20/07/2024

Παράταση του πολέμου ή διαπραγματεύσεις;

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Η ηγεσία της Ρωσίας προετοιμάζει τις ένοπλες δυνάμεις της για έναν παρατεταμένο πόλεμο στην Ουκρανία. Η μερική κινητοποίηση του Σεπτεμβρίου 2022 χρησίμευσε για την αντιστάθμιση της μεγάλης απώλειας προσωπικού, για την αποφυγή περαιτέρω υποχωρήσεων όπως στη Χερσώνα και για τη δημιουργία δυνατοτήτων για μια νέα επίθεση. Η Ουκρανία τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή επιλογή: να συνεχίσει τον πόλεμο παρά τις πυραυλικές επιθέσεις θανάτου από τον ουρανό και τις απώλειες στα πεδία των μαχών περιμένοντας την εαρινή επίθεση ή να εκκινήσει διαπραγματεύσεις με δυσμενείς όρους.

Πριν από δυόμισι χιλιετίες, οι ηγέτες της Μήλου αντιμετώπισαν μια σχεδόν παρόμοια επιλογή. Ένα κείμενο γνωστό ως «διάλογος των Μηλίων» που τον απέδωσε αυτολεξεί ο Θουκυδίδης στο σύγγραμμά του «Πελοποννησιακός Πόλεμος». Η μοίρα της νήσου Μήλου στο Αιγαίου τον 5ο αιώνα π.Χ. στα χέρια των ισχυρών Αθηναίων στρατιωτικών, όπως αφηγείται ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι μια κλασική μελέτη περίπτωσης πολιτικού ρεαλισμού. Αφού οι Μήλιοι απέρριψαν το τελεσίγραφο των Αθηναίων να παραδώσουν την ελευθερία τους, οι Αθηναίοι υπέταξαν βάναυσα τους ασθενέστερους Μήλιους, πρώην αποίκους της Σπάρτης, παρά τις εκκλήσεις των Μήλων ότι ήθελαν να παραμείνουν ουδέτεροι στη σύγκρουση. Δυστυχώς για τους Μήλιους, οι ελπίδες τους ότι οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοί τους θα έρχονταν σε βοήθειά τους δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Για την Αθήνα, η κατάκτηση της Μήλου κατέδειξε τις ικανότητες του στρατού της σε όλη την περιοχή και υπογράμμισε την προθυμία της να χρησιμοποιήσει αποφασιστική δύναμη για την επίτευξη των πολιτικών της στόχων. Η ξεκάθαρη παραδοχή των Αθηναίων ότι «ισχυροί αποσπούν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι παραχωρούν ό,τι πρέπει» αποτυπώνει την ουσία του πώς βλέπουν οι ρεαλιστές την αλληλεπίδραση μεταξύ των εθνικών κρατών.

Ψάχνουμε την απάντηση στο ερώτημα, αν ο συμβιβασμός με τον κακοποιό μπορεί να είναι η ρεαλιστική και ηθική σωστή επιλογή που πρέπει να κάνουμε. Για να συμβεί όμως αυτό, ένας αποδεκτός συμβιβασμός πρέπει να είναι στη σφαίρα του εφικτού. Άρα πρέπει να διερευνηθούν δύο σημαντικές προϋποθέσεις:

  1. Να υπάρχουν λόγοι ώστε το καθεστώς Πούτιν να είναι πρόθυμο και προετοιμασμένο να εισέλθει σε τέτοιες διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο,
  2. Ο Πούτιν να εξετάσει το ενδεχόμενο να παραχωρήσει τα «νέα εδάφη» του Ντονέτσκ, του Λουχάνσκ, της Χερσώνας και της Ζαπορίζια, που αποτελούν πλέον επίσημα μέρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ που ελέγχουν από το 2014.

Εκτιμάται πως οι αναφερόμενες προϋποθέσεις δεν μπορεί να αλλάξουν το αναμφισβήτητο γεγονός ότι είναι εντελώς αποκομμένες από οποιαδήποτε επίφαση πραγματικότητας. Άρα δεν πρέπει να ελπίζουμε σε δίκαιες διαπραγματεύσεις που θα διεξαχθούν με τρόπο συνεπή με τις ευρέως συμφωνημένες αρχές του διεθνούς δικαίου και της ηθικής. Οπότε οι διαπραγματεύσεις, μάλλον δεν αποτελούν επιλογή όπως έχουν τα πράγματα και για έναν ακόμη λόγο, ότι θα προϋπέθεταν αλλαγή καθεστώτος προσφιλές στη Μόσχα, μετατρέποντας την Ουκρανία σε αποτυχημένο κράτος και προτεκτοράτο της Ρωσίας.

Έτσι, τα πιθανά διδάγματα της τραγωδίας του Μήλου για τους Ουκρανούς δεν είναι αυτά που χρειάζονται την υπενθύμιση της αλήθειας ότι ο συμβιβασμός μπορεί να είναι μια σοφή πορεία δράσης. Ένα ακόμη δίδαγμα από την ιστορία του Θουκυδίδη, για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν το αντίθετο, είναι ότι οι πόλεμοι δεν προκύπτουν πάντα από συγκρούσεις νόμιμου συμφέροντος. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατών μπορεί να είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μιας επεκτατικής ιδεολογίας, επιθετικότητας καθαρά και απλή, για πολιτικούς σκοπούς ή με στόχο την εδαφική κατάκτηση. Ή και τα δύο, όπως με τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Υπάρχουν πολλά που αναφέρονται στην ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά όταν πρόκειται για τις αιτίες του πολέμου και την ύβρη που έρχεται με τις προσπάθειες μεγιστοποίησης της ισχύος, ο Θουκυδίδης ακούγεται τρομερά ρεαλιστικός. Αναγνωρίζει ότι μια σημαντική πτυχή του ρεαλισμού είναι ότι «ενώ τα κράτη πρέπει να είναι συνεχώς προετοιμασμένα για πόλεμο, θα πρέπει επίσης να έχουν κατά νου ότι ο πόλεμος μπορεί να καταστρέψει τα πάντα». Η επισήμανση του Θουκυδίδη για το κόστος του πολέμου πρέπει να τονίζεται πολύ περισσότερο. Ενώ οι περισσότεροι ρεαλιστές τείνουν να επικεντρώνονται στα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου, η περιγραφή των επιπτώσεών του σε όλες τις ελληνικές πόλεις-κράτη πάντα αντηχεί περισσότερο σε μια περίοδο πολέμου.

Συμπεράσματα

Οι ευσεβείς πόθοι μπορεί να λειτουργούν ως συναισθηματικό εικονικό φάρμακο για αυτούς τους λαούς που αντιμετωπίζουν την τραγωδία, αλλά δεν πρέπει να έχουν θέση σε συζητήσεις σχετικά με την πορεία ειρήνευσης για την Ουκρανία ή τη Ρωσία.

Αναμένετε περαιτέρω βαναυσότητα του πολέμου από μέρους της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας για δύο λόγους. Οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις βασίζονται όλο και περισσότερο σε χτυπήματα κατά μη στρατιωτικών υποδομών και κατοικημένων περιοχών ως μέρος της στρατηγικής φθοράς. Ταυτόχρονα, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν μέρος της συνειδητά προωθούμενης εικόνας της ομάδας «Βάγκνερ». με πρακτική στρατολόγησης – για παράδειγμα από τις φυλακές. Όσο περισσότερο ο πόλεμος εξελίσσεται σε μάχη φθοράς, τόσο μεγαλύτερος είναι ο ρόλος των επίσημα μη κρατικών «πληρεξουσίων» – όπως η ομάδα μισθοφόρων «Βάγκνερ».

Προς τη Δύση, η Μόσχα θα παίξει σκόπιμα με τον φόβο ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να κλιμακωθεί πέρα από την Ουκρανία, ακόμη και με πυρηνικό όλεθρο. Το κύριο σημείο εδώ είναι η αποτροπή της παράδοσης σύγχρονου οπλισμού στο Κίεβο. Εκτός από τις πυρηνικές απειλές, το Κρεμλίνο είναι πιθανό να βασιστεί σκόπιμα σε δευτερογενείς επιπτώσεις από τη μετανάστευση και την τρομοκρατία από περιοχές κρίσης στις οποίες η ομάδες «Βάγκνερ» επιχειρούν όπως κυρίως στη Βόρεια Αφρική και το Σαχέλ.

Να υπενθυμίσουμε ότι πάντα υπάρχει μια ευκαιρία για τους επιτιθέμενους να δικαιολογήσουν τις θέσεις τους παρουσιάζοντας το τελεσίγραφό τους στα θύματα και να τους διδάξουν τη δική τους εκδοχή της ηθικής. Αυτής που δεν είναι άλλη από την ίδια την ισχύ.

 

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Είναι επιστημονικός συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS) και του Think Tank, Strategy International. Δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου.

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024