24/06/2024

Εθνικός στόχος η ισχυρή αμυντική βιομηχανία

Δημήτριος Τσαϊλάς*

 

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ), επιτέλους, αποφάσισε την ενίσχυση της άμυνας μέσω της προετοιμασίας μιας εθνικής αμυντικής βιομηχανικής στρατηγικής. Εκτιμάται ότι έγινε αντιληπτό πως έχουμε φτάσει σε μια εποχή αυξημένης προσοχής στην ικανότητα της αμυντικής βιομηχανίας. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έδειξε πόσο κοστοβόρα μπορεί να είναι μια μακροπρόθεσμη σύγκρουση, επίσης η επίθεση της οργάνωσης Χαμάς στο Ισραήλ ανέδειξε την απαιτούμενη ετοιμότητα και ανθεκτικότητα κατά των ασύμμετρων επιθέσεων με φτηνά όπλα κορεσμού, ενώ ο ανταγωνισμός με την Τουρκία απαιτεί από το ΥΕΘΑ, να παράγει η ελληνική αμυντική βιομηχανία πιο τεχνολογικά προηγμένα όπλα.

Στόχοι της αμυντικής βιομηχανικής στρατηγικής, μάλλον είναι να αλλάξει τις αγοραστικές συνήθειες μας και να μεθοδεύσει την αξιοποίηση των υπαρχόντων αμυντικών συστημάτων σε σχέση με τη βιομηχανική βάση. Είναι προφανής η ανάγκη από το παρελθόν για τη μεταρρύθμιση των αγορών των οπλικών και αμυντικών συστημάτων, αλλά μέχρι σήμερα τίποτα σημαντικό δεν επιτεύχθηκε.

Πώς μπορεί το Υπουργείο Άμυνας να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα, σε κλίμακα, ενός αξιοσημείωτου αριθμού όπλων και στρατιωτικών συστημάτων που χρειάζεται τώρα και στο μέλλον;

Κατ’ αρχάς πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα με μια νέα αμυντική βιομηχανική στρατηγική που θα καθοδηγήσει τις πολιτικές, τα προγράμματα και τις επενδύσεις του για τουλάχιστον τα επόμενα τρία χρόνια για να καταλύσει μια αλλαγή πνεύματος γενεών στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Υπάρχει, όμως, ο πραγματικός κίνδυνος αυτή η στρατηγική όπως τόσα άλλα που ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση, να καταρρεύσει υπό το βάρος των πολλών ανταγωνιστικών απαιτήσεών της. Ως εκ τούτου θα απαιτηθεί η πολιτική βούληση στην εμμονή του σκοπού και η εθνική συναίνεση. 

Κατά δεύτερο η αδίστακτη ιεράρχηση, αν και απαραίτητη για την επιτυχία, θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί δεδομένης της πολυπλοκότητας της αμυντικής βιομηχανικής βάσης, των περιορισμένων πόρων και των ισχυρών ενδιαφερομένων που δραστηριοποιούνται από όλες τις πλευρές. Πάνω απ’ όλα, η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων θα περιπλέκεται από την πραγματικότητα ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο σύνολο πολιτικών που να έχει το σωστό μέγεθος για να καλύψει τις ανάγκες του εκτεταμένου και διαφορετικού συνόλου εταιρειών, συστημάτων και τεχνολογιών που εμπίπτουν στην ομπρέλα της αμυντικής βιομηχανικής βάσης.

Αντιμέτωποι με αυτές τις προκλήσεις και έναν πεπερασμένο προϋπολογισμό, το Υπουργείο Άμυνας χρειάζεται μια υψηλή βιομηχανική στρατηγική που να είναι μακροπρόθεσμη σε εύρος, να σχετίζεται με τις υψηλότερες προτεραιότητες της πολιτείας και να ασχολείται με όλους τους τομείς της βάσης. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να αναγνωρίσουν τα πεπερασμένα μέσα που διαθέτουμε, απαιτώντας δύσκολες επιλογές σχετικά με το πού να επενδύσουν και πού να μην επενδύσουν. Ως βάση μιας τέτοιας υψηλής στρατηγικής, προτείνεται μια αναπροσανατολισμένη προσέγγιση που θα χωρίζει την αμυντική βιομηχανική βάση σε μερικές κατασκευαστικές σφαίρες, θα προσδιορίζει έναν μικρό αριθμό προσαρμοσμένων βιομηχανικών στόχων για την καθεμία και θα προτείνει τομείς που πρέπει να ανατεθούν σε διεθνείς οίκους και εταίρους του ιδιωτικού τομέα. Αυτή η προσέγγιση θα απαιτούσε μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι χάραξης αμυντικής πολιτικής σκέφτονται για την αμυντική βιομηχανική βάση και τον ρόλο τους σε αυτήν, επιτρέποντας την αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων, ενώ παράλληλα θα καλύπτονται οι αμυντικές ανάγκες της Ελλάδας.

Καθώς αποφάσισε ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης ότι είναι «Εθνικός στόχος η ισχυρή αμυντική βιομηχανία» θα πρέπει να καθορίσει μια προσέγγιση που του επιτρέπει να πλοηγείται τόσο στα αμυντικά συστήματα που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο πόλεμο για τα επόμενα χρόνια όσο και στις νέες αναδυόμενες τεχνολογίες που θα τον διαμορφώσουν για τις επόμενες δεκαετίες. Για να διατηρήσει τη μοναδική ισχύ της αμυντικής της βιομηχανικής βάσης ενόψει ενός έντονου δημοσιονομικού περιορισμού, η ηγεσία του ΥΕΘΑ θα πρέπει να κάνει δύσκολες επιλογές σχετικά με το πού θα δώσει προτεραιότητα και πού θα διατηρήσει την ευελιξία. Το κλειδί για την εύρεση αυτής της ισορροπίας είναι η αναγνώριση της ποικιλομορφίας του δικτύου προμηθευτών και η χρήση της μόχλευσης της αγοράς και της οικονομικής και τεχνολογικής πολυπλοκότητας για την καθοδήγηση της κατανομής της προσοχής και των επενδύσεων.

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI). Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Σύγχρονος Πόλεμος» Προκλήσεις για την Ελληνική Ασφάλεια. Εκδόσεις Ινφογνώμων.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024