22/05/2024

Τα αιματοβαμμένα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

A German trench occupied by British Soldiers near the Albert-Bapaume road at Ovillers-la-Boisselle, July 1916 during the Battle of the Somme.

Γράφει ο Σάββας Ασικίδης* 


Μέσα στον 20ο αιώνα, η σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία γνώρισε δεκάδες καταστροφικές συγκρούσεις και αιματοχυσίες. Μέσα σε αυτές συγκαταλέγεται και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε κατά τις καλοκαιρινές ημέρες του 1914, με την Αυστροουγγαρία να κηρύττει τον πόλεμο στην Σερβία. Ο πόλεμος αυτός ονομάστηκε “Α’ Παγκόσμιος” η “Μεγάλος Πόλεμος”, διότι στις αιματηρές αυτές συγκρούσεις συμμετείχαν όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, ακόμα και εκτός των Ευρωπαϊκών συνόρων. Ας το πάρουμε, όμως, από την αρχή, μελετώντας τα πραγματικά αίτια των εχθροπραξιών, τις συνέπειες, αλλά και τις θέσεις της χώρας μας μέσα στα “αιματοβαμμένα” χαρακώματα.

Όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αίτια ενός πολέμου είναι αρκετά βαθιά. Ωστόσο, μια σπίθα είναι αρκετή για να πυροδοτήσει την έναρξη μιας σύγκρουσης, όπως και έγινε τον Ιούλιο του 1914. Ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος της Αυστρίας επισκέφθηκε με την σύζυγο του το Σαράγεβο, στην σημερινή Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι συγκεκριμένες περιοχές είχαν περάσει στον έλεγχο της Αυστροουγγαρίας το 1908, γεγονός που προκάλεσε την έντονη οργή των Σέρβων εθνικιστών, οι οποίοι και επιθυμούσαν την επαναπροσάρτηση τους. Λίγες ημέρες αργότερα και, συγκεκριμένα, στις 28 Ιουλίου, το αυτοκρατορικό ζεύγος συμμετείχε σε μια αυτοκινητοπομπή. Ο νεαρός σέρβος φοιτητής, Γκαβρίλο Πρίντσιπ, ο οποίος αποτελούσε μέλος μιας εθνικιστικής ομάδας, κατάφερε να πλησιάσει και να πυροβολήσει εξ επαφής το ζευγάρι έξω από το δημαρχείο του Σαράγεβο. Η δολοφονία αυτή ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει ένα “μπαράζ εξελίξεων” και να χωρίσει την Ευρώπη (όπως και την υπόλοιπη υφήλιο) σε στρατόπεδα. Η Αυστροουγγαρία, έχοντας την υποστήριξη της Γερμανίας, σχημάτισε το στρατόπεδο των “Κεντρικών Δυνάμεων”. Από την άλλη μεριά, στο πλευρό της Σερβίας τάχθηκαν η Ρωσία, η Ρουμανία, το Μαυροβούνιο, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Αγγλία, η Πορτογαλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Κινα, σχηματίζοντας τις δυνάμεις της “Αντάντ”. Η Ελλάδα, αν και συμμετείχε στον πόλεμο, αποτέλεσε μια ιδιάζουσα περίπτωση στην οποία θα αναφερθούμε μετέπειτα.

Ωστόσο, η διπλή αυτή δολοφονία αποτέλεσε απλά την αφορμή, με τα αίτια να εμφανίζονται δεκαετίες πριν. Η σταδιακή διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η δημιουργία νέων κρατών στα Βαλκάνια έδινε στην Ρωσία την ευκαιρία της εξόδου στην Μεσόγειο, διαδραματίζοντας παράλληλα “ρόλο-προστάτη” για τους ορθόδοξους λαούς της περιοχής. Αντίθετες με αυτό το ενδεχόμενο ήταν τόσο η Γερμανία, όσο και η Αυστροουγγαρία, με την τελευταία να ανταγωνίζεται την Ρωσία για την κυριαρχία στα Γαλλία, όσο και με την Αγγλία. Με την μεν Γαλλία λόγω των εδαφών που περιήλθαν στην κυριαρχία της Γερμανίας μετά την λήξη των γαλλογερμανικών συγκρούσεων του 1870 και με τη δε Αγγλία λόγω του εμπορικού ανταγωνισμού στις παγκόσμιες αγορές. Έτσι, κατανοούμε πως οι συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στα εδάφη της “γηραιάς ηπείρου” ήταν έτοιμες να προκαλέσουν μια “πολεμική έκρηξη” και το μόνο που απέμενε ήταν μια σπίθα. Ο Αύγουστος του 1914 αποτέλεσε έναν καυτό μήνα, με την Γερμανία να ανοίγει πολλαπλά μέτωπα ανα την υφήλιο.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στις συνθήκες που επικρατούσαν την ίδια περίοδο στην χώρα μας. Η Ελλάδα, μετά την νίκη της στους Βαλκανικούς Πολέμους, κατάφερε να αυξήσει τα εδάφη της κατά 70%, αλλά και να διπλασιασει σχεδόν τον πληθυσμο της. Οι “χαρές” αυτές, ωστόσο, δεν διηρκησαν για πολύ. Η έναρξη του Παγκόσμιου Πολέμου κατάφερε να διχάσει την ηγεσία της χώρας, δημιουργώντας διάσταση απόψεων ανάμεσα στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α’. Για τον Ελ. Βενιζέλο, η χώρα μας έπρεπε να συμμετέχει στον πόλεμο στο πλευρό της Σερβίας λόγω συμβατικής υποχρέωσης. Από την άλλη μεριά, ο Βασιλιάς θεωρούσε πως η υποχρέωση προς την Σερβία αφορούσε μόνο περιπτώσεις επιθέσεων από άλλα Βαλκανικά κράτη. Βέβαια, η διάσταση απόψεων ανάμεσα στις δυο ηγετικές αυτές φυσιογνωμίες του ελληνικού κράτους δεν οφειλόταν μόνο σε αυτά τα αίτια. Ο Ελ. Βενιζέλος ήταν βέβαιος πως οι δυνάμεις της “Αντάντ” θα έβγαιναν κερδισμένες από τον πόλεμο και, επομένως, η χώρα μας θα έπρεπε να πολεμήσει στο πλευρό τους για να πετύχει το εθνικό της συμφέρον. Αντιθέτως, ο Κωνσταντίνος ήταν υπέρ της ουδετερότητας, υποστηρίζοντας πως οι κρατικές δυνάμεις θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην ανασύνταξη και στην αφομοίωση των νέων κατοίκων και των περιοχών. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να ξεχνάμε τόσο τις οικογενειακές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στον Κωνσταντίνο και τον Γερμανό Αυτοκράτορα, όσο και τον θαυμασμο που έτρεφε για την κουλτούρα του γερμανικού κράτους.

Η διαμάχη αυτή, η οποία έμεινε στην ιστορία ως “εθνικός διχασμός”, κατάφερε να χωρίσει τους Έλληνες σε “Βενιζελικούς” και “Βασιλικούς”. Το φθινόπωρο του 1914, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συντάσσεται στο πλευρό της Γερμανίας και οι δυνάμεις της Αντάντ προχώρησαν σε ναυτική αποστολή με στόχο την κατάληψη των στενών των Δαρδανελίων. Ο Βενιζέλος θέλησε να στηρίξει την προσπάθεια των Αγγλογάλλων στην εκστρατεία της Καλλίπολης. Η άρνηση, ωστόσο, του Βασιλιά και του Γενικού επιτελείου του για συμμετοχή στις συγκρούσεις, τον οδήγησε σε παραίτηση. Μερικούς μήνες μετά, ο Ελληνικός λαός στήριξε έμπρακτα τον κρητικό πολιτικό στις εκλογές του Ιουνίου και τον επανέφερε στην πρωθυπουργία. Η δεύτερη θητεία του, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Ο Βενιζέλος και το κοινοβούλιο, βλέποντας την Βουλγαρία να συμμαχεί με τις “Κεντρικές Δυνάμεις”, αποφάσισαν την αποστολή στρατεύματος στην Σερβία. Ο Κωνσταντίνος στάθηκε για άλλη μια φορά εμπόδιο, εξαναγκάζοντας τον πρωθυπουργό σε παραίτηση.

Ωστόσο, ακόμα και έτσι, ο Βενιζέλος δεν θα έμενε άπραγος. Οι βλέψεις του ταυτίζονταν με το εθνικό συμφέρον και δεν θα άφηνε κανέναν να σταθεί εμπόδιο. Έτσι, προσκαλεσε τις δυνάμεις της Αντάντ να αποβιβαστούν στην Θεσσαλονίκη, με την περιοχή να διαδραματίζει καίριο ρόλο στα στρατηγικά σχέδια των συμμάχων. Την άνοιξη του 1916, οι Γερμανο-βουλγαρικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αν. Μακεδονία, πραγματοποιώντας σφαγές εις βάρος των κατοίκων. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια και λίγους μήνες αργότερα εκδηλώθηκε το πολιτικο-στρατιωτικό κίνημα της “Εθνικής Άμυνας”, το οποίο και δημιούργησε κυβέρνηση στην Θεσσαλονίκη με αρχηγό τον Βενιζέλο. Η κίνηση αυτή κατάφερε να χωρίσει, κυριολεκτικά, την χώρα σε δύο κομμάτια: Το “κράτος των Αθηνών”, το οποίο διατηρούσε την ουδέτερη στάση του αρχηγού του, βασιλιά Κωνσταντίνου, και το “κράτος της Θεσσαλονίκης”, το οποίο παρείχε στήριξη στην “Αντάντ”. Ο διαχωρισμός, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Το καλοκαίρι του 1917, οι Γαλλικές δυνάμεις “εκδίωξαν” τον Κωνσταντίνο από τον θρόνο. Την ηγεσία του κράτους ανέλαβε και πάλι ο Βενιζέλος, ο οποίος δεν άργησε να οδηγήσει, επίσημα πλέον, την χώρα στον πόλεμο.

Η Ελλάδα δεν ήταν η μόνη χώρα που μπήκε (επίσημα) στον πόλεμο το 1917. Στις 3 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν και αυτές στον πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα με την είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο, μια εσωτερική κρίση ανάγκασε μια από τις μεγάλες δυνάμεις της “Αντάντ” σε σταδιακή απόσυρση. Η επανάσταση που ξέσπασε στην Ρωσία τον Μάρτιο ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β’ και άλλαξε το πολιτικό καθεστώς της χώρας. Μετά την “Οκτωβριανή επανάσταση”, η Ρωσία των μπολσεβίκων και του Λένιν υπέγραψε συνθήκη με την Γερμανία και εξήλθε από τον πόλεμο τον Μάρτιο του επόμενου έτους (1918). Η Γερμανία εξακολουθούσε να μάχεται σθεναρά έναντι των Γαλλοαμερικάνων στο “Δυτικό Μέτωπο”. Οι Γερμανοί πολίτες, ωστόσο, βλέποντας τους συμμάχους τους να τους εγκαταλείπουν, ζητούσαν ανακωχή και λήξη του πολέμου. Η κατάσταση αυτή σύντομα οδήγησε τον κάιζερ Γουλιέλμο Β’ στην εγκατάλειψη του θρόνου και στην εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας στην χώρα. Δύο μέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου του 1918, λαμβάνει και επίσημα τέλος η αιματοχυσία, με την Γερμανία να υπογράφει την παράδοση της.

Οι ολέθριες συνέπειες του πολέμου συνέχισαν να “πληγώνουν” την Ευρωπαϊκή ήπειρο για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά τον τερματισμό του. Οι συγκρούσεις άφησαν πίσω τους περίπου 20 εκατομμύρια τραυματίες και 66 εκατομμύρια νεκρούς, με τις υλικές και οικονομικές καταστροφές να είναι και αυτές τεράστιες. Οι ηττημένες χώρες αναγκάστηκαν να καταβάλουν σημαντικές οικονομικές αποζημιώσεις προς τα κράτη της “Αντάντ”, αλλά και να παραχωρήσουν μεγάλες εδαφικές εκτάσεις. Οι περιορισμοί και οι “φόροι” που επιβλήθηκαν στις “Κεντρικές Δυνάμεις”, δημιούργησαν την αίσθηση αφόρητης καταπίεσης και καταναγκασμού. Η έκρυθμη αυτή κατάσταση, σύντομα, θα οδηγούσε σε νέες συγκρούσεις και σε έναν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

 


*Φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024