20/05/2024

Δεν διαφαίνεται λύση αμοιβαίου συμφέροντος με οποιαδήποτε τουρκική κυβέρνηση

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η Τουρκία έχει αναβαθμίσει τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά τις προκλήσεις και απειλές κατά του Ελληνισμού. Σε τρεις περιπτώσεις, μάλιστα, φτάσαμε σε κρίσεις που μπορούσαν να εξελιχθούν σε στρατιωτική σύγκρουση. Η Τουρκία και η Ελλάδα είναι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ και έτσι η ιδέα ότι δεν θα επιτρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να απαντήσουμε, με ωμή βία στις τουρκικές παραβιάσεις την κάνει ακόμη πιο απαιτητική.

Οι επιθετικές ενέργειες της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο καθώς και οι δηλώσεις του συνόλου της τουρκικής πολιτικής ελίτ, συμπολιτεύσεως και αντιπολιτεύσεως,  είναι ενδεικτικές μιας πολύ ευρύτερης τάσης στη λήψη αποφάσεων της Τουρκίας και ένα ενδεικτικό σημάδι για το πώς βλέπει η Άγκυρα τη σχέση της με τον Ελληνισμό. Μετά από αυτά δεν επιτρέπεται, καμία αφήγηση που να επικεντρώνεται σε διαπραγμάτευση για εύρεση λύσεων στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, ακόμα κι αν αλλάξει η σημερινή κυβέρνηση του Ερντογάν.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να γνωρίζει όλα αυτά και τιμώρησε με “άνευρο μαστίγωμα” την Άγκυρα παίρνοντας κάποια μέτρα όσον αφορά προμήθειες στρατιωτικού υλικού, καθώς δεν επιθυμεί να χαθεί αυτός ο σημαντικός σύμμαχος. Οι Τούρκοι ειδήμονες επισημαίνουν αυτή την ενέργεια με στοχοποίηση των αμερικανικών θέσεων, δηλώνοντας ως λάθος της Αμερικής που ενισχύει την Ελλάδα, δημιουργώντας μια ανισορροπία ισχύος στην περιοχή. Έτσι η Τουρκία έχει παράπονα για την πολιτική της Αμερικής στο Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Η Ουάσιγκτον, επίσης, έχει εύλογα παράπονα για την προσέγγιση της Τουρκίας στα προβλήματα που δημιουργεί με τον Ελληνισμό. Ωστόσο, αυτή η εστίαση σε διάφορα εφαπτόμενα ζητήματα κρύβει μια πολύ πιο ανησυχητική τάση. Η τουρκική ηγεσία είναι πρόθυμη να υποθάλψει την αμυντική συμμαχία εξυπηρετώντας ακόμη και τα ρωσικά συμφέροντα και να χρησιμοποιήσει επιθετικότητα ώστε με συνεχείς εκβιασμούς να αποσπάσει παραχωρήσεις τόσο από τον Ελληνισμό όσο και από συμμάχους.

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, επομένως, έχει γίνει απροκάλυπτα συναλλακτική χωρίς ίχνος αμοιβαίου συμφέροντος σχεδόν από κάθε άποψη. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ευρεία προσέγγιση στα σκαριά για τις τουρκο-δυτικές σχέσεις, πολύ περισσότερο για τις ελληνο-τουρκικές. Αντίθετα, οι δυτικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να προσαρμοστούν στο status quo, όπου η Άγκυρα θεωρεί τους δεσμούς της με τη Μόσχα, τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο εξίσου σημαντικούς, ενώ θα συνεργαστεί με παράγοντες όπου οι δεσμοί μεταξύ κυβερνήσεων θεωρούνται επωφελείς μόνο για τα συμφέροντα της Άγκυρας.

Η Δύση δεν έχει ακόμη εσωτερικεύσει πλήρως αυτή την τουρκική πολιτική και να κατανοήσει πώς όποια κυβέρνηση και να σχηματισθεί η προσπάθεια της Άγκυρας για πολιτική αυτονομία θα χρησιμοποιεί την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ για να αποκτά επιρροή και οφέλη. Η Άγκυρα υπολογίζει ότι οι δυτικοί ηγέτες θα χαθούν στις συζητήσεις για το πώς θα αντιμετωπίσουν τις τουρκικές επιδιώξεις και τελικά θα αποφασίσουν ότι κάποια καταναγκαστική απάντηση είναι απαραίτητη όταν η Άγκυρα προβεί σε ενέργειες που θα υπονομεύουν τα δυτικά συμφέροντα. Αλλά αναπόφευκτα αυτή η καταναγκαστική απάντηση θα βαθμονομηθεί επειδή η Άγκυρα είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται αυτή την ασυμμετρία αμφισβητώντας τα ελληνικά συμφέροντα αφού η Άγκυρα έχει αποφασίσει ότι μια τέτοια ενέργεια είναι επωφελής για τις δικές της προτεραιότητες.

Το απογοητευτικό για τον Ελληνισμό αλλά και για τη Δύση είναι ότι υπάρχουν ελάχιστα που μπορούν να γίνουν για τη διαχείριση των τουρκικών φιλοδοξιών. Το μακροχρόνιο αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών, ωστόσο, είναι η σωρευτική αποσύνθεση των βασικών πυλώνων, όπως η στρατιωτική συνεργασία, που στηρίζουν τη συμμαχική σχέση εδώ και δεκαετίες. Αυτό, με τη σειρά του, διασφαλίζει ότι το παράπονο και η διαφωνία θα υπαγορεύσουν τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της Τουρκίας και των ιστορικών δυτικών συμμάχων της στο μέλλον.

Η τουρκική εμπλοκή μετά τον Ρωσο-Ουκρανικό πόλεμο διαμορφώνεται επίσης από τη σχέση του Ερντογάν με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν. Οι δύο ηγέτες δεν είναι ανταγωνιστικοί παράγοντες και η τουρκική πολιτική απέναντι στη Ρωσία έχει εξελιχθεί σημαντικά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οι δύο χώρες μοιράζονται θαλάσσια σύνορα στη Μαύρη Θάλασσα και οι οικονομικοί και ενεργειακοί δεσμοί έχουν ανθίσει εδώ και δεκαετίες. Η Ρωσία εξακολουθεί να θεωρείται απειλή για την ασφάλεια από πολλούς στην Άγκυρα, αλλά για αρκετούς βασικούς λόγους η σημασία αυτών των ανησυχιών για την τουρκική πολιτική έχει σταδιακά μειωθεί.

Γενικότερα, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, όπως και στο Κρεμλίνο, πιστεύουν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη πρέπει να είναι ευκίνητα για να προσαρμοστούν στη νέα πολυπολική εποχή. Για την Τουρκία και τη Ρωσία, αυτό σημαίνει ότι και οι δύο πλευρές είναι πρόθυμες να συνεργαστούν με τρόπους που μειώνουν την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης. Επίσης, η τουρκική πολιτική ελίτ βλέπει την Τουρκία ως ανερχόμενη δύναμη που μπορεί να παίξει ρόλο περιφερειακής δύναμης, πιστεύοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη βρίσκονται σε παρακμή. Έτσι, ως ορθολογικός δρώντας, είναι καθήκον της να ασχοληθεί με τον κόσμο ανεξάρτητα από τη Δύση. Δηλαδή, πιστεύουν ότι η Δύση θα ωφεληθεί από την υποταγή της περιφερειακής πολιτικής στην Τουρκία και ότι η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τα δυτικά συμφέροντα, αν το επιτρέψουν η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες.

Συμπεράσματα

Αυτές οι δυναμικές υποδηλώνουν ότι στο μέλλον η Τουρκία θα επιδιώξει τις δικές της συναλλαγές που δεν θα καθοδηγούνται από σεβασμό στις ανησυχίες της Δύσης.

Εκτιμάται ότι θα αναδειχθεί σε παράγοντα συμβίωσης με τη Ρωσία στην περιοχή, που θα συνδέονται μεταξύ τους με σαφώς καθορισμένα συμφέροντα. Οι αλληλεπιδράσεις τους δεν είναι πάντα αρμονικές. Ωστόσο, ευθυγραμμίζονται με την ευρύτερη κατανόησή τους για την παγκόσμια πολιτική. Και αυτή η ευθυγράμμιση είναι αντίθετη με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης. Αυτό επιβάλλει στον Ελληνισμό, διπλωματική εγρήγορση και προβολή αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος.

Εάν η Δύση ελπίζει να διαχειριστεί τη σχέση της με την Τουρκία, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να ξεκινήσουν αναγνωρίζοντας αυτήν την πραγματικότητα. Η Τουρκία δεν πρόκειται να αλλάξει πολιτική όποια κυβέρνηση και να προκύψει μετά τις επικείμενες εκλογές.

Οι αλληλεπιδράσεις της Τουρκίας με την Ουάσιγκτον θα αντικατοπτρίζουν ορισμένα παρατεταμένα κοινά συμφέροντα σε τομείς όπως οι πωλήσεις όπλων, αλλά αυτά θα επισκιάζονται όλο και περισσότερο από αποκλίσεις σε περιφερειακά ζητήματα όπως η σύγκρουση με τον Ελληνισμό στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η τουρκική πολιτική είναι απροκάλυπτα συναλλακτική. Επίσης, καμία τουρκική πολιτική ελίτ, είτε ισλαμιστές ή κεμαλικοί δεν μοιράζονται μια κοινή κοσμοθεωρία με τη Δύση ούτε έχουν πολλά αλληλεπικαλυπτόμενα περιφερειακά συμφέροντα. Επομένως, δεν μπορούμε ούτε πρέπει να πιστέψουμε ότι υπάρχει τρόπος να διαμορφώσουμε την τουρκική πολιτική στο Αιγαίο ή τη Μεσόγειο.  

Έχοντας αυτά κατά νου, η Δύση στο σύνολό της θα πρέπει να είναι ειλικρινής σχετικά με τη χρήση του καρότου και μαστίγιου στην προσπάθεια να αποτρέψει την τουρκική επιθετικότητα.

 

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Είναι επιστημονικός συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS) και του Think Tank, Strategy International. Δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024