20/05/2024

Διλήμματα στη λήψη αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής σε συνθήκες κρίσης

Γράφει ο Γεώργιος Παπαπολυχρονίου
Αναλυτής 

Στο χώρο της πολιτικής είθισται να γίνεται ένας διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, όπου η πρώτη αναφέρεται στις αποφάσεις-δράσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των κρατών και η δεύτερη στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δρώντων του διεθνούς περιβάλλοντος. Αν και είναι δύσκολο σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο να οριστούν επακριβώς τα όρια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος, η διάκριση αυτή διατηρεί εν πολλοίς την αξία της. Σύμφωνα με τον K.J. Holsti ως εξωτερική πολιτική μπορεί να οριστεί το σύνολο των ενεργειών ενός κράτους έναντι του εξωτερικού του περιβάλλοντος και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές διαμορφώνονται.

 Ο σχεδιασμός και η επιλογή των μέσων υλοποίησης της εξωτερικής πολιτικής αποτελεί μια απαιτητική διαδικασία ακόμα και σε συνθήκες ομαλότητας καθώς αφορά στην εξασφάλιση της ασφάλειας και στην προώθηση των κρατικών συμφερόντων σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού και αναρχίας. Ιδίως κατά τη διάρκεια κρίσεων, διλήμματα σχετικά με την ιεράρχηση στόχων, την επιλογή και την κατανομή των διαθέσιμων μέσων, καθίστανται επιτακτικά προκειμένου να αντιμετωπιστεί άμεσα και ικανοποιητικά το έκτακτο γεγονός. Η ίδια η φύση της κρίσης δημιουργεί στους λήπτες αποφάσεων τρείς βασικές αντιλήψεις περί: απειλής σε βασικές αξίες, επείγουσας ανάγκης, αβεβαιότητας

 Σκοπός του άρθρου είναι η παρουσίαση των διλημμάτων της λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής  σε συνθήκες κρίσης, αφού πρώτα γίνει αναφορά στην έννοια του όρου «κρίση» και εξεταστούν ενδεικτικές θεωρίες αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική.

Διαδικασία λήψης αποφάσεων

 Η διαδικασία λήψης αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια, ήτοι:

α. Το προπαρασκευαστικό, όπου γίνεται αξιολόγηση των πληροφοριών, επιχειρείται διάγνωση της κατάστασης και σχηματίζονται οι πρώτες προτάσεις.

β. Το στάδιο λήψης της απόφασης όπου επιλέγονται οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν.

γ. Το μετά την απόφαση στάδιο, που αφορά στις ενέργειες υλοποίησης της απόφασης, στην αξιολόγηση αυτών και στις αναγκαίες τροποποιήσεις.

Ο David Easton παρουσίασε ένα επεξηγηματικό σχήμα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, που εδράζεται στο διαχωρισμό περιβάλλοντος και πολιτικού συστήματος.

 

Βασική λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

 

 

Οι εισροές που εισέρχονται στο σύστημα εξωτερικής πολιτικής περιλαμβάνουν όλες τις πάσης φύσεως μεταβλητές του διεθνούς και του εσωτερικού περιβάλλοντος ενός κράτους. Εν συνεχεία μέσω των διαδικασιών λήψης αποφάσεων οι εισροές μετατρέπονται σε εκροές, δηλαδή σε αποφάσεις και δράσεις, οι οποίες κατευθύνονται προς το διεθνές περιβάλλον, αλλάζουν τις ισορροπίες και δημιουργούν νέες εισροές.

Ορισμένες θεωρίες των διεθνών σχέσεων όπως ο νεορεαλισμός θεωρούν τα κράτη μονολιθικές οντότητες και αντιμετωπίζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ως ένα μαύρο κουτί, προϋποθέτοντας την ορθολογική λειτουργία των εμπλεκομένων και ενοποιώντας τους σε μια μονάδα Η πραγματικότητα όμως είναι εξόχως πολυπλοκότερη και η εξέταση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων αυτής καθαυτής καθίσταται εξίσου σημαντική με την εξέταση των αποτελεσμάτων της. Τόσο ο βαθμός ορθολογικότητας όσο και η «προσωποποίηση» των κρατών επιδέχονται σοβαρή αμφισβήτηση. Τα κράτη και οι θεσμοί δεν διαθέτουν δική τους βούληση, αλλά αποτελούν αφηρημένες έννοιες, σε αντίθεση με τα άτομα. Σύμφωνα με τον μεθολογικό ατομικισμό, η ατομική δράση είναι η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνικής ζωής και η ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων εντοπίζεται στις δράσεις και αλληλεπιδράσεις των ατόμων. Η εξέταση της συμπεριφοράς σε επίπεδο ατόμου, μικρής ομάδας και οργανισμού, είναι απαραίτητη για την κατανόηση των διεργασιών που οδηγούν σε αποφάσεις.

Θεωρίες λήψης αποφάσεων

Οι θεωρίες αυτές διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες βάσει του αν ο λήπτης αποφάσεων λειτουργεί με κριτήριο τη λογική. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται τόσο οι καθαρά ορθολογικές θεωρίες όσο και οι μη συμβατικής λογικής, ενώ στη δεύτερη ανήκουν όσες δεν βασίζουν τη λήψη αποφάσεων στη λογική. Ακολούθως παρατίθενται ενδεικτικές θεωρίες από κάθε κατηγορία.

Το ορθολογικό μοντέλο

 Στο μοντέλο αυτό η κυβέρνηση αντιμετωπίζεται ως ένας ενιαίος, ορθολογικός δρών, ο οποίος διαθέτει μια δέσμη στρατηγικών στόχων, ένα σύνολο εναλλακτικών επιλογών και μια εκτίμηση των συνεπειών κάθε εναλλακτικής λύσης. Κατόπιν προσδιορισμού των στρατηγικών στόχων, με προεξάρχοντες την εθνική ασφάλεια και την προώθηση του εθνικού συμφέροντος, εκτιμάται ενδελεχώς η κατάσταση, εξετάζονται οι εναλλακτικές λύσεις και επιλέγεται η πιο συμφέρουσα, στη βάση ενός υπολογισμού κόστους-οφέλους. Ακολούθως επιλέγονται τα καταλληλότερα μέσα για την υλοποίηση των αποφάσεων και αξιολογούνται τα αποτελέσματα των ενεργειών. Εν ολίγοις, ο λήπτης αποφάσεων προσδιορίζει τους στόχους και δρα ορθολογικά, γνωρίζει όλες τις εναλλακτικές δράσεις και τα αποτελέσματα αυτών και αποφασίζει την καταλληλότερη, βάσει μιας ανάλυσης κόστους-οφέλους. Επομένως κάθε κρατική δράση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός στόχου, επί του οποίου η συγκεκριμένη δράση αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή.

Το οργανισμικό μοντέλο

Εδώ η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζεται ως ενιαία αλλά ως ένα σύνολο οργανισμών και υπηρεσιών, κάθε μία εκ των οποίων έχει τον δικό της κώδικα λειτουργίας και συμπεριφοράς. Τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής τμηματοποιούνται και ανατίθενται σε διάφορους οργανισμούς. Οι οργανισμοί αυτοί, στηρίζονται σε θεσμοθετημένες και τυποποιημένες διαδικασίες για να αναγνωρίζουν, επεξεργάζονται και να διευθετούν τα διάφορα ζητήματα. Αυτές οι διαδικασίες αντιτίθενται στην ενδελεχή διερεύνηση των ζητημάτων και στην επεξεργασία μακροχρόνιων στρατηγικών, προκρίνοντας την πρώτη αποδεκτή λύση, ανατρέχοντας στη θεσμική τους μνήμη και εξετάζοντας τι είχε αποφασισθεί σε παρεμφερείς περιπτώσεις στο παρελθόν. Οι αποφάσεις επί των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής δεν είναι απόρροια ενός ορθολογικά προσδιορισμένου εθνικού συμφέροντος αλλά εκροές που προκύπτουν από τον κώδικα λειτουργίας των εμπλεκομένων οργανισμών.

Το μοντέλο γραφειοκρατικής πολιτικής

 Η κυβέρνηση και εδώ δε νοείται ως μια μονολιθική οντότητα αλλά ο κυβερνητικός μηχανισμός θεωρείται μια αρένα εντός της οποίας εκτυλίσσεται ένα εσωτερικό πολιτικό παίγνιο. Το παίγνιο αυτό συμπεριλαμβάνει τους επικεφαλής των διαφόρων κρατικών οργανισμών και υπηρεσιών που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, οι οποίοι δρουν ως εκπρόσωποι των υπηρεσιών που ηγούνται. Κατ’ αυτό τον τρόπο τα αντικρουόμενα συμφέροντα που εξυπηρετούν, καθώς κάθε υπηρεσία στοχεύει στην αύξηση της επιρροής που ασκεί και οι διαφορετικές αξίες που πρεσβεύουν, οδηγούν σε διαφωνίες και «παζάρια» μεταξύ των παιχτών αυτών. Σε αυτή την κονίστρα εκτός από τα υπηρεσιακά, υπεισέρχονται και τα προσωπικά συμφέροντα των ατόμων που βρίσκονται στην κορυφή του κρατικού μηχανισμού. Η τελική απόφαση που θεωρείται ότι διασφαλίζει το εθνικό συμφέρον δεν είναι τίποτα περισσότερο από το αποτέλεσμα ενός παιγνίου ισχύος και συμβιβασμών ανάμεσα στους επικεφαλής των γραφειοκρατικών υπηρεσιών.

Ψυχολογικές θεωρίες

Οι ψυχολογικές θεωρίες επικεντρώνονται στο άτομο-λήπτη αποφάσεων και διερευνούν τα κίνητρα που το ωθούν σε μία συγκεκριμένη απόφαση. Οι εφαρμοζόμενες ψυχολογικές-ψυχαναλυτικές μέθοδοι εστιάζουν σε τρία πεδία μεταβλητών:

α. Την ψυχοδυναμική αιτιότητα, όπου επιχειρείται να εξηγηθεί η συμπεριφορά του λήπτη αποφάσεων βάσει των παιδικών εμπειριών και των ψυχικών τραυμάτων.

β. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως ο βαθμός προσαρμοστικότητας, η αυτοπεποίθηση, η ενεργητικότητα και γενικώς όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την ιδιοσυγκρασία του ηγέτη. 

γ. Το σύστημα πεποιθήσεων που περιλαμβάνει τις εμπειρίες του παρελθόντος, τον αξιακό κώδικα, την ιδεολογία, τις απόψεις για τη φύση της πολιτικής πράξης κ.λ.π.

Ομαδοσκέψη (Groupthink)

Καθώς μεγάλος αριθμός αποφάσεων της εξωτερικής πολιτικής λαμβάνεται από μικρές ομάδες, η κατανόηση της δυναμικής που αναπτύσσεται εντός αυτών είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ερμηνεία του τρόπου λειτουργίας και της ποιότητας του παραγόμενου έργου. Σε περιόδους κρίσεων όπου η αβεβαιότητα, το άγχος και η απειλή αυξάνονται, ενισχύεται η ανάγκη για περισσότερη συνεκτικότητα εντός της ομάδας. Η αυξημένη συνεκτικότητα ενδέχεται να οδηγήσει στην εμφάνιση του φαινομένου της ομαδοσκέψης, μιας ανάλογης κατάστασης με την «ψυχολογία της μάζας» που παρατηρείται σε μεγάλες ομάδες. Πρόκειται για μια δυσλειτουργική κατάσταση που έχει ως αποτέλεσμα τη λήψη κατωτέρων συλλογικών αποφάσεων από εκείνες που θα λάμβαναν ατομικά τα μέλη. Σε συνθήκες ομαδοσκέψης:

α. Η ομάδα λαμβάνει ριψοκίνδυνες αποφάσεις καθώς η αυξημένη συνεκτικότητα οδηγεί στην ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας.

β. Η προσωπική ηθική υποχωρεί έναντι μιας αναδυόμενης συλλογικής ηθικής που λειτουργεί ως νομιμοποιητική βάση για τη λήψη τυχόν ηθικά επιλήψιμων αποφάσεων.

γ. Τα μέλη της ομάδας αποφεύγουν να διατυπώσουν ελεύθερα τυχόν αντίθετη γνώμη για να μη διαταραχθεί η συνεκτικότητα.

δ. Ενδέχεται να παρατηρηθεί έλλειψη ανάληψης πρωτοβουλιών, ιδίως αν ο επικεφαλής της ομάδας δεν είναι αποφασιστικός.

Κρίση

Καθώς στη βιβλιογραφία δεν υφίσταται ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός της «κρίσης» κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν ορισμένοι ενδεικτικοί:

α. «Μια κρίση είναι ένα κρίσιμο σημείο, μια αποφασιστική στιγμή που υποδηλώνει την ευμενή ή δυσμενή έκβαση μιας εξελισσόμενης κατάστασης, ζωή ή θάνατος, βία ή μη βία, επίλυση ή παρατεταμένη διαμάχη».

β. «Η κρίση είναι μια κατάσταση η οποία διαταράσσει (ή απειλεί να διαταράξει) το σύστημα ή ένα τμήμα του συστήματος, προκαλώντας αστάθεια και επιφέροντας μια απότομη αλλαγή σε μία ή περισσότερες μεταβλητές του συστήματος».

γ. «Η κρίση είναι μια κατάσταση μη αναμενόμενης απειλής σε σημαντικούς στόχους/αξίες και περιορισμένου χρόνου για απόφαση».

Γενικώς ως κρίση στις διεθνείς σχέσεις μπορεί να ορισθεί μια κατάσταση όπου τα γεγονότα εκτυλίσσονται γρήγορα, δημιουργούν έκπληξη, απειλούν θεμελιώδεις αξίες, απαιτούνται άμεσες αποφάσεις με σημαντικό αντίκτυπο και εμπεριέχει αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης βίας.

Η σοβαρότητα (ένταση) μιας κρίσης σύμφωνα με τους Michael Brecher και Hemda Ben Yehuda, εξαρτάται από παράγοντες όπως:

α. Ο αριθμός των εμπλεκομένων δρώντων. Είναι προφανές ότι μεγαλύτερος αριθμός εμπλεκομένων κρατών σημαίνει μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση της κρίσης, αύξηση της πιθανότητας κλιμάκωσης συνεπεία λάθους, μεγαλύτερη πιθανότητα εμπλοκής μεγάλων δυνάμεων και σημαντικότερη διατάραξη του περιφερειακού ή/και διεθνούς συστήματος.

β. Η γεωπολιτική σημασία της περιοχής εκδήλωσης της κρίσης. Η εγγύτητα της εν λόγω περιοχής σε πλουτοπαραγωγικές πηγές (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λ.π.) καθώς και σε σημαντικά κέντρα ισχύος.

γ. Ο βαθμός ετερογένειας μεταξύ των αντιπάλων. Αφορά στο βαθμό διαφοροποίησης των χαρακτηριστικών μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών σε μια κρίση, όπως το πολιτικό σύστημα, οι στρατιωτικές δυνατότητες, η οικονομική ανάπτυξη, η κουλτούρα κ.λ.π. Η υπόθεση είναι η σοβαρότητα της κρίσης είναι ανάλογη του βαθμού ετερογένειας.

δ. Η έκταση της εμπλοκής των μεγάλων δυνάμεων. Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός εμπλοκής των μεγάλων δυνάμεων, τόσο αυξάνεται η σοβαρότητα της κρίσης καθώς διακυβεύεται η δομή του συστήματος.

Η κρίση επομένως είναι μια μορφή διαμάχης (conflict) υπό την ευρεία έννοια, η οποία εμφανίζεται όταν μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πλευρών, υφίστανται αντιθετικά συμφέροντα, επιδιώξεις και ασυμβίβαστες αξίες. Ένα τέτοιο συγκρουσιακό περιβάλλον σύμφωνα με τον Karl Deutsch χαρακτηρίζεται από: 

α. Αναγνώριση των ζητημάτων.

β. Αντίληψη απειλής και ανεπάρκεια χρόνου.

γ. Έλλειψη ξεκάθαρων «εδαφικών ορίων» (territorial limits).

δ. Προβλήματα επικοινωνίας.

ε. Ανεπαρκή πληροφόρηση. Στο κομμάτι της πληροφόρησης εκτός της ανεπάρκειας υφίσταται και το ζήτημα της εισροής μεγάλου όγκου μη επεξεργασμένων πληροφοριών που υπερφορτώνουν το σύστημα λήψης αποφάσεων καθιστώντας δυσχερή την εστίαση στις πιο σημαντικές. Και στις δύο περιπτώσεις αυξάνεται το επίπεδο στρες των ληπτών αποφάσεων και επηρεάζεται δυσμενώς η ποιότητα της απόφασης.

στ. Θέληση για χρήση βίας.

Κοινό στοιχείο σε όλους τους ορισμούς της κρίσης αποτελεί το στοιχείο της απειλής και της έλλειψης χρόνου. Κρίνεται επομένως σκόπιμο να παρουσιαστεί ο ρόλος της εκλαμβανόμενης απειλής και του περιορισμένου χρόνου στη λήψη αποφάσεων σε συνθήκες κρίσης.

Ως εκλαμβανόμενη απειλή ο Charles Hermann ορίζει «τον βαθμό της αναμενόμενης βλάβης στο έθνος, που παρατηρείται τόσο στη σημειολογία της επικοινωνίας της κρίσης (crisis communications) όσο και στο χαρακτήρα των περιστασιακών φόβων (situational fears)”.

Υπό συνθήκες απειλής το άτομο ή η ομάδα λήψης αποφάσεων θα χρησιμοποιήσει μια σειρά αμυντικών μηχανισμών για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα προκειμένου να ξεφύγει από την κατάσταση υψηλού στρες που προκαλεί η απειλή. Ο George Grosser διατύπωσε μια διαδικασία τριών σταδίων σύμφωνα με την οποία μια απειλητική κατάσταση αναγνωρίζεται κατά τρόπο συμβατό με τη νοητική λειτουργία του αποδέκτη και η οποία αποσκοπεί στην:

α. Εξακρίβωση των διαφόρων πτυχών της απειλής (φύση, σοβαρότητα, πιθανότητα αναβάθμισης, τοποθεσία κ.λ.π.)

β. Πιστοποίηση της αυθεντικότητας της απειλής.

γ. Ανάλυση (κατά πόσο μπορεί να διαχειριστεί, να αποφευχθεί, να αναβληθεί, να γίνει ανεκτή κ.λ.π.)

Ακολούθως η απειλή αναλύεται σε σχέση με τη σπουδαιότητα της απειλούμενης αξίας, και αν αυτή είναι ελάσσονος ή μείζονος σημασίας.

Έρευνες έχουν δείξει ότι μετά από κάποιο σημείο, όσο αυξάνεται το επίπεδο της απειλής (και το στρες) τόσο περισσότερο διαταράσσεται η ομαλή λειτουργία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, ιδίως σε ένα πεδίο όπως η εξωτερική πολιτική το οποίο χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αβεβαιότητα και αστάθεια.

Σχηματική απεικόνιση της επίδρασης του στρες στην απόδοση.

 

Οι επιπτώσεις του υψηλού στρες στους λήπτες αποφάσεων περιλαμβάνουν:

α. Αυξημένη αυθαίρετη συμπεριφορά.

β. Αυξημένα ποσοστά λάθους.

γ. Επιστροφή σε απλούστερες μορφές αντίδρασης.

δ. Δυσκαμψία στην επίλυση προβλημάτων.

ε. Εξασθενισμένη προσοχή.

στ. Μειωμένη ικανότητα διάκρισης μεταξύ ουσιαστικού και επουσιώδους.

ζ. Μειωμένο εύρος αντιληπτικών δραστηριοτήτων.

η. Απώλεια αφηρημένων ικανοτήτων.

θ. Μειωμένη ανοχή σε ασαφείς καταστάσεις.

ι. Τάση υιοθέτησης κατοπτρικών εικόνων του αντιπάλου και των επιλογών του.

 Αντιστοίχως, η ανεπάρκεια χρονικών περιθωρίων είτε αυτή είναι πραγματική είτε εκλαμβανόμενη ως τέτοια, έχει σημαντικές επιπτώσεις στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στην ποιότητα των εκροών αυτής. Η στρεσογόνος ατμόσφαιρα που δημιουργεί μια κρίση επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να εκτιμήσει ορθά το διαθέσιμο χρόνο. Καθώς το επίπεδο της εκλαμβανόμενης απειλής αυξάνεται τόσο ο χρόνος μοιάζει να κυλάει πιο γρήγορα. Αυτό είναι κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν βρεθεί σε στρεσογόνες καταστάσεις στην προσωπική τους ζωή, έχουν βιώσει. Η αίσθηση του περιορισμένου χρόνου δυσχεραίνει τον συντονισμένο μακροχρόνιο σχεδιασμό και οδηγεί σε καταστάσεις όπου:

α. Αυξάνεται η τάση στήριξης σε στερεότυπα.

β. Η διαδικασία επίλυσης προβλημάτων διαταράσσεται όλο και περισσότερο.

γ. Η εστίαση της προσοχής μειώνεται.

δ. Εμποδίζεται η χρήση διαθέσιμων πληροφοριών.

 ε. Εμποδίζεται η εξερεύνηση εναλλακτικών λύσεων.

στ. Οδηγεί σε πρώιμη επίτευξη ομαδικής συμφωνίας.

Όπως το έθεσε ο Ole Holsti, «Τα στοιχεία δείχνουν το παράδοξο ότι όσο η κρίση εντείνεται, κάνει την παραγωγή δημιουργικής πολιτικής ταυτόχρονα πιο σημαντική και λιγότερο πιθανή».

Διλήμματα σε συνθήκες κρίσης

 Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το δίλημμα ως έννοια είναι στενά συνδεδεμένο με την πολιτική διαδικασία αυτή καθαυτή. Η πολιτική υπό μια έννοια συνίσταται στη διανομή αξιών και αγαθών εντός του κοινωνικού συνόλου. Καθώς οι επιθυμίες και οι ανάγκες των ατόμων είναι άπειρες και αντίστοιχα οι διαθέσιμοι πόροι για την ικανοποίηση αυτών είναι πεπερασμένοι, τα διλήμματα ανακύπτουν ως αποτέλεσμα τις αναντιστοιχίας πόρων και αναγκών. Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η άναρχη δομή του διεθνούς συστήματος αναδεικνύει ως υπέρτατη αρχή την αυτοβοήθεια και ως εκ τούτου ωθεί τα κράτη σε ένα διαρκή αγώνα για κατάκτηση της απαραίτητης ισχύος που θα τους επιτρέψει πρωτίστως να επιβιώσουν εντός ενός ανταγωνιστικού πλαισίου και δευτερευόντως να αναβαθμίσουν τη θέση τους στον παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος και να αναπτυχθούν. Παρά το γεγονός ότι το σύγχρονο διεθνές σύστημα δε χαρακτηρίζεται από πλήρη αναρχία καθώς η ύπαρξη πολλών διεθνών οργανισμών και κανόνων δικαίου εξασφαλίζει ένα επίπεδο τάξης, συνεργασίας και επικοινωνίας, η αβεβαιότητα και η έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στα κράτη παραμένουν βασικά χαρακτηριστικά αυτού.

 Αυτή η αβεβαιότητα σε συνθήκες κρίσης μεγιστοποιείται και η ανάγκη που δημιουργεί η έκτακτη φύση της διαμορφωθείσας κατάστασης δημιουργεί διλήμματα στους αρμόδιους λήπτες αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής. Η αδυναμία επίγνωσης του πόση ισχύ είναι αρκετή για την κρατική επιβίωση και η πληθώρα στόχων που θέτουν τα κράτη, σε συνδυασμό με τη σπανιότητα των διεκδικούμενων πόρων, δημιουργεί συχνά ένα πλαίσιο παιγνίου μηδενικού αθροίσματος όπου το κέρδος της μιας πλευράς αποτελεί απώλεια της άλλης, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κρίσεις και συγκρουσιακές καταστάσεις.

Σε συνθήκες ομαλότητας τα διλήμματα εξωτερικής πολιτικής συνίστανται στη βέλτιστη χρήση των υπαρχόντων μέσων προς εξυπηρέτηση του μεγαλύτερου δυνατού ποσοστού των εθνικών στόχων, στο πλαίσιο ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού. Υπό καθεστώς κρίσης όμως, η αύξηση της αβεβαιότητας, η ελλιπής πληροφόρηση σχετικά με τις προθέσεις του αντιπάλου, η πιθανότητα της κλιμάκωσης σε ένοπλη σύγκρουση, η αύξηση του αισθήματος απειλής και ο περιορισμένος χρόνος αντίδρασης, η αλλαγή των προτεραιοτήτων και η υποχώρηση του μακροχρόνιου σχεδιασμού έναντι της εστίασης στο άμεσο πρόβλημα, καθιστά τα διλήμματα πιο έντονα καθώς οι επαπειλούμενες αξίες μπορεί να είναι θεμελιώδεις (core values) όπως η εδαφική ακεραιότητα και η πολιτική ανεξαρτησία του κράτους.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει χαρακτηριστικά στο διάλογο μεταξύ Μηλίων και Αθηναίων ότι «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». Σε ένα Χομπσιανό κόσμο η προαναφερθείσα ρήση θα λειτουργούσε ως αξίωμα και η ενδεδειγμένη απόφαση σε περίπτωση κρίσης θα εδραζόταν σε αυτή. Στον σύγχρονο κόσμο όμως, οι αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής δε στηρίζονται μόνο στην ισορροπία ισχύος αλλά λαμβάνουν υπόψη και μια πληθώρα άλλων παραγόντων όπως τη δομή του διεθνούς και περιφερειακού συστήματος, τις αναγνωρισμένες νόρμες και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, τις επικρατούσες αξίες της διεθνούς κοινωνίας, την εθνική κουλτούρα κ.λ.π. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο αυξημένης αλληλεξάρτησης συνεπεία της παγκοσμιοποίησης και της υποχρέωσης σεβασμού των διεθνών κανόνων και αξιών ανακύπτουν δύο βασικά διλήμματα στη λήψη αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής σε συνθήκες κρίσης:

α. Πώς θα καταφέρει ένα κράτος να δείξει διαλλακτικότητα και διάθεση συμβιβασμού χωρίς να δείξει αδυναμία και θεωρηθεί ότι επιδιώκει τον κατευνασμό.

β. Πώς ένα κράτος θα δείξει αποφασιστικότητα και ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο χωρίς να παρερμηνευθεί ότι επιδιώκει την κλιμάκωση και τον πόλεμο.

Πρωταρχική σημασία έχει η αντίληψη (perception) που έχει για την κατάσταση ο κάθε λήπτης απόφασης και όχι η πραγματική κατάσταση αυτή καθαυτή γιατί βάσει της αντίληψης αυτής θα αποφασίσει τις κινήσεις του. Ουσιαστικά η πεποίθηση του δρώντα για το τι πιστεύει ότι ισχύει δημιουργεί αυτό που ο Michel Foucault ονομάζει καθεστώς αλήθειας και το οποίο παράγει τα αποτελέσματα μιας πραγματικής κατάστασης.

Εφόσον λοιπόν στην πρώτη περίπτωση εκληφθεί η ειλικρινής διαλλακτική στάση ενός κράτους ως ένδειξη υποχωρητικότητας ενδέχεται να λειτουργήσει ενισχυτικά ως προς τις απαιτήσεις του αντιπάλου. Ο κατευνασμός (πραγματικός ή εκλαμβανόμενος) έχει αποτελέσματα μόνο όταν χρησιμοποιείται προσωρινά ως τακτική για να κερδηθεί ο απαραίτητος χρόνος για προετοιμασία, μακροπρόθεσμα όμως αυξάνει τις πιθανότητες πολεμικής σύγκρουσης. Η ιστορία βρίθει από ανάλογα παραδείγματα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η στάση της Ελλάδας έναντι των ιταλικών προκλήσεων το 1940 και η κατευναστική διάθεση της Βρετανίας και της Γαλλίας έναντι του Χίτλερ τη δεκαετία του 1930.

 Η επιλογή της διαπραγματευτικής οδού, με την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται προσχηματικά για τη συγκέντρωση πληροφοριών και το κέρδος χρόνου, δημιουργεί επίσης ένα δίλημμα. Σε περίπτωση που ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις και η εξέλιξη τους δεν είναι η αναμενόμενη για κάποια πλευρά, το θιγόμενο μέρος θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει τους απαραίτητους συντελεστές για την αποτροπή της επιβολής μιας μονομερούς λύσης. Επανερχόμενοι στη δεύτερη περίπτωση, η υιοθέτηση μιας σκληρότερης γραμμής από το κράτος Α, τόσο σε επίπεδο δηλώσεων όσο και συμβολικών κινήσεων με αποτρεπτικό σκοπό, μπορεί εύκολα να παρερμηνευθεί από το κράτος Β ως προπαρασκευαστικές ενέργειες πολέμου. Αυτό θα δημιουργήσει ένα δίλημμα ασφαλείας στο κράτος Β, το οποίο με τη σειρά του θα προβεί σε ενέργειες εξισορρόπησης της αντιλαμβανόμενης απειλής, προκαλώντας αντίστοιχο δίλημμα ασφαλείας στο κράτος Α. Κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου το εκατέρωθεν δημιουργούμενο δίλημμα ασφαλείας προκαλεί κλιμάκωση της κρίσης. Σε περίπτωση δε που το κράτος Β επιθυμεί την ένοπλη σύρραξη, δύναται να προκαλέσει σκοπίμως κλιμάκωση, αποδίδοντας την ευθύνη στις αρχικές κινήσεις του κράτους Α.

 Η αποτροπή είναι στην ουσία μια απειλή κυρώσεων που στοχεύει στη διατήρηση του status quo και δημιουργεί ένα δίλημμα τόσο στο κράτος-δέκτη όσο και στο κράτος-πομπό. Το πρώτο καλείται να αποφασίσει αν θα προβεί σε ανατρεπτικές ενέργειες του status quo διακινδυνεύοντας την επιβολή των κυρώσεων και το δεύτερο καλείται να αποφασίσει αν θα υλοποιήσει την απειλή ή όχι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του απειλούμενου. Και οι δύο επιλογές ενέχουν την πιθανότητα κόστους, η υλοποίηση της απειλής θα οξύνει την κατάσταση και ενδέχεται να οδηγήσει σε σύρραξη με απρόβλεπτα αποτελέσματα ενώ η μη υλοποίησή της θα καταστήσει το κράτος αναξιόπιστο και θα ενθαρρύνει τον αντίπαλο. Παράδειγμα επιτυχημένης αποτροπής αποτελεί η αμερικανική στάση έναντι της ΕΣΣΔ στην κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962, ενώ αντίθετα στην περίπτωση των Ιμίων το 1996, η Ελλάδα παρά την απειλή χρήσης βίας του τότε Έλληνα πρωθυπουργού σε περίπτωση παραβίασης εθνικού εδάφους, όχι μόνο δεν απέτρεψε την απόβαση τουρκικών δυνάμεων στη δυτική βραχονησίδα των Ιμίων αλλά και δεν προχώρησε στην υλοποίηση της απειλής, θίγοντας την αξιοπιστία της χώρας.

 Η απόφαση για χρήση βίας όμως στο πλαίσιο μιας κρίσης είναι κάτι που αφενός είναι πάντα υπαρκτό ως πιθανότητα αλλά αφετέρου προκαλεί εύλογους προβληματισμούς. Κατ’ αρχάς η έκβαση μιας στρατιωτικής αναμέτρησης δεν είναι ποτέ εξασφαλισμένη. Επιπροσθέτως συνεπάγεται αυξημένο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, ιδίως αν οδηγήσει σε γενικευμένο πόλεμο, ενώ δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η αρνητική επίδραση που έχει στους συντελεστές ήπιας ισχύος ενός κράτους. Συντελεστές οι οποίοι μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση των εθνικών στόχων εντός μιας διεθνούς κοινωνίας που μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους έχει αποκηρύξει τη βία ως μέσο άσκησης πολιτικής. Φυσικά το δίλημμα της χρήσης βίας εξαρτάται από την κατά περίπτωση κρίση και ιδίως από τη σοβαρότητα και την αμεσότητα της απειλής καθώς και τη σημασία της απειλούμενης αξίας. Ακριβώς όμως επειδή σε συνθήκες κρίσης, η αντίληψη που διαμορφώνουν οι λήπτες αποφάσεων για την επικρατούσα κατάσταση μπορεί να απέχει από την πραγματικότητα, το δίλημμα αυτό στηρίζεται αρκετές φορές σε υποκειμενικές εκτιμήσεις.

Διλήμματα ηθικής φύσης μπορούν να προκύψουν όταν εξαιρετικές καταστάσεις απαιτήσουν τη λήψη εξαιρετικών μέσων για την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική οπτική του Μακιαβέλλι, η δημόσια ηθική διαφέρει από την προσωπική και ένας ηγέτης οφείλει να ξέρει να δρα ταυτόχρονα και ως άνθρωπος και ως θηρίο. Αν και η προστασία του εθνικού συμφέροντος είναι η πρώτιστη επιταγή, στη σύγχρονη εποχή με την ανάπτυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δύσκολα αυτό θα αποτελέσει μια λευκή επιταγή που θα δικαιολογήσει τη χρήση κάθε μέσου. Ως παράδειγμα θα αναφερθεί η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού εκ μέρους της Τουρκίας στο πλαίσιο υβριδικών επιχειρήσεων. Αν και η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να υπερασπιστεί τα σύνορά της από μαζικές παραβιάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εσωτερική αποσταθεροποίηση, πιθανή χρήση μέσων όπως βίαιες απωθήσεις, δημιουργούν ηθικά διλήμματα ενώ παράλληλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν προπαγανδιστικά από τον αντίπαλο για να τρωθεί το κύρος της χώρας. Το διεθνές κύρος οικοδομείται δύσκολα και μία μόνο λάθος κίνηση μπορεί να το καταστρέψει, μετατρέποντας τη χώρα σε μαύρο πρόβατο.

 Παρεμφερές είναι και το δίλημμα που ανακύπτει κατά τη διάρκεια ανθρωπιστικών κρίσεων και αναφέρεται στο αν και σε ποιο βαθμό δικαιούται ένα κράτος ή μια ομάδα κρατών να επέμβει στα εσωτερικά ενός άλλου κράτους, όταν αυτό διαπράττει εγκλήματα εναντίον ενός μέρους του πληθυσμού του. Από τη μία υπάρχει η βασική αρχή του βεστφαλιανού συστήματος περί μη επέμβασης στα εσωτερικά των κρατών αλλά από την άλλη υπάρχει η ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης ζωής και η αντίληψη της διεθνούς κοινωνίας ότι οι ηγέτες έχουν το καθήκον της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο και όχι αποκλειστικά στη χώρα τους. Η πίεση της κοινής γνώμης για επέμβαση αλλά και το κόστος των απωλειών, είναι παράγοντες που βαρύνουν ιδιαίτερα την τελική απόφαση. Η προσήλωση στο απαραβίαστο των αρχών του βεστφαλιανού συστήματος όπως η αρχή της μη επέμβασης στο εσωτερικό άλλων κρατών μπορεί να δώσει άλλοθι σε εγκληματικές ενέργειες εκ μέρους ορισμένων κρατών. Αντίθετα η παραβίαση της εν λόγω αρχής για ανθρωπιστικούς λόγους μπορεί να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο και να χρησιμοποιηθεί προσχηματικά και καταχρηστικά για επεμβάσεις, προκαλώντας αστάθεια και ανασφάλεια.

 Η εμφάνιση μιας κρίσης όπως αναφέρθηκε, οδηγεί σε αλλαγή προτεραιοτήτων και η ανάγκη αντιμετώπισης της παρουσιασθείσας πρόκλησης δύναται να διακινδυνεύσει άλλους επιδιωκόμενους στόχους και αξίες του κράτους. Με την προϋπόθεση ότι η πρόκληση που συνεπάγεται η κρίση δεν αναφέρεται σε θεμελιώδεις αξίες που άπτονται της επιβίωσης του ίδιου του κράτους, οπότε η δραστική αντιμετώπισή της θεωρείται δεδομένη, προκύπτει η ανάγκη στάθμισης της σχετικής αξίας των αμοιβαία αποκλειόμενων στόχων. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η κρίση των νήσων Falklands το 1982 που οδήγησε στον ομώνυμο πόλεμο μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Αργεντινής. Τον Απρίλιο του 1982 η Αργεντινή κατέλαβε τα εν λόγω νησιά, τα οποία βρίσκονται 650 χιλιόμετρα και σχεδόν 13.000 χιλιόμετρα, από την Αργεντινή και τη Βρετανία αντίστοιχα. Παρά τη μεγάλη απόσταση από τη μητροπολιτική χώρα και το γεγονός ότι επρόκειτο για νησιά με ολιγομελή πληθυσμό που στηρίζονταν οικονομικά στη γεωργία, δεν έπαυαν να αποτελούν βρετανικό έδαφος και άρα η κατάληψή τους αποτελούσε πλήγμα στο κύρος της Βρετανίας. Για την τότε πρωθυπουργό Margaret Thatcher, η αποκατάσταση της βρετανικής κυριαρχίας στα Falklands ήταν αδιαπραγμάτευτη. Αντιθέτως το Υπουργείο Εξωτερικών έχοντας κατά νου τα βρετανικά συμφέροντα στη λατινική Αμερική, δεν θεωρούσε τα Falklands τόσο σημαντικά ώστε να διαταραχθούν οι σχέσεις με τα κράτη της περιοχής. Μια στρατιωτική απάντηση θα είχε μεγάλο οικονομικό κόστος σε μια περίοδο όπου επικρατούσε ύφεση, θα προκαλούσε αρνητικές διεθνείς αντιδράσεις, θα δυσκόλευε τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ και ενείχε τον κίνδυνο της ήττας λόγω του πλεονεκτήματος της εγγύτητας στις βάσεις τους που διέθεταν οι ένοπλες δυνάμεις της Αργεντινής. Τελικά στο δίλημμα επικράτησε η άποψη της Thatcher και η απόφαση υπέρ της στρατιωτικής ανακατάληψης των Falklands, όπερ και εγένετο.

 Τέλος, κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ενδέχεται να προκύψει δίλημμα μεταξύ επιβίωσης του καθεστώτος και επιβίωσης του κράτους. Ιδίως σε περιπτώσεις όπου υπάρχει έντονη ανισορροπία ισχύος μεταξύ δύο πλευρών, η αδύναμη πλευρά θα κληθεί να επιλέξει μεταξύ της προοπτικής μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης με πιθανά καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα και ενός επώδυνου συμβιβασμού με σημαντικό πολιτικό κόστος στο εσωτερικό. Αν πρόκειται για αυταρχικά, αντιλαϊκά καθεστώτα όπου τυχόν πτώση αυτών εγκυμονεί κινδύνους ακόμα και για τη φυσική επιβίωση των ηγεσιών των, το δίλημμα αυτό καθίσταται εξόχως πιο έντονο.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Τα διλήμματα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής διαδικασίας, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Σε συνθήκες ομαλότητας τα διλήμματα έχουν να κάνουν πρωτίστως με την ιεράρχηση των στόχων, την επιλογή των κατάλληλων μέσων και την βέλτιστη κατανομή αυτών προκειμένου να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον.

 Οι κρίσεις δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο και δεν έχουν απαραίτητα αρνητική χροιά καθώς δύναται να συμβάλλουν στην αποσαφήνιση και διευθέτηση χρονιζόντων προβλημάτων. Συνήθως όμως η κρίση αναφέρεται σε ένα έκτακτο γεγονός το οποίο εμφανίζεται στο πλαίσιο μιας διαμάχης και αφορά σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο αυξάνει το επίπεδο της εχθρικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και σηματοδοτεί την επιδείνωση της μεταξύ τους κατάστασης.

Σε συνθήκες κρίσης οι λήπτες αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, αυξημένου αισθήματος απειλής σε βασικές αξίες, περιορισμένου χρόνου αντίδρασης και πάντα υπό το πρίσμα μιας πιθανής ένοπλης σύρραξης. Το ψυχολογικό πλαίσιο που διαμορφώνει η έκτακτη κατάσταση και η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισής της αλλάζει τις προτεραιότητες και δημιουργεί έντονα και πιεστικά διλήμματα στους ιθύνοντες λήψης αποφάσεων. Βασικό πολιτικό δίλημμα αποτελεί η ανάγκη προστασίας της απειλούμενης αξίας και η ταυτόχρονη αποφυγή της πιθανότητας μετεξέλιξης της κρίσης σε πολεμική αναμέτρηση ιδίως με υπαιτιότητα του ιδίου κράτους. Στο μεταπολεμικό κόσμο η χρήση βίας έχει απονομιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής και επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις της νόμιμης άμυνας και της ανάληψης δράσης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προκειμένου να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ασφάλεια και ειρήνη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα κράτος δεν αρκεί να έχει το δίκιο με το μέρος του σε μια κρίση αλλά οφείλει να τη διαχειριστεί κατά τρόπο που να μη θεωρηθεί υπεύθυνο για τη διατάραξη της ειρήνης και της ασφάλειας. Απότοκο αυτού είναι η δημιουργία προκλήσεων και διλημμάτων στο πλαίσιο που δημιουργεί η ανάγκη υιοθέτησης μιας στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική που θα συνδυάζει το κατάλληλο μείγμα από τη μία, διάθεσης διαλλακτικότητας και συμβιβασμού και από την άλλη, αποφασιστικότητας για δράση χωρίς ταυτόχρονα να δίνει την παραπλανητική εντύπωση κατευναστικής ή πολεμοχαρούς διάθεσης αντίστοιχα, τόσο προς τον αντίπαλο όσο και προς τη διεθνή κοινότητα.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Κατά τη λήψη αποφάσεων στο πεδίο της εξωτερικής επιδρά ένα πλήθος παραγόντων όπως οι ευκαιρίες και οι περιορισμοί που θέτει το διεθνές και το περιφερειακό περιβάλλον, οι πιέσεις του εσωτερικού πολιτικού συστήματος, η εθνική κουλτούρα, η προσωπικότητα, οι αξίες και τα προσωπικά συμφέροντα των ληπτών αποφάσεων, οι συντελεστές ισχύος του κράτους κ.λ.π. Καθώς η ισχύς παραμένει το νόμισμα της διεθνούς πολιτικής, η μέριμνα για την συνεχή αναβάθμιση των συντελεστών σκληρής και ήπιας ισχύος οφείλει να είναι προτεραιότητα για κάθε κρατική οντότητα καθώς εξασφαλίζει ένα μεγαλύτερο εύρος επιλογών τόσο σε συνθήκες ομαλότητας όσο και κρίσης. Επί παραδείγματι, ένα κράτος με ανίσχυρες Ένοπλες Δυνάμεις δεν δύναται να χρησιμοποιήσει, τουλάχιστον πειστικά, την τακτική της αποτροπής.

 Καθώς οι κρίσεις αν και δε σπανίζουν στην πολιτική, ενέχουν το στοιχείο της έκπληξης υπό την έννοια ότι ενδέχεται να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή, είναι απαραίτητο να έχει προβλεφθεί ποιος θα είναι ο αρμόδιος φορέας που θα διαχειριστεί την έκτακτη κατάσταση. Ο φορέας αυτός μπορεί να είναι είτε ένα μόνιμο όργανο όπως το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSC) είτε ad hoc επιτροπές όπως η Εκτελεστική Επιτροπή (ExComm) που κλήθηκε να διαχειρισθεί την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962.

Η ύπαρξη ενός μόνιμου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων που θα παρακολουθεί σε καθημερινή βάση τις εξελίξεις θα καταστήσει δυνατή την αναγνώριση τάσεων που προμηνύουν την εμφάνιση μιας κρίσης, παρέχοντας τη δυνατότητα εκδήλωσης ενεργειών πρόληψης αυτής. Ταυτόχρονα όμως απαιτείται η έκδοση σχεδίων δράσης επί διαφόρων πιθανών σεναρίων ώστε να επιτευχθεί η άμεση και έγκυρη εκδήλωση ενεργειών εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο.

 Η εκπόνηση σχεδίων και η τακτική αναθεώρησή τους δεν είναι αρκετή. Τα σχέδια αυτά θα πρέπει να δοκιμάζονται στην πράξη μέσω της διενέργειας προσομοιώσεων ή ασκήσεων επί χάρτου, όπου μέσω της εξέτασης διαφόρων σεναρίων θα εκπαιδεύονται από κοινού οι εμπλεκόμενοι με τη διαχείριση της κρίσης, αποκτώντας εμπειρία, έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και συντονισμό ενεργειών.

Κατά τη διάρκεια κρίσεων υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να γίνουν λάθη κατά τη λήψη αποφάσεων λόγω των ιδιαιτέρων συνθηκών που επικρατούν. Η αυξημένη αβεβαιότητα από την ανεπάρκεια ή την αδυναμία επαλήθευσης πληροφοριών, η κόπωση (σωματική και πνευματική), η παρανόηση των κινήσεων και κινήτρων του αντιπάλου, τα αυξημένα επίπεδα στρες και η πίεση χρόνου δημιουργούν τις προϋποθέσεις για λάθος εκτιμήσεις και επιλογές. Ως εκ τούτου κρίνεται απαραίτητη:

α. Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος που θα αντλεί και θα επεξεργάζεται άμεσα τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διαμόρφωση της απαραίτητης εικόνας αλλά ταυτόχρονα θα ανατροφοδοτεί το σύστημα σχετικά με την επίδραση των ληφθέντων μέτρων.

β. Η στελέχωση των αρμοδίων οργάνων απόφασης με άτομα τα οποία αφενός έχουν σχετική εκπαίδευση με το αντικείμενο της κρίσης και αφετέρου διαθέτουν την απαραίτητη σωματική και πνευματική αντοχή.

γ. Η δημιουργία και λειτουργία ανεπίσημων καναλιών επικοινωνίας με την αντίπαλη πλευρά, τα οποία θα συμβάλουν στην αποφυγή παρανοήσεων και στην αποκλιμάκωση της κρίσης.

δ. Η συμμετοχή στις ομάδες αποφάσεων, ατόμων που έχουν ασχοληθεί με μελέτες περιοχής (area studies), τα οποία έχοντας γνώση της εσωτερικής πολιτικής σκηνής, της κουλτούρας και της κοσμοθεωρίας του αντιπάλου θα συμβάλουν στην αντικειμενικότερη εκτίμηση των προθέσεων, κινήσεων και διλημμάτων  αυτού.

ε.  Η σταδιακή κλιμάκωση και η παροχή ικανού χρόνου στον αντίπαλο ώστε να εκτιμήσει την κατάσταση και να εξετάσει το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης.

Τέλος, από τη στιγμή που θα καθορισθεί ο αντικειμενικός σκοπός, θα πρέπει να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα από τα πλέον επίσημα χείλη τόσο προς το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό, ενώ όλα τα διπλωματικά, πολιτικά και στρατιωτικά μέσα θα κινηθούν συντονισμένα προς επίτευξη του πολιτικού σκοπού. Κινήσεις που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό αυτό και γίνονται για λόγους εντυπωσιασμού πρέπει να αποφεύγονται.

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024