20/05/2024

Το ζήτημα της μειονότητας των Ουιγούρων στην Κίνα

Τρία μικρά κορίτσια ουιγουρικής καταγωγής στην κυριακάτικη αγορά της πόλης Χοτάν, στην αυτόνομη επαρχία Σιντσιάνγκ της Κίνας - Οκτώβριος 2005

Γράφει ο Σάββας Ασικίδης
Φοιτητής Πολιτικών Επιστημών του Δ.Π.Θ.

 

 

 


Πριν από λίγες ημέρες, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Τζο Μπάιντεν, έστειλε τις ευχές του σε όλους τους μουσουλμάνους του κόσμου με αφορμή την έναρξη του εορτασμού του Ραμαζανιού. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου μηνύματος, ανέφερε πως οι ΗΠΑ, όπως και οι εταίροι της, στέκουν αλληλέγγυες στο πλευρό όλων των διωκόμενων μουσουλμανικών μειονοτήτων της υφηλίου. Μεταξύ άλλων, έκανε ιδιαίτερη μνεία στους καταπιεσμένους πληθυσμούς των Ουιγούρων που κατοικούν στην κινεζική επικράτεια. Με τον τρόπο αυτό, ο αμερικανός Πρόεδρος κατάφερε να επαναφέρει στο προσκήνιο το χρόνιο αυτό ζήτημα, σε μια περίοδο που οι σχέσεις των δύο χωρών είναι αρκετά τεταμένες.

Detainees listening to speeches in a camp in Lop County, Xinjiang, April 2017

 Μέσα στα σύνορα της, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αριθμεί, περίπου, ενάμιση δισεκατομμύρια κατοίκους, αποτελώντας ένα από τα πολυπληθέστερα κράτη της υφηλίου. Εντός του τεράστιου πληθυσμιακού συνόλου της, ανιχνεύονται αρκετές μειονοτικές ομάδες, πενηνταέξι εκ των οποίων αναγνωρίζονται από το ίδιο το κινεζικό κράτος. Στο βορειοδυτικό της τμήμα και, συγκεκριμένα, στην αυτόνομη επαρχία της Σιντσιανγκ, εντοπίζονται μερικές εθνικές ομάδες, όπως αυτές των Κυργιζίων, των Τατζίκων και των Μογγόλων. Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες είναι και οι Ουιγούροι. Οι Ουιγούροι είναι μια μουσουλμανική μειονότητα ανθρώπων με τουρκικές ρίζες, με τις κοινότητες της να εντοπίζονται τόσο στην Ασιατική, όσο και στην Ευρωπαϊκή και Αμερικανική ήπειρο. Κατά τις δεκαετίες του 1930 και του 1940, η μειονότητα των Ουιγούρων επιχείρησε ανεπιτυχώς να αποσχιστεί από το κινεζικό κράτος. Μετά από αυτήν την απόπειρα, αρκετά της μέλη έφυγαν στο εξωτερικό. Ωστόσο, όσοι παρέμειναν στην περιοχή της Σιντζιάνγκ, δέχθηκαν, κατά διαστήματα, τις βίαιες επιθέσεις των Κινέζων Χαν, αλλά και την σκληρή πολιτική του Πεκίνου.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το κινεζικό κράτος βιώσε αρκετές τρομοκρατικές επιθέσεις, αποδιδόμενες σε ισλαμιστές ή Ουιγούρους αυτονομιστές. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, προχώρησε στην εφαρμογή ορισμένων δραστικών μέτρων επιτήρησης των μουσουλμανικών μειονοτήτων της Σιντσιανγκ, δημιουργώντας ακόμα και στρατόπεδα κράτησης. Το Πεκίνο υποστηρίζει πως οι δομές αυτές οικοδομήθηκαν στοχεύοντας στην επαγγελματική εκπαίδευση των πολιτών, αλλά και στην συνακόλουθη πρόληψη και καταπολέμηση της φτώχειας και της τρομοκρατίας. Ωστόσο, διεθνείς εκθέσεις και μαρτυρίες των ίδιων των κρατουμένων παρουσιάζουν διαφορετικά τα γεγονότα. Το 2020, σύμφωνα με έκθεση του γερμανού ερευνητή, Άντριαν Ζενζ, η κινεζική ηγεσία εφάρμοσε διάφορες ιατρικές τακτικές εντός των δομών, όπως οι αμβλώσεις και οι υποχρεωτικές στειρώσεις, στοχεύοντας έτσι στην πληθυσμιακή μείωση των μουσουλμανικών μειονοτήτων. Προσπαθώντας να αντικρούσει τις συγκεκριμένες κατηγορίες, η κινεζική ηγεσία ανέφερε πως από το 1978 έως και το 2018, ο πληθυσμός των Ουιγούρων στην συγκεκριμένη περιοχή είχε σχεδόν διπλασιαστεί. Παρόλα αυτά, η έκθεση το γερμανού ερευνητή ενισχύεται και με μαρτυρίες από τα στρατόπεδα κράτησης της βορειοδυτικής Κίνας, οι οποίες πέρα από βασανισμούς και σεξουαλικές κακοποιήσεις, αναφέρονται και στην χορήγηση φαρμάκων και ενέσεων με στόχο την αντισύλληψη.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ που διενεργήθηκε στις αρχές του 2021 από το βρετανικό δίκτυο του BBC, εντός των στρατοπέδων κράτησης των φυλακισμένων Ουιγούρων λαμβάνει χώρα μια πληθώρα βασανιστηρίων και σεξουαλικών κακοποιήσεων. Όπως αναφέρει στην ιστοσελίδα του, αρκετές πρώην κρατούμενες, αλλά και ένας φρουρός, υποστηρίζουν πως είτε είδαν, είτε βίωσαν ένα οργανωμένο σύστημα μαζικών βιασμών, σεξουαλικής κακοποίησης και βασανιστηρίων. Ακολούθως, σύμφωνα με έρευνα του Australian Strategic Policy Institute, τα στρατόπεδα ¨επαγγελματικής επανεκπαίδευσης” (όπως ονομάζονται από το Πεκίνο), συνδέονται με τον εργασιακό εξαναγκασμό των κρατουμένων στις τοπικές βιομηχανικές ζώνες. Αξιοπερίεργο είναι, βέβαια, το γεγονός πως η κινεζική ηγεσία δεν έχει επιτρέψει την ανεξάρτητη και ελεύθερη είσοδο σε διπλωματικές αποστολές, δημοσιογράφους και ανθρωπιστικές οργανώσεις εντός των δομών, με την είσοδο στην περιοχή να γίνεται μόνο υπό αυστηρή επιτήρηση και συνοδεία.

Παρατηρώντας τα συγκεκριμένα γεγονότα, η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να μην παραμείνει άπραγη. Ειδικότερα, πριν από μερικά χρόνια, μέσα από την υιοθέτηση ψηφίσματος, μέλη του καναδικού κοινοβουλίου παρομοίασαν της πράξης της Κίνας απέναντι στην μειονότητα των Ουιγούρων με “γενοκτονία”. Η κίνηση αυτή ήταν αρκετή για να δημιουργήσει τριγμούς στις σχέσεις των δύο χωρών. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι γειτονικές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πριν από περίπου 2 χρόνια, ο αμερικανός Πρόεδρος προχώρησε στην υπογραφή νόμου, ο οποίος και απαγόρευσε την εισαγωγή πολλών προϊόντων από την κινεζική επαρχία της Σιντζιάνγκ. Η κίνηση αυτή αποτέλεσε μια ενδειξη διαμαρτυριας, με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, να καλεί την κινεζική κυβέρνηση να σταματήσει τα εγκλήματα κατά της μειονότητας των Ουιγούρων.

Ακολούθως, τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, μέσα από έκθεση του, αναφέρθηκε στο ζήτημα της καταπίεσης των Ουιγούρων, κάνοντας λόγο για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και “πιθανά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας”. Το κύριο συμπέρασμα που εξάγεται από την έκθεση είναι πως “το εύρος των αυθαίρετων και μεροληπτικών κρατήσεων μελών των Ουιγούρων και άλλων κύριως μουσουλμανικών μειονοτήτων (…) μπορεί να σημαίνει πως διαπράχθηκαν διεθνή εγκλήματα, ιδίως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας”, με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ να υποστηρίζει πως οι μαρτυρίες για επανειλημμένα βασανιστήρια, εξαναγκαστικές ιατρικές θεραπείες, αλλά και καταγγελίες για σεξουαλική βία, μοιάζουν αξιόπιστες. Βέβαια, όπως ήταν λογικό, η συγκεκριμένη έκθεση προκάλεσε την οργή του Πεκίνου, το οποίο και υποστήριξε πως το έγγραφο στηρίζεται σε κατασκευασμένα, από αντι-κινεζικές δυνάμεις, ψεύδη, με στόχο την δυσφήμιση της Κίνας, αλλά και την διευκόλυνση της αναμειξης τρίτων χωρών στις εσωτερικές κινεζικές υποθέσεις. 

Όπως παρατηρούμε, μέχρι σήμερα, το συγκεκριμένο ζήτημα κατάφερε να αποτελέσει πηγή προστριβών και εντάσεων ανάμεσα στο κινεζικό κράτος και την διεθνή κοινότητα. Βέβαια, το τρομακτικό της όλης υπόθεσης είναι πως οι εκθέσεις που δημοσιεύονται, αλλά και οι μαρτυρίες που μας έρχονται από όσους κατάφεραν να δραπετεύσουν από τις “εγκαταστάσεις επανεκπαίδευσης”, μας μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Μας φέρνουν στο νου τις εικόνες των “στρατοπέδων συγκέντρωσης” της Ναζιστικής Γερμανίας και των “στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας” της Σοβιετικής Ένωσης. Εικόνες που επηρέασαν την παγκόσμια ιστορία, αλλά και τις ηθικές αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024