22/05/2024

Πόσο ρεαλιστική είναι μια προσέγγιση Τουρκίας Συρίας;

Φωτογραφία αρχείου

 

Γράφει η Γιώτα Χουλιάρα

 

Κατά τη διάρκεια της έκτακτης συνεδρίασης των μελών του Αραβικού Συνδέσμου, η οποία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή,ελήφθη η απόφαση για επιστροφή της Συρίας στους κόλπους της οργάνωσης μετά από 12 έτη αναστολής. Η απόφαση για απομάκρυνση της Συρίας, η οποία είχε επιδοθεί στον πρόεδρο της χώρας Μπασάρ Αλ Άσαντ, ελιχε ληφθεί το μακρινό 2011, μετά την αιματηρή καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Ακολούθησε ένας βάναυσος εμφύλιος πόλεμος, όμως πλέον η Σαουδική Αραβία αναγνώρισε σιωπηλά πως ο Άσαντ είναι χωρίς καμία αμφιβολία ο νικητής και στην προσπάθεια να απομακρύνει τη Δαμασκό από την επιρροή της Τεχεράνης, έδωσε το πράσινο φως για επιστρφή της Συρίας.

Η απόφαση έμοιαζε να έχει γαλουχηθεί εδώ και καιρό, ιδιαίτερα καθώς το Κρεμλίνο είχε αναλάβει τις δικές του πρωτοβουλίες για την επιστροφή των διπλωματικών σχέσεων Συρίας Τουρκίας. Υπενθυμίζουμε πως ο Μπασάρ αλ Άσαντ πραγματοποίησε μια ιδιαίτερα σημαντική επίσκεψη στη Μόσχα στα μέσα Μαρτίου. Ένα από τα κύρια θέματα της ημερήσιας διάταξης της συγκεκριμένης επίσκεψης ήταν η τουρκοσυριακή συμφιλίωση την οποία η Ρωσία επιθυμεί διακαώς. Οι υπουργοί Άμυνας Τουρκίας και Συρίας είχαν ήδη συναντηθεί στη Μόσχα στις 28 Δεκεμβρίου 2022, σε μια συνάντηση υψηλού επιπέδου μεταξύ των δύο χωρών από την κατάρρευση των σχέσεών τους το 2011. Μετά από αυτή τη συνάντηση, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εξέφρασε την επιθυμία του να συναντηθεί τελικά με τον Άσαντ, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να αφήσουν στην άκρη τα όποια προσωπικά ζητήματα τους χωρίζουν  για το καλό των χωρών τους. Ωστόσο, σε αυτό το πλαίσιο, η δήλωση του Άσαντ  ότι δεν θα συναντούσε τον Ερντογάν μέχρι να τελειώσει η τουρκική κατοχή στη Συρία ήταν ένα σαφές μήνυμα ότι η συμφιλίωση των δυο χωρών δεν θα είναι εύκολη, πόσο μάλλον τώρα που η απομόνωση του Άσαντ έπαψε να υφίσταται με την επιστροφή της χώρας του στους κόλπους του Αραβικού Συνδέσμου.

Οι προσπάθειες της Άγκυρας να συμφιλιωθεί με τη Δαμασκό εισάγουν μια νέα φάση στη δεκαετή και συνεχώς εξελισσόμενη πολιτική της Τουρκίας απέναντι στη Συρία. Παρόλο που η τουρκική κυβέρνηση είχε απειλήσει το προηγούμενο έτος  ότι θα πραγματοποιούσε νέα στρατιωτική χερσαία επίθεση στη βόρεια Συρία, καμία τέτοια επιχείρηση δεν πραγματοποιήθηκε- σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της άρνησης Ρωσίας και ΗΠΑ να δώσουν το πράσινο φως στον Ερντογάν.

Ταυτόχρονα, οι πιέσεις Πούτιν για πρόοδο στις διμερείς σχέσεις Τουρκίας-Συρίας και η είσοδος του Ιράν στο παιχνίδι των διαπραγματεύσεων, έκαναν την τουρκική κυβέρνηση να δείχνει μεγαλύτερη προθυμία να συνεργαστεί με τον Άσαντ, κάτι που θα έβλαπτε τα κέρδη των Κούρδων της Συρίας. Μην ξεχνάμε ότι οι Κούρδοι δεν αντιμετωπίζονται ιδιαίτερα φιλικά από τη συριακή κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι ο κουρδικός συνασπισμός των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) υπήρξε καθοριστικός στον αγώνα του ενάντια στο Ισλαμικό Χαλιφάτο (ISIS).

Καθώς λοιπόν ο σεισμός στα τουρκοσυριακά σύνορα άλλαξε τα σχέδια του Ερντογάν και επειδή η πολυπόθητη εισβολή εναντίον των Κούρδων που ζουν στη βόρεια περιοχή της Συρίας δεν πραγματοποιήθηκε, ο Τούρκος πρόεδρος, λίγο πριν από τις κρίσιμες για την πολιτική του επιβίωση προεδρικές εκλογές, ποντάρει σε μια συζήτηση ομαλοποίησης με περιφερειακούς και άλλους παράγοντες που μπορεί να του φέρουν τα κέρδη που επιθυμεί. Στόχος του είναι να ικανοποιήσει τη λαϊκιστική ελπίδα ότι η Τουρκία θα μπορέσει να επαναπατρίσει τα εκατομμύρια των Σύριων προσφύγων που διαμένουν στη χώρα, γεγονός που απεικονίζει τον Ερντογάν ως τον ηγέτη που μπορεί να επιφέρει πραγματική αλλαγή. Βέβαια, τον ίδιο στόχο για το ζήτημα έχει και η ενωμένη αντιποίτευση, καθώς κάτι ανάλογο έχει εξαγγείλει και ο Κεμάλ Κιλιντσάρογλου.

Ενώ, τόσο ο Ερντογάν όσο και ο Άσαντ, έχουν εκφράσει κατ’ αρχήν άνοιγμα σε διπλωματικές διαπραγματεύσεις, ειδικά μετά τους σεισμούς του Φεβρουαρίου, ο Ερντογάν είναι σαφώς πολύ πιο ενθουσιώδης για την προσέγγιση των δυο πλευρών. Η πλευρά Άσαντ, ωστόσο, παραμένει καχύποπτη για τις προθέσεις της τουρκικής κυβέρνησης. Χωρίς καμία συγκεκριμένη προσφορά από την Άγκυρα, μια συνάντηση Ερντογάν-Άσαντ θα νομιμοποιούσε απλώς τη θέση της Τουρκίας στη διαρκή τουρκική στρατιωτική κατοχή της βόρειας Συρίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Δαμασκός έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί τη στρατιωτική υποχώρηση της Τουρκίας ως προϋπόθεση για μια διπλωματική αναβίωση των σχέσεων των δυο χωρών. Αλλά η Άγκυρα είναι απίθανο να αποδεχθεί αυτή την απαίτηση.

Ο Άσαντ κατανοεί επίσης ότι η εκστρατεία δημοσίων σχέσεων του Ερντογάν η οποία ξεκίνησε πριν τις  κρίσιμες τουρκικές εκλογές έχει ως στόχο την ενίσχυση του Τούρκου προέδρου.  Ως εκ τούτου, η Δαμασκός στοχεύει να πάρει κάτι ουσιαστικό από την κυβέρνηση Ερντογάν ως αντάλλαγμα. Εάν η Τουρκία δεν προσφέρει καμία παραχώρηση τώρα, μπορεί να σηματοδοτήσει ότι ο Ερντογάν δεν βλέπει «σοβαρά»  τις διαπραγματεύσεις, κάτι που δεν θα δώσει στη Δαμασκό λόγο να βιαστεί να συμβάλει στην εκλογική νίκη του Ερντογάν.

Ο σκεπτικισμός του καθεστώτος Άσαντ και η απροθυμία της τουρκικής κυβέρνησης να προσφέρει παραχωρήσεις καθιστούν τη Ρωσία το κλειδί για την επίλυση του αδιεξόδου. Έναν τέτοιο ρόλο άλλωστε επιθυμεί και το Κρεμλίνο για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος θέλει να διατηρήσει τη θέση του ως ο κύριος διαιτητής στη συριακή σκηνή. Γι΄αυτό άλλωστε και οι συναντήσεις λαμβάνουν χώρα στη Μόσχα υπό την ρωσική επίβλεψη. Ενώ το δικό του ρόλο σε όλη την προσπάθεια παίζει και το Ιράν, το οποίο μοιάζει ανανεωμένο μετά την επαναπροσέγγισή του με τη Σαουδική Αραβία με τις ευλογίες της Κίνας.

Για τη Δαμασκό όμως, η σημερινή ισχυρή θέση της Τουρκίας έναντι της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία είναι ένα σημαντικό πρόβλημα. Η Άγκυρα δεν έχει κανένα κίνητρο να αποσύρει τα στρατεύματά της από εδάφη που ελέγχει στη Συρία. Να θυμίσουμε εδώ πως το 2020, όταν η Τουρκία σταμάτησε την προέλαση του Συριακού Στρατού σε εδάφη ανταρτών στην Ιντλίμπ, η Ρωσία δεν δίστασε να σκοτώσει Τούρκους στρατιώτες με έναν γρήγορο βομβαρδισμό. Σήμερα, ωστόσο, η Μόσχα αντιμετωπίζει ακραίο οικονομικό άγχος υπό το βάρος των διεθνών κυρώσεων και βρίσκει την Άγκυρα βασικό εταίρο για την υπέρβαση αυτού του αποκλεισμού. Ως εκ τούτου, η τουρκική κυβέρνηση φαίνεται να έχει το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις με τον Άσαντ, ο οποίος όμως εξαρτάται ιδιαίτερα από τη Ρωσία ή τουλάχοστον έτσι φαινόταν μέχρι πρόσφατα που ήταν απομονωμένος και μακριά από τα αραβικά κράτη. Από την άλλη, η τρέχουσα ώθηση της Μόσχας για διαπραγματεύσεις Άγκυρας-Δαμασκού αντί για κλιμάκωση της στρατιωτικής προέλασης της Τουρκίας αποκαλύπτει ότι η Ρωσία δεν επιθυμεί μια αντιπαράθεση με την Τουρκία για τη Συρία. Σκοπός της Μόσχας είναι να κλείσει αυτή η «αντιπαλότητα» των δυο χωρών- ας μην ξεχνάμε ότι ο Ερντογάν υποστήριξε ανοιχτά την συριακή αντιπολίτευση και τους αντάρτες που πλέον έχουν συγκεντρωθεί πέριξ του Ιντλίμπ.

Παράλληλα, οι Ρώσοι επιθυμούν να αποδυναμώσουν την παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και ιδίως στη Συρία, ενισχύοντας το τρίγωνο Μόσχας- Άγκυρας- Τεχεράνης και μετατρέποντας το σε μια ισχυρή τετραμερή συνεργασία με την προσθήκη της Δαμασκού. Ας μην ξεχνάμε πως οι ΗΠΑ στην περιοχή έχουν ως κύριο σύμμαχο του Κούρδους, οι οποίοι κινούνται ανεξάρτητα από τις επιθυμίες Άσαντ και Πούτιν, δεν ελέγχονται από το Ιράν και αποτελούν τον πονοκέφαλο του Ερντογάν. 

Και ενώ οι προσπάθειες για επανασύνδεση Άσαντ και Ερντογάν έμοιαζαν να βρίσκονται σ΄έναν βατό δρόμο συνέβησαν δυο γεγονότα που μάλλον ανατρέπουν την όποια πρόοδο επιτεύχθηκε το προηγούμενο διάστημα στις συναντήσεις στη Μόσχα. Πρώτον, ο Μαζλούμ Κομπανί αρχιστράτηγος των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), δηλαδή ο σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους, ταξίδεψε πρόσφατα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως αναφέρουν τέσσερις καλά πληροφορημένες πηγές και αξιωματούχοι στην περιοχή στο διαδικτυακό χώρο του Al Monitor και δεύτερον, ο Αραβικός Σύνδεσμος πρόλαβε την Μόσχα φροντίζοντας να δεχθεί ξανά τη Συρία στους κόλπους του.

Το ταξίδι του Κομπανί στα ΗΑΕ ήταν μια κίνηση αντίδρασης προς τις κινήσεις της Μόσχας, δίνοντας ρόλο και λόγο στο Άμπου Ντάμπι που δεν έχει καλές σχέσεις με το Ιράν. Ας μην ξεχνάμε πως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν αναλάβει ηγετικό ρόλο στην οικοδόμηση των σχέσεων μεταξύ του Άσαντ και άλλων αραβικών κρατών τα τελευταία χρόνια, αφού άνοιξαν ξανά τη δική τους πρεσβεία στη Δαμασκό τον Δεκέμβριο του 2018, ως μέρος μιας προσπάθειας  για περιφερειακή επιρροή που στοχεύει εν μέρει στην άμβλυνση της λαβής της Τουρκίας και του Ιράν στη Συρία. Η δέσμευση με τους Κούρδους της Συρίας είναι μέρος αυτής της στρατηγικής. 

Από την άλλη, η απόφαση του Αραβικού Συνδέσμου, την οποία ενθάρρυνε ιδιαίτερα η Σαουδική Αραβία ήταν μια προσπάθεια να απομακρύνουν τον Άσαντ από το Ιράν, ελέγχοντας ουσιαστικά οι ίδιοι την εποχή της ανόδου της χώρας.

Το ρόλο τους έπαιξαν,οι δύο  σεισμοί που έπληξαν την Τουρκία και τη Συρία στις 6 Φεβρουαρίου, διότι αποπροσανατόλισαν τον Ερντογάν και έδωσαν στον Άσαντ την ευκαιρία να βελτιώσει γρήγορα τις σχέσεις του με τον αραβικό κόσμο. Το σπάσιμο λοιπόν της διεθνούς  απομόνωσης του Άσαντ μειώνει τη σημασία μιας πολιτικής συμφιλίωσης με την Τουρκία.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανακατατάξεις, ο Άσαντ έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να είναι πιο κατηγορηματικός στη θέση του ότι δεν θα είναι δυνατές οι προσωπικές συναντήσεις με τον Ερντογάν αν δεν τηρηθούν από την Τουρκία συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η επιρροή της Ρωσίας στη κυβέρνηση Άσαντ δεν είναι απεριόριστη και ότι η Δαμασκός μπορεί περιστασιακά να αντιστέκεται στις απαιτήσεις της Μόσχας. Καθώς, όμως, η Ρωσία έχει πολλαπλά συμφέροντα από μια τουρκοσυριακή συμφιλίωση, γεγονός που θα αναβαθμίσει και τη θέση του Πούτιν στη Μέση Ανατολή, η ρωσική μεσολάβηση θα καταστεί ιδιαίτερα πιεστική προς και τις δυο πλευρές έχοντας και ως επιχείρημα ότι στη συμφιλίωση αντιτίθεται η Ουάσιγκτον. Άραγε όμως η Τουρκία θέλει να εκνευρίσει κι άλλο τις ΗΠΑ; Θα φανεί σύντομα και μάλιστα μετά τις εκλογές!

 

 

Η τουρκοσυριακή προσέγγιση και οι λεπτομέρειες της ανακοίνωσης των δυο πλευρών

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024