνισμός για την ασφάλεια θα περιοριστεί σε μια κρίση θερμού επεισοδίου.

Επίσης υπάρχουν φωνές, κυρίως της γερμανικής ηγεσίας και του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Στόλτεμπεργκ, που υποστηρίζουν ότι η συμπεριφορά της Τουρκίας δεν θα οδηγούσε απαραίτητα σε πόλεμο, καθώς θεωρούν ότι η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη με δυτικό προσανατολισμό έχει μια απήχηση προς την Τουρκία και ως εκ τούτου είναι εύκολο να ενταχθεί η Άγκυρα.  Ουσιαστικά υποστηρίζουν ότι μια Τουρκία με ευρωπαϊκή προσήλωση θα προσαρμοστεί στο υπάρχον σύστημα. Έτσι, η δυτική τάξη πραγμάτων θα ισχυροποιηθεί και θα υπάρξει ειρηνική συμφωνία.

Στρατιωτικές και Διπλωματικές ενέργειες του Ελληνισμού

Από την πλευρά της Ελλάδας διακρίνουμε ένα μείγμα εκσυγχρονισμού και ισχυροποίησης των ενόπλων δυνάμεων με μια αυξανόμενη διαχείριση ήπιας ισχύος ή θα λέγαμε μια «επίθεση γοητείας» προς τους εταίρους και συμμάχους δείχνοντας ότι δεν είναι ένα επιθετικό κράτος που επιθυμεί μόνο να μεγιστοποιεί τη στρατιωτική ισχύ του. Η προσπάθεια για οικονομική πρόοδο συνοδεύεται από την αυξανόμενη πολιτιστική και διπλωματική της επιρροή σε όλο τον κόσμο. Η αυξανόμενη διαχείριση ήπιας ισχύος της δεν είναι εμφανής μόνο στη Βορειο-ανατολική Μεσόγειο αλλά και στις οικονομικές εταιρικές σχέσεις της Αθήνας στην Ευρώπη στη Μέση Ανατολή, την Αφρική ακόμη και με την Ιαπωνία. Το γεγονός ότι η ελληνική διπλωματία είναι σε θέση να προσελκύσει και να ελκύσει τα κράτη της περιοχής αλλά και υπεράκτιες δυνάμεις μέσω της ήπιας ισχύος της είναι ένας δείκτης ότι, μας θεωρούν μια ειρηνική δύναμη και νησίδα ασφαλείας.

Η λογική της Ελλάδας είναι ότι η ειρήνη προέρχεται από την «ισορροπία δυνάμεων». Η Τουρκία έχει διαμαρτυρηθεί ξανά και ξανά για το θέμα των πωλήσεων όπλων από τις ΗΠΑ, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, μέχρις στιγμής. Βλέποντας αυτές τις κινήσεις ως μια προσπάθεια αλλαγής της κατανομής ισχύος στην περιοχή, με τη σειρά της, έχει απειλήσει την Ελλάδα ενάντια σε κινήσεις για επέκταση, της χωρικής θάλασσας -όπως έχουμε δικαίωμα από την UNCLOS να πράξουμε- και έχει αναπτύξει πυραύλους που σύμφωνα με δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων μπορούν να προκαλέσουν κτυπήματα ακόμη και στην ηπειρωτική μας χώρα. Κατά συνέπεια, αυτό καθιστά όχι μόνο την Ελλάδα καχύποπτη αλλά και τη διεθνή κοινότητα για τις αναθεωρητικές προθέσεις της Τουρκίας εγκλωβίζοντας τις δύο σύμμαχες δυνάμεις σε ένα δίλημμα ασφαλείας.

Μια άλλη περιοχή όπου η Τουρκία έχει κατηγορηθεί ότι επιδεικνύει αναθεωρητικές τάσεις είναι η Θάλασσα του Αιγαίου. Η διαμάχη επικεντρώνεται σε εδαφικές διεκδικήσεις για νησιά που θεωρούν ότι η κυριαρχία της Ελλάδας ακυρώνεται λόγω της προσπάθειας μας να τα διασφαλίσουμε αμυντικά. Επίσης οι παραβιάσεις του εθνικού εναερίου χώρου ακόμη και με υπερπτήσεις πάνω από τα νησιά είναι καθημερινές. Αυτή η θαλάσσια περιοχή, παρέχει πολύτιμο εμπορικό πέρασμα προς τη Μεσόγειο και την Ερυθρά, πλούσια αλιευτική δραστηριότητα, καθώς και πόρους υδρογονανθράκων. Η Τουρκία έχει ανταγωνιστικές αξιώσεις. Η διαμάχη υπάρχει εδώ και χρόνια, αλλά τα πράγματα έχουν τεταθεί τα τελευταία χρόνια. Η Τουρκία έχει επίσης αυξήσει τις ναυτικές παραβιάσεις. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι ενέργειες της είναι επιθετικές.

Για την αντιμετώπιση της τουρκικής παραβατικής συμπεριφοράς, πραγματοποιήθηκαν πλήθος αεροναυτικών ασκήσεων εκτέλεση επίσης εκατοντάδων αποστολών Πληροφοριών, Επιτήρησης και Αναγνώρισης (ISR) στη Θάλασσα της Μεσογείου με σκοπό να στείλουν ένα μήνυμα στην Τουρκία να ακυρώσει τις αξιώσεις για την “αμφισβητούμενη περιοχή”. Αυτό ισοδυναμεί σαφώς με παρέμβαση των συμμάχων, και έχει αυξήσει τις αντιλήψεις ότι η περιοχή γίνεται σημείο ανάφλεξης, με αυξανόμενη ένταση σχετικά με τον έλεγχο των θαλασσίων ζωνών.

Η Τουρκία έχει επεκτατικά και ηγεμονικά σχέδια για τις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ισχυρίζεται ότι αρκετά ελληνικά νησιά της ανήκουν. Η Άγκυρα έχει προσαρμόσει τη στρατηγική της για να προκαλέσει τετελεσμένα. Ωστόσο, μια στρατιωτική σύγκρουση για τη διαμάχη δεν αποτελεί επιλογή. Συνολικά, από την παραπάνω ανάλυση, μπορεί να συνοψιστεί ότι η Τουρκία μέχρι στιγμής συμπεριφέρθηκε περισσότερο ως μια επιθετική αναθεωρητική δύναμη. Αυτό είναι εμφανές στη διαμάχη της Τουρκίας με τους γείτονές της, στην μη συμμόρφωση με τους περισσότερους διεθνείς κανόνες καθώς και στην έμφαση που δίνει στην προβολή της σκληρής ισχύος της.

Επιλογή της Ελλάδας ο αμυντικός ρεαλισμός

Η κοσμοθεωρία του επιθετικού ρεαλισμού, έρχεται σε αντίθεση με τον αμυντικό ρεαλισμό σε πολλά σημεία. Ενώ σύμφωνα με τον επιθετικό ρεαλισμό οι δυνάμεις ενεργούν επιθετικά και στοχεύουν να αποκτήσουν τόση ισχύ ώστε να είναι οι απόλυτοι ηγεμόνες στο σύστημα, σύμφωνα με τον αμυντικό ρεαλισμό, οι υποστηρικτές του αμυντικού ρεαλισμού ενεργούν αμυντικά για να διατηρήσουν αντί να διαταράξουν την ισορροπία δυνάμεων. ενδιαφέρονται κυρίως για τη διατήρηση της «θέσης τους στο σύστημα» υποστηρίζοντας ότι η ισορροπία επίθεσης-άμυνας ευνοεί. Επομένως, μια ισχυρή άμυνα και προσεκτική εξισορρόπηση θα πρέπει να αποτρέψει τυχόν επιθετικές παρορμήσεις από αντίπαλες δυνάμεις.

Η τρέχουσα πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης φαίνεται να έχει τις ρίζες της στον αμυντικό ρεαλισμό.  Έτσι η ελληνική κυβέρνηση, βλέπει τα διλήμματα ασφαλείας ως πρόβλημα όπου η αύξηση της ισχύος της Τουρκίας αυξάνει την ανασφάλεια του Ελληνισμού, αναγκάζοντας να αυξήσουμε την ισχύ μας. Υπό τις συνθήκες του αμυντικού ρεαλισμού, προσπαθούμε να αμβλύνουμε τυχόν διλήμματα ασφαλείας αντί να τα επιδεινώσουμε. Η πολιτική της φαίνεται να στοχεύει στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων παρά στην ανατροπή της.

Οι εταίροι και οι σύμμαχοι είναι πεπεισμένοι ότι η στρατηγική ασφαλείας της Ελλάδας απορρέει από την συνειδητοποίηση του διλήμματος ασφαλείας, σύμφωνα με το οποίο μια επιθετική επεκτατική στρατηγική θα οδηγούσε απλώς σε συμμαχίες αντιστάθμισης. Αυτή η αναγνώριση οδήγησε την Ελλάδα να υιοθετήσει μια αμυντική στρατηγική ασφάλειας με ρίζες στον ρεαλισμό, δίνοντας έμφαση στη μετριοπάθεια, την αυτοσυγκράτηση και τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας μέσα από το πρίσμα του αμυντικού ρεαλισμού.

Ποια ζητήματα αναμένεται να συζητηθούν στην επίσκεψη του Αμερικανού ΥΠΕΞ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ουάσιγκτον είναι ο κοινός παράγοντας διαμεσολάβησης για σχεδόν όλες τις συγκρούσεις  στην περιοχή, ενώ η αμερικανική υποστήριξη για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και για την περιφερειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι η κρίσιμη δύναμη για πιθανή συναίνεση. Εκτιμάται με τη σημερινή συμπεριφορά, η συνεχής δέσμευση με τα έθνη της Ανατολικής Μεσογείου είναι προσπάθεια να επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να επιτύχουν τρείς σκοπούς: να καθοδηγήσουν τους εταίρους τους προς ένα πιο συνεργάσιμο μέλλον, να βοηθήσουν στην ανάπτυξη μηχανισμών απεμπλοκής και να αποθαρρύνουν την παρέμβαση από εξωτερικούς παράγοντες όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Κίνα.

Αυτό για να επιτευχθεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν μια στρατηγική διαδραματίζοντας καταλυτικό ρόλο προς όλα τα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου στη διαδικασία οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών. Αυτό το θέμα θα αποτελέσει προτεραιότητα για όλους τους παράγοντες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαϊκών παραγόντων από Γαλλία και Ιταλία. Το αγκάθι σε όλες τις προσπάθειες είναι η υπογραφή συμφωνίας για τα θαλάσσια σύνορα από την Τουρκία με την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης τον Νοέμβριο του 2019 η οποία πυροδότησε σημαντικές διαμαρτυρίες σε ολόκληρη την περιοχή και μπλέκει τις αντιπαλότητες στην ενεργειακή πολιτική της Ανατολικής Μεσογείου.

Εκτιμάται ως προτεραιότητα της Αμερικανικής πολιτικής, είναι η λύση του εμφυλίου πολέμου της Λιβύης ώστε στη συνέχεια να μεσολαβήσει μεταξύ των θιγόμενων μερών -των συμμάχων κρατών μελών του ΝΑΤΟ, Τουρκία και Ελλάδα- για το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών με σκοπό να δημιουργήσει ένα πιο εποικοδομητικό περιβάλλον για μελλοντικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Τουρκίας και Κύπρου. Στην ιδανική περίπτωση, για τις Ηνωμένες Πολιτείες που ευνοεί και τις τουρκικές θέσεις, είναι να φέρουν ταυτόχρονα όλους τους παράγοντες της περιοχής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, οι παρούσες συνθήκες όπως διαμορφώνονται, απαιτούν μια πιο ευέλικτη, πρακτική προσέγγιση για τις διαφορές που παρουσιάζονται.

Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμώντας να ενδυναμώσουν το Φόρουμ Φυσικού Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου αναμένεται να επενδύσουν περισσότερους διπλωματικούς πόρους στον οργανισμό, παρέχοντας κίνητρα για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Τουρκίας που μέχρι σήμερα δεν είναι μέλος. Έτσι το Ενεργειακό Κέντρο Ηνωμένων Πολιτειών-Ανατολικής Μεσογείου, σύμφωνα με τις σκέψεις των Αμερικανών, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αγωγό για πολυεθνική έρευνα και ανάπτυξη που θα επηρεάζει άμεσα και έμμεσα την αναζήτηση εξερεύνησης υδρογονανθράκων. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των βιομηχανιών της Αμερικής και της Ανατολικής Μεσογείου, ενισχύοντας τόσο οικονομικά, πολιτιστικά όσο και στρατηγικά συμφέροντα.

Συμπεράσματα

Μέχρι σήμερα, ούτε το διεθνές ναυτικό δίκαιο έχει βοηθήσει στην επίλυση διαφορών στην Ανατολική Μεσόγειο, ούτε η οικοδόμηση ανταγωνιστικών μπλοκ συμμαχιών. Μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση είναι αυτή που εξετάζει τα στρατηγικά οφέλη από την ενίσχυση των δεσμών Ελλάδας-ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά η γεωστρατηγική σημασία και η στρατιωτική ικανότητα της Τουρκίας εξακολουθούν να την καθιστούν επιθυμητό εταίρο από την οπτική γωνία της Ουάσιγκτον. Έτσι η αμερικανική πολιτική ελίτ επανεκτιμά πως θα μπορούσε να επωφεληθεί περισσότερο από όσα θα μπορούσε να φέρει η εταιρική σχέση με την πάροδο του χρόνου.

Μια αναζωογόνηση των δεσμών Τουρκίας-ΗΠΑ δεν αποτελεί πανάκεια για το περιφερειακό αδιέξοδο, θα ήταν όμως ένα σαφές βήμα προς τη κατεύθυνση που δείχνει στους απρόθυμους γείτονες ότι μπορεί πραγματικά να επωφεληθούν από τη συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο. Κανείς δεν πιστεύει ότι θα κερδίσει τον ενεργειακό πόλεμο μόνος του. Διακυβεύεται κάτι περισσότερο από την πολιτική του αγωγού. Διακυβεύεται ο έλεγχος των θαλασσίων ζωνών. Η τρέχουσα συγκυρία προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για την αναμόρφωση της περιφερειακής τάξης πραγμάτων με το να φανταστούμε μακροπρόθεσμες πολιτικές λύσεις που συμβάλλουν στην κοινή ασφάλεια, ενέργεια και ευημερία.

Προς το παρόν, φαίνεται να μην υπάρχει διάθεση για μια εναλλακτική λύση στο status quo. Οι συνεχιζόμενες εξελίξεις στη Λιβύη αναμφίβολα θα επηρεάσουν την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως, με ρεαλιστικές επιλογές εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να αποτρέψουν τη μονομερή στάση της Τουρκίας. Εφόσον αυτό επιτευχθεί, τα άλλα μέρη μπορούν να παραδεχτούν ότι ο αποκλεισμός της Άγκυρας από τη γενναιοδωρία της Ανατολικής Μεσογείου απλώς δεν είναι βιώσιμος. Η Τουρκία, με τη σειρά της, θα χρειαστεί μια επιλογή αμοιβαίου συμφέροντος για να αποκλιμακώσει τις τακτικές της διπλωματίας των κανονιοφόρων και να αποφύγει τη διεθνή απομόνωση. Σε τελική ανάλυση, ο διάλογος για την αναζήτηση συναίνεσης που περιλαμβάνει όλους τους βασικούς παράγοντες είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί περιφερειακή σταθερότητα.

Επίλογος

Με την απόφαση της κυβέρνησης να αποστείλει βοήθεια στην Τουρκία μετά τους καταστροφικούς σεισμούς, δείχνει πως είμαστε μακριά από την ιδέα ενός επιθετικού κράτους που μεγιστοποιεί την ισχύ του. Με αυτή τη συμπεριφορά της Ελλάδας φαίνεται ότι είναι μια δύναμη του status quo. Αντί να είναι απειλή και πηγή αστάθειας, όπως η Τουρκία μπορεί να είναι πηγή σταθερότητας στην περιοχή. Η εξωτερική πολιτική του Ελληνισμού καθοδηγείται από αμυντικό ρεαλισμό και όχι από αρχές επιθετικού ρεαλισμού. Η σύγκρουση μεταξύ της Τουρκίας ως αναθεωρητικής δύναμης και της Ελλάδας ως δύναμης του status quo δεν είναι αναπόφευκτη. Με πολλούς τρόπους, μπορούμε να προσφέρουμε ευκαιρίες παρά προκλήσεις. Ωστόσο, οι θεωρίες και οι αναλύσεις που παρουσιάζονται από μελετητές που οδηγούνται από επιθετικό ρεαλισμό θα οδηγούσαν σίγουρα σε σύγκρουση εάν ακολουθούνταν από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Εάν η Άγκυρα συνεχίσει να πιστεύει και να ενεργεί με βάση την υπόθεση ότι η αύξηση της ελληνικής ισχύος αποτελεί απειλή για τη στρατιωτική και διπλωματική παρουσία της Τουρκίας και τα οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή και επιλέξει μια πολιτική περιορισμού και αποκλεισμού, θα ισοδυναμούσε με αυτο-εκπλήρωση της προφητείας όπου η σύγκρουση θα πραγματοποιηθεί μεταξύ των δύο χωρών. Η δέσμευση και όχι ο περιορισμός είναι η πολιτική που θα οδηγούσε σε ένα πιο σταθερό και ασφαλές περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον, όμως ποιες δεσμεύσεις θα ενεργοποιήσει η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών στις πρωτεύουσες των δύο “αντιπάλων συμμάχων”;

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Είναι επιστημονικός συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS) και του Think Tank, Strategy International. Δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου.

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024