23/06/2024

Μια νέα διάσταση της Θαλάσσιας Ασφάλειας

Δημήτριος Τσαϊλάς*
Απόστρατος ΠΝ

 

Ένα σημαντικό θέμα θαλάσσιας ασφάλειας, το οποίο θα μας απασχολήσει στο εγγύς μέλλον είναι και η προστασία των κρίσιμων θαλασσίων και υποθαλάσσιων υποδομών. Η θάλασσα δεν είναι μόνο ο κύριος αγωγός για τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων με την εμπορική ναυτιλία. Είναι επίσης το σημαντικό μέσο για τη μετάδοση δεδομένων και όλο και περισσότερο, για τη μετάδοση της ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτές οι μη ορατές υποδομές (υποθαλάσσιες) είναι κρίσιμες για την οικονομία όχι μόνο των παρακτίων κρατών αλλά χωρίς δόση υπερβολής και ολοκλήρου του πλανήτη. Μεγάλος όγκος των παγκόσμιων επικοινωνιών, και των οικονομικών συναλλαγών, διέρχονται μέσω του παγκόσμιου υποθαλάσσιου καλωδιακού δικτύου δεδομένων. Η ψηφιακή οικονομία και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από αυτό το καλωδιακό δίκτυο. Αυτό καθιστά την προστασία της καλωδιακής υποδομής ένα ζωτικής σημασίας ζήτημα θαλάσσιας ασφάλειας που μέχρι σήμερα δεν έχει συμπεριληφθεί στην ατζέντα μας με τη δέουσα προσοχή.

 

Στη πρόσφατη 9η τριμερή σύνοδο Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ, η συζήτηση των ηγετών, όπως ανακοινώθηκε, διακρίθηκε από την ενίσχυση της συνεργασίας με έμφαση την ενέργεια. Ενώ παρουσίασαν μια δυναμική επέκταση της συνεργασίας δεν περιέλαβαν την προστασία των υποδομών ως ένα από τα βασικά της συμφέροντα, και απέχει πολύ από το να έχει μια συντονισμένη προσέγγιση του ζητήματος. Τα υποθαλάσσια καλώδια είναι ένας πιθανός στόχος του πολέμου της γκρίζας ζώνης, της τρομοκρατίας και του διεθνούς εγκλήματος. Αν και κανένα περιστατικό στο οποίο τα καλώδια έχουν στοχοποιηθεί εσκεμμένα δεν είναι γνωστό μέχρι στιγμής, οι αναφορές δείχνουν ότι οι επιδιωκόμενες εκστρατείες για τη γκρίζα ζώνη μπορεί να περιλαμβάνουν κάτι τέτοιο. Εξ’ άλλου η επίθεση στους αγωγούς Nord Stream που σημειώθηκε στη Βαλτική Θάλασσα τον Σεπτέμβριο του 2022 ενισχύει αυτήν την περιπτωσιολογική μελέτη για το πόσο ευάλωτες είναι οι υποθαλάσσιες υποδομές.

Ο Ελληνισμός χρειάζεται να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για να ενισχύσει την προβολή και το προφίλ του ως παράγοντα θαλάσσιας ασφάλειας. Χρειάζεται να αναδείξουμε πόσο εντυπωσιακό και φιλόδοξο είναι το φάσμα των ενεργειών που πρέπει να αναλάβουμε ως φορέας συλλογικής ασφάλειας. Οι ναυτικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οι σημαντικές επενδύσεις στην ανάπτυξη ικανοτήτων για τη θαλάσσια ασφάλεια, καθώς και οι αυξανόμενες γεωπολιτικές φιλοδοξίες που αντικατοπτρίζονται στη Ναυτική Στρατηγική, καταδεικνύουν ότι η θαλάσσια ασφάλεια αποτελεί προτεραιότητα για την πολιτική ασφαλείας όλων. Ωστόσο, η προσπάθεια του Ελληνισμού να καθιερωθεί ως σημαντικός πάροχος θαλάσσιας ασφάλειας παραμένει ανεκπλήρωτη καθώς μια σειρά από εμπόδια στέκονται στον δρόμο της. Αυτά τα εμπόδια παρουσιάζουν συνεχείς προκλήσεις και ενδέχεται οι εταίροι να μας αντιληφθούν ως αδύναμο ή αναξιόπιστο μέλος.

Η πρώτη σειρά προκλήσεων αφορά τη συνοχή και τον συντονισμό σε επίπεδο στρατηγικών και επιχειρήσεων. Η Ελλάδα, ως ένα ναυτικό έθνος είναι απαραίτητο να αναγνωρίσει την ολοένα και περισσότερο ανάπτυξη της θαλάσσιας ασφάλειας. Είναι ένας από τους κορυφαίους παγκόσμιους συνεισφέροντες στον τομέα των ναυτιλιακών μεταφορών. Ως εκ τούτου θα απαιτηθεί από τις ναυτικές της δυνάμεις να εκτελέσουν αποστολές σε συνεργασία με τους εταίρους μας. Οι φιλοδοξίες αυτές  για τη θαλάσσια ασφάλεια χρειάζεται να υπογραμμιστούν στην Εθνική Στρατηγική, η οποία θα θέτει ένα όραμα για τον Ελληνισμό ως «σημαντικός πάροχος θαλάσσιας ασφάλειας».

Απαιτείται άμεσα η εκκίνηση διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με τη στρατηγική και το σχέδιο δράσης της, με σκοπό, να δώσει περαιτέρω ώθηση στις σημαντικές φιλοδοξίες της στον τομέα αυτό. Δυστυχώς η συμβολή του Ελληνισμού στην θαλάσσια ασφάλεια δεν έχει λάβει τη δέουσα προσοχή από την πολιτική κοινότητα. Μέχρι στιγμής έχουμε την τάση να επικεντρωνόμαστε σε συγκεκριμένες δραστηριότητες και επιχειρήσεις παρά σε μια ευρύτερη στρατηγική προοπτική της συνολικής πολιτικής θαλάσσιας ασφάλειας.

Τα βασικά ερωτήματα περιλαμβάνουν εάν υπάρχει μια διακριτή και συνεκτική προσέγγιση για τη θαλάσσια ασφάλεια και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ένα αυξανόμενο φάσμα θαλάσσιων προκλήσεων, συμπεριλαμβανομένου του πολλαπλασιασμού των θαλάσσιων κινδύνων και απειλών και της εντατικοποίησης του στρατιωτικοποιημένου ανταγωνισμού σε περιοχές όπως για παράδειγμα η Μεσόγειος.

Στόχος μας πρέπει να είναι η παροχή προσανατολισμού όχι μόνο στην εθνική στρατηγική αλλά και στους ευρωπαίους φορείς χάραξης στρατηγικής η ναυτική ασφάλεια και να αυξήσουμε την κατανόηση μεταξύ των σχεδιαστών πολιτικών σχετικά με την καινοτομία και την πολυπλοκότητα της ατζέντας για τη ναυτική ασφάλεια. Να προωθήσουμε επίσης την κατανόηση των επιτευγμάτων και των προκλήσεων σε βασικούς διεθνείς ενδιαφερόμενους, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, άλλων μελών του ΝΑΤΟ και παγκόσμιων εταίρων όπως η Ινδία και η Ιαπωνία.

Αυτό σημαίνει ότι θα δεσμευθούμε διεθνώς στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας, με ιδιαίτερη έμφαση στις ναυτικές επιχειρήσεις, τη βοήθεια ασφαλείας και τη δημιουργία ικανοτήτων. Αυτό αποκαλύπτει πόσο ουσιαστικές και πολύπλοκες έχουν γίνει οι δραστηριότητες της Ελλάδας σε θέματα ναυτικής ισχύος. Πέραν αυτών των ζητημάτων θα απαιτηθεί να δώσουμε λύσεις στις προκλήσεις της επίτευξης συνοχής σε αυτόν τον περίπλοκο χώρο πολιτικής και λειτουργίας. Επίσης στη διαχείριση των σχέσεων με βασικούς εταίρους και συμμάχους στην ανάπτυξη απαντήσεων σε αναδυόμενα ζητήματα θαλάσσιας ασφάλειας, όπως η περιβαλλοντική ασφάλεια, η κλιματική αλλαγή και η ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση και οι αγωγοί.

Συμπερασματικά, οι δραστηριότητες στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας είναι σημαντικές αλλά και αλληλεπικαλυπτόμενες και περίπλοκες. Ως επί το πλείστον, οι άμεσες απαιτήσεις αντιμετώπισης κρίσεων έχουν οδηγήσει στη δημιουργία και υλοποίηση νέων δραστηριοτήτων. Τέτοιες αποστολές, μας βάζουν σε ένα παγκόσμιο κάδρο. Αυτό εγείρει το ερώτημα εάν η Ελλάδα έχει μια συνεκτική και στρατηγική προσέγγιση στις μεγαλύτερες, παγκόσμιες δραστηριότητες στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας.

 

 

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI). Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Σύγχρονος Πόλεμος» Προκλήσεις για την Ελληνική Ασφάλεια. Εκδόσεις Ινφογνώμων.

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024