14/07/2024

Διλήμματα στρατηγικής από την αβεβαιότητα των “καλών σχέσεων” με την Τουρκία

Δημήτριος Τσαϊλάς*

 

Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποσχέθηκε στο έθνος του ένα όραμα. Ότι οι πολιτικές του τα επόμενα χρόνια θα μετατρέψουν το δεύτερο αιώνα της δημοκρατίας τους στον αιώνα της Τουρκίας. Η Τουρκία έχει υποστεί έναν τεράστιο μετασχηματισμό τις από την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) στην εξουσία από το 2002. Αναμφίβολα, η αναδιάρθρωση των πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, υπήρξε ένας από τους πιο κρίσιμους δείκτες μιας σημαντικής αλλαγής. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν γίνει, το εκτελεστικό όργανο της εξωτερικής πολιτικής, ενώ υφίσταται ένα ισχυρό εσωτερικό σύστημα ασφαλείας που αποτελείται από το Υπουργείο Εσωτερικών, την Υπηρεσία Πληροφοριών (MİT) και την αμυντική βιομηχανία. Αυτές οι αλλαγές στο περιβάλλον ασφαλείας έχουν διαμορφωθεί από τη δυναμική της πίστης ότι θα κερδίσουν τα πάντα χωρίς να χρειαστεί να δώσουν μάχη με τον Ελληνισμό.

Από την πλευρά μας για χρόνια, η Ελλάδα έχει δώσει στην Τουρκία ένα μέρισμα ειρήνης στις προσπάθειές της για το καλό κλίμα στις σχέσεις μας. Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι η Ελλάδα υποστηρίζει τις καλές σχέσεις με την Τουρκία, το πολιτικό κατεστημένο του ΑΚΡ ξεκίνησε εκφράζοντας την επιθυμία του να εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Ελλάδα κάθε φορά που γίνεται κίνηση από την κατεύθυνση των συμμάχων και αναλαμβάνοντας συγκεκριμένες πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, με την ανεύρεση, από την πλευρά της Άγκυρας, οικονομικών πόρων και ενίσχυση των οπλικών συστημάτων της από το εξωτερικό. Διατηρεί το όνειρο της πρόσκτησης σύγχρονων αεροσκαφών και εξακολουθεί να είναι σε θέση να επηρεάζει τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε υποχρεωμένη να είναι φίλη με την Τουρκία ούτε καταδικασμένη για υποστήριξη στο δρόμο που έχει επιλέξει. Η αλήθεια είναι ότι η Τουρκία έχει ανάγκη τη φιλία της Ελλάδας.

Είναι αδύνατο να έχουμε πλήρη βεβαιότητα και οι επιλογές πρέπει να γίνονται χρησιμοποιώντας ανάλυση των καλύτερων διαθέσιμων πληροφοριών. Το να περιμένεις τη βεβαιότητα είναι ανόητο και αντιπαραγωγικό. Συμφωνούμε ότι υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι η Τουρκία είναι εχθρική προς τα ελληνικά συμφέροντα και, ειδικότερα, προς την κυριαρχούμενη από τη Δύση «φιλελεύθερη τάξη». Συμφωνούμε ότι υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι η Τουρκία είναι ολοένα και πιο επιθετική στη ρητορική και τις ενέργειές της, ιδιαίτερα στις θάλασσες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, βλέπουμε επίσης σημαντικές ενδείξεις ότι οι προθέσεις της Τουρκίας είναι απροσδιόριστες και, σε ορισμένα διεθνή θέματα, ουδέτερες ή ακόμη και πιθανώς ευθυγραμμισμένες με τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας της Δύσης. Επιπλέον, πιστεύουμε ότι υπάρχει σημαντική πιθανότητα, ακόμη και αν έχει επιθετική και εχθρική πρόθεση, η Τουρκία να μη μπορεί να επιτύχει στις προσπάθειές της τόσο να υπονομεύσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων όσο και να γίνει κυρίαρχη γεωστρατηγική περιφερειακή δύναμη. Αναρωτιόμαστε επίσης εάν η Τουρκία μπορεί να πραγματοποιήσει με επιτυχία μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον οργανωμένων ενόπλων δυνάμεων, όπως μια εισβολή στην Ελλάδα. Δεδομένης αυτής της υπάρχουσας αβεβαιότητας, δεν πιστεύουμε ότι είναι φρόνιμο να βασίσουμε την ελληνική πολιτική και στρατηγική σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόβλεψη σχετικά με τις τουρκικές προθέσεις ή ικανότητες. Από αυτή την προοπτική, η στρατηγική δέσμευσης της Ελλάδας είναι κάτι σαν προειδοποιητική ιστορία.

Την 8η Ιουλίου 1997 υπογράφτηκε στη Μαδρίτη η Συμφωνία μεταξύ Σημίτη και Ντεμιρέλ, η οποία αποσκοπούσε στην αποκλιμάκωση της τεταμένης κατάστασης στο Αιγαίο με αφορμή την κρίση των Ιμίων. Η συγκεκριμένη Συμφωνία ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, και δημιούργησε υπερβολική αυτοπεποίθηση. Μας είπαν ότι οι σπόροι της δημοκρατίας θα αρχίσουν να φυτρώνουν στην Τουρκία. Ότι το οικονομικό άνοιγμα θα αύξανε το πνεύμα της ελευθερίας στην Τουρκία. Ότι η ελεύθερη συναλλαγή της ΕΕ με την Τουρκία βοηθά περισσότερο στον έλεγχο της και ο χρόνος είναι με το μέρος μας. Ενώ όντως εμφανίστηκαν περίοδοι ηρεμίας στη δεκαετία του 2010, ο προβλεπόμενος μετασχηματισμός της τουρκικής πολιτικής και κοινωνίας δεν συνέβη και αντ’ αυτού είδαμε μια πιο κλειστή και αυταρχική Τουρκία αναβαθμίζοντας ποσοτικά και ποιοτικά της απαιτήσεις της και τις απειλές.

Εκ των υστέρων, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μια ισχυρότερη εκτίμηση για την αβεβαιότητα θα μπορούσε να είχε ως αποτέλεσμα μια πιο ισορροπημένη στρατηγική και πολιτική. Η Ελλάδα μαζί με τις Δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες θα μπορούσαν να είχαν κάνει περισσότερα για να διατηρήσουν τη μόχλευση και να αντισταθμίσουν τις πιο επιβλαβείς συνέπειες της δέσμευσης. Όταν ένα εύρος σεναρίων είναι δυνατό αλλά οι πιθανότητες είναι δύσκολο να εκτιμηθούν, η στρατηγική που δημιουργείται με βάση συγκεκριμένες προβλέψεις για το μέλλον δημιουργεί υψηλά επίπεδα κινδύνου. Ενισχύει τις πρωτοβουλίες και διατηρεί τις επιλογές ανοιχτές ενώ συγκεντρώνει πρόσθετες πληροφορίες. Όχι μόνο μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να βελτιώσει τη θέση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, μπορεί επίσης να βελτιώσει τη θέση της Ελλάδας σε σχέση με μια ποικιλία απειλών και κινδύνων.

Έτσι μαθαίνουμε ότι θα πρέπει να θεωρούμε τις τουρκικές προθέσεις και ενέργειες ως αβέβαιες. Να εστιάζουμε στη μεταβλητή και ασυνεπή φύση των τουρκικών στόχων, μεθόδων και αποτελεσμάτων πολιτικής, όπως τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής κουλτούρας. Δεύτερον, να προτείνουμε ένα πλαίσιο για τη δημιουργία στρατηγικής σε καταστάσεις υψηλής αβεβαιότητας. Τρίτον, να προτείνουμε μια προσέγγιση συνεργασιών που εμβαθύνει τις βασικές συμμαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο και ενισχύει τον ρόλο του Ελληνισμού στους περιφερειακούς οργανισμούς. Αυτή η προσέγγιση θα στοχεύει τόσο στη διαμόρφωση των συνθηκών που διέπουν τη σχέση Ελλάδας-Τουρκίας όσο και στην ανάπτυξη ικανοτήτων για την ανταπόκριση σε ποικίλες προκλήσεις της Τουρκίας.

Ας σταματήσουμε να επαναλάβουμε λάθη με την Τουρκία και να αναλάβουμε μια τετραμερή στρατηγική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της. Πρώτον, ως φιλελεύθερη δημοκρατία πρέπει να κινητοποιήσουμε τους πόρους ήπιας ισχύος και τη λαϊκή βούληση για να ανταγωνιστούμε μετωπικά την Τουρκία. Δεύτερον, απαιτείται προσεκτική εφαρμογή των ΜΟΕ, υποστηρίζοντας ότι η προηγούμενη δέσμευση μας για μη διαταραχή των σχέσεων είχε ασύμμετρο όφελος για την Τουρκία. Τρίτον, ο Ελληνισμός πρέπει να συνεργαστεί παγκοσμίως με τους εταίρους για να διατηρήσουμε μια στρατιωτική ισορροπία επαρκή για να αποθαρρύνουμε και να αμφισβητήσουμε την τουρκική επιθετικότητα. Τέλος, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι πρόκειται για έναν ιδεολογικό αγώνα. Έναν αγώνα μεταξύ της ελευθερίας και του αναθεωρητισμού των αυταρχικών καθεστώτων. Ακολουθώντας αυτές τις αρχές της στρατηγικής, η καλύτερη προσέγγιση είναι να εστιάσουμε στη διαμόρφωση των τουρκικών προθέσεων προς ένα σενάριο που είναι καλύτερο για τον Ελληνισμό, ενώ ταυτόχρονα να επιδιώκουμε πολιτικές αυτοενίσχυσης που θα αποδώσουν ανεξάρτητα από το πώς η τουρκική πρόκληση εμφανίζεται και στη συνέχεια προσαρμόζεται αυτή η προσέγγιση καθώς γίνονται διαθέσιμες περισσότερες πληροφορίες. Επίσης είναι σημαντικό όλοι οι πολίτες, όχι μόνο όσοι ασχολούνται με το αμυντικό κατεστημένο, να κατανοήσουν τις απειλές και τις ευκαιρίες που προκύπτουν από μια ανερχόμενη Τουρκία. Ένας ενημερωμένος πολίτης μπορεί να αποτρέψει έναν πόλεμο που δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ούτε της Τουρκίας μήτε της Ελλάδας.

 

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI). Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Σύγχρονος Πόλεμος» Προκλήσεις για την Ελληνική Ασφάλεια. Εκδόσεις Ινφογνώμων.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024