14/07/2024

Για άλλη μια φορά οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο Πολεμικό Ναυτικό δείχνουν οπισθοδρόμηση

Δημήτριος Τσαϊλάς* 

Το πρόγραμμα Κορβετών και του εκσυγχρονισμού των Φρεγατών οδηγείται σε «πάγωμα» τουλάχιστον για το επόμενο άμεσο χρονικό διάστημα και πλέον η πορεία του συνόλου των εξοπλιστικών προγραμμάτων συνδέεται με προσωπικές επιδιώξεις και όχι με στρατηγική. Πώς μπορεί το Υπουργείο Άμυνας να διασφαλίσει ότι λαμβάνει, σε κλίμακα, τον αξιοσημείωτο αριθμό όπλων και στρατιωτικών συστημάτων που χρειάζεται άμεσα και για το μέλλον;

Το Υπουργείο Άμυνας υποσχέθηκε να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα με μια νέα Στρατηγική Άμυνας. Μόνο αυτή η στρατηγική, μπορεί να καθοδηγήσει τις πολιτικές, τα προγράμματα και τις επενδύσεις του Υπουργείου Άμυνας για τουλάχιστον τα επόμενα τρία χρόνια και θα προορίζεται να εγκαθιδρύσει μια νέα γενιά στο πώς θα λειτουργούν οι ένοπλες δυνάμεις. Ωστόσο, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αυτή η στρατηγική, όπως τόσα άλλα που ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση, να καταρρεύσει υπό το βάρος των πολλών ανταγωνιστικών απαιτήσεών της. Η αδίστακτη ιεράρχηση απαιτήσεων, αν και απαραίτητη για την επιτυχία, είναι δύσκολο να επιτευχθεί δεδομένης της πολυπλοκότητας της αμυντικής βιομηχανικής βάσης, των περιορισμένων πόρων και των ισχυρών ενδιαφερομένων που δραστηριοποιούνται από όλες τις πλευρές. Πάνω απ’ όλα, η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων περιπλέκεται από την πραγματικότητα ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο σύνολο πολιτικών που να έχει το σωστό μέγεθος για να καλύψει τις ανάγκες του εκτεταμένου και διαφορετικού συνόλου εταιρειών, αμυντικών συστημάτων και τεχνολογιών που εμπίπτουν στην ομπρέλα της αμυντικής βιομηχανικής βάσης.

Αντιμετωπίζοντας αυτήν την πρόκληση και έναν πεπερασμένο προϋπολογισμό για να την αντιμετωπίσει, στο Υπουργείο Άμυνας χρειάζεται να σοβαρευτούν. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουν μόνο τα πεπερασμένα μέσα που διαθέτει το Υπουργείο Άμυνας, αλλά θα απαιτηθούν σκληρές επιλογές σχετικά με το πού να επενδύσουν και πού να μην επενδύσουν. Ως βάση μιας τέτοιας στρατηγικής, προτείνουμε μια αναπροσανατολισμένη προσέγγιση στους εθνικούς στόχους, να προσδιορίζει τον αριθμό προσαρμοσμένων στόχων για το κάθε επιτελείο και να προτείνει τομείς που πρέπει να ανατεθούν περισσότεροι σε διεθνείς και εταίρους του ιδιωτικού τομέα. Αυτή η προσέγγιση θα απαιτούσε μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι χάραξης αμυντικής πολιτικής σκέφτονται για την αμυντική βιομηχανική βάση και τον ρόλο τους σε αυτήν, επιτρέποντας την αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων, ενώ παράλληλα θα καλύπτονται οι αμυντικές ανάγκες της πατρίδας μας.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Υπουργείο Άμυνας για το ΠΝ αφορούν τον εκσυγχρονισμό των φρεγατών ΜΕΚΟ, την απόκτηση νέων μονάδων κρούσεως στο μέλλον για τη συμπλήρωση της δομής δυνάμεων μετά την απόσυρση των φρεγατών τύπου S, τη διατήρηση και την αναβάθμιση των προηγμένων υψηλού προφίλ πλατφορμών όπως οι πυραυλάκατοι τύπου ΡΟΥΣΣΕΝ και τα υποβρύχια τύπου Παπανικολής. Τα κόστη όλων αυτών των προγραμμάτων αυξάνεται, ενώ η συντήρηση των υπαρχόντων μονάδων φαίνεται σχεδόν αδύνατη. Παρά τις σημαντικές επενδύσεις, τα ελληνικά ναυπηγεία ακόμη δεν μπορούν να ανταποκριθούν με αξιοπιστία στις σύγχρονες απαιτήσεις για το Πολεμικό Ναυτικό. Ταυτόχρονα, αγωνίζονται επίσης να αντιμετωπίσουν τη μεγάλης κλίμακας επισκευές άλλων παραδοσιακών αλλά και από καιρό παραμελημένων μονάδων.

Ωστόσο, η Ελλάδα πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει επίσης μια σειρά μη παραδοσιακών οικονομικών τομέων που είναι κεντρικοί για τη δημιουργία σύγχρονης στρατιωτικής ισχύος, και τους κυρίως εμπορικούς παράγοντες του ιδιωτικού τομέα που κυριαρχούν σε αυτές τις αγορές. Για παράδειγμα, παραγωγή μη στελεχωμένων σκαφών επιφανείας, αέρος και υποβρυχίων.

Η αντιμετώπιση αυτών των διαφορετικών προκλήσεων απαιτεί την αναγνώριση ότι δεν έχουμε αναπτύξει μία αμυντική βιομηχανική βάση, και ότι όλες οι προμήθειες απαιτούν μια προσαρμοσμένη προσέγγιση στις επενδύσεις και τη διαχείριση. Οπότε μια στρατηγική Άμυνας χρειάζεται να αντιπροσωπεύει μια προκαταρκτική προσπάθεια για την απόκτηση μιας αμυντικής βιομηχανικής βάσης σε σημαντικές κατηγορίες και τον προσδιορισμό μιας σειράς προσεγγίσεων πολιτικής για καθεμία που προωθούν καλύτερα τους στόχους εθνικής ασφάλειας του Ελληνισμού με βιώσιμο κόστος.

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI). Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Σύγχρονος Πόλεμος» Προκλήσεις για την Ελληνική Ασφάλεια. Εκδόσεις Ινφογνώμων.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024