20/04/2024

Ο ανταγωνισμός στις εγγύς Θάλασσες επαναπροσδιορίζει τη Στρατηγική

https://www.hellenicnavy.gr/el/polymesa/fotografies/ploia.html

Δημήτριος Τσαϊλάς*

 

Στη θαλάσσια περιοχή που καταλαμβάνεται από τον Εύξεινο Πόντο, τη θάλασσα του Μαρμαρά, το Αιγαίο Πέλαγος και συνεχίζει στη Μεσόγειο και από εκεί στην Ερυθρά, έχει ξεκινήσει ένας γεωπολιτικός ανταγωνισμός που επαναπροσδιορίζει την περιφερειακή τάξη, αλλάζει τη γεωστρατηγική ταυτότητα και διαμορφώνει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών στην ευρύτερη περιοχή. Δημιουργείται ένα νέο θαλάσσιο σύμπλοκο από τον Εύξεινο (Μαύρη Θάλασσα) μέχρι την Ερυθρά, όπου συγχωνεύονται όλο και περισσότεροι σε έναν γεωπολιτικό χώρο, στον οποίο διαδραματίζονται ανταγωνισμοί περιφερειακών παικτών και μεγάλων δυνάμεων.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο γεωπολιτικός ρεβιζιονισμός ήταν η θρυαλλίδα που πυροδότησε αυτόν τον ανταγωνισμό. Η Ρωσία επιδιώκει να εδραιώσει αδιαμφισβήτητη ηγεμονία και να προβάλει επιρροή πέρα ​​από τη γειτονιά της και στα Δυτικά Βαλκάνια, τον Νότιο Καύκασο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Αυτό θα επέτρεπε στη Ρωσία να αμφισβητήσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια από πολλαπλές θέσεις. Η Τουρκία από τη μεριά της έχει σηματοδοτήσει ότι θα υπάρξει στενή σύνδεση μεταξύ της χρήσης στρατιωτικής βίας και εξωτερικής πολιτικής της. Αψηφώντας την απλοϊκή φιλο-δυτική αφήγηση, η Τουρκία θα παραμείνει τουρκοκεντρική και θα συνεχίσει να επιδιώκει αυτονομία στην εξωτερική της πολιτική και πολιτική ασφάλειας και αυξημένο καθεστώς στις διεθνείς υποθέσεις, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αντιδυτική. Αντίθετα, σηματοδοτείται μια προσπάθεια της νέας τουρκικής κυβέρνησης, πιο επιδέξιας διαχείρισης των διαφορών.

Ο έλεγχος του Εύξεινου Πόντου είναι απαραίτητος για την αντίληψη της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης. Η περιφερειακή της πολιτική είναι να δημιουργεί και να αξιοποιεί τρωτά σημεία αμφισβητώντας την εδαφική ακεραιότητα των παράκτιων κρατών, εξοπλίζοντας τις ενεργειακές και εμπορικές εξαρτήσεις, διακόπτοντας τη συνδεσιμότητα και αυξάνοντας τη στρατιωτική παρουσία της. Από την έναρξη του 21ου αιώνα, η Ρωσία κατάφερε να ελέγχει τα δύο τρίτα της γεωργιανής ακτογραμμής μετά τον πόλεμο του 2008 και την κατοχή της Αμπχαζίας. Έχει προσαρτήσει την Κριμαία και τέσσερις ουκρανικές περιοχές και προσπαθεί να ελέγξει ολόκληρη την ουκρανική ακτή, έχει υποστηρίξει επίσης ένα φιλορωσικό καθεστώς στην αποσχισθείσα περιοχή της Μολδαβίας της Υπερδνειστερίας για να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση της Μολδαβίας. Τις προσπάθειες της Ρωσίας να κυριαρχήσει στον Εύξεινο Πόντο ενθάρρυναν ακούσια με τη σταδιακή ενσωμάτωση της περιοχής στο δυτικό οικοσύστημα πολιτικής και ασφάλειας του ΝΑΤΟ[1].

Στην αντιπαράθεσή της με τη Δύση, η Ρωσία θέλει να ανακτήσει το πλεονέκτημά της στον Εύξεινο Πόντο μέσω της στρατιωτικής νίκης στην Ουκρανία. Ο άμεσος στόχος είναι να αποκόψει την Ουκρανία από τις ακτές στον Εύξεινο Πόντο, να εξασφαλίσει τη χερσαία σύνδεση με την Κριμαία και να θέσει υπό τον έλεγχο της την Οδησσό. Αυτό θα επέτρεπε στη  Ρωσία να κυριαρχήσει στο θαλάσσιο εμπόριο και στους ενεργειακούς δρόμους, να υπονομεύσει την ανεξαρτησία και το κράτος της Ουκρανίας και να μειώσει την αξία της για τη Δύση. Επίσης η Ρωσία αισθάνεται συμπιεσμένη στη Βαλτική μετά την ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ και είναι πιθανό να προσπαθήσει να ενισχύσει τις δυνάμεις της στα άλλα θαλάσσια πεδία για να αντισταθμίσει τις απώλειες στη Βαλτική.  Η Ουκρανία είναι κεντρική στο όραμα της Τουρκίας για περιφερειακή τάξη, στην αντιστάθμιση της Ρωσίας. Αν και η Άγκυρα έχει στενές σχέσεις με τη Μόσχα, οι σχέσεις της με το Κίεβο είναι στρατηγικές. Η συνεργασία τους στην αμυντική βιομηχανία, έχει αυξηθεί. Η Τουρκία και η Ουκρανία είναι από πολλές απόψεις φυσικοί σύμμαχοι, καθώς και οι δύο απορρίπτουν τη ρωσική κυριαρχία στον Εύξεινο Πόντο.

Από την άλλη, η Ελλάδα που βρίσκεται ως ενδιάμεσος σε αυτό το θαλάσσιο σύμπλοκο αναδεικνύεται ως βασικός παράγοντας και δυνητικά ωφελούμενη από τη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική. Για να επιτύχουμε όλο και μεγαλύτερα οφέλη θα χρειαστεί να αναπτύξουμε στρατηγικές και επιχειρησιακές συνήθειες κατάλληλες για αυτό το θολό θαλασσινό τοπίο. Να αλλάξουμε τις συνήθειες μας, διαμορφώνοντας τις επιχειρησιακές απαιτήσεις με νέες τακτικές και νέα δόγματα, αναλαμβάνοντας συνειδητή και επιμελή προσπάθεια. Ωστόσο η αλλαγή είναι μια δοκιμασία. Επειδή οι τακτικές διαμορφώθηκαν από περασμένες εποχές και είμαστε λιγότερο επιδεκτικοί σε δοκιμές, έτσι απαιτείται να αναζητήσουμε τη «χρυσή τομή», αυτό το σημείο μεταξύ της υπερβολής και της έλλειψης κάποιου αξιόλογου χαρακτηριστικού.

Εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί να περιοριστεί η ικανότητα της Ρωσίας να επιτύχει τους στόχους της, οπότε η Ελλάδα με τους εταίρους και συμμάχους θα χρειαστεί να ενισχύσει τη στρατιωτική ικανότητα της Ουκρανίας να αποκρούσει τη ρωσική επιθετικότητα. Η Ουκρανία διεξήγαγε μια εξαιρετικά αποτελεσματική ασύμμετρη εκστρατεία κατά του ρωσικού ναυτικού, εξαλείφοντας περίπου το ένα τρίτο του ρωσικού στόλου του Ευξείνου Πόντου. Μεγαλύτερες δυνατότητες θα επιτρέψουν στην Ουκρανία να μειώσει περαιτέρω τη ρωσική ναυτική παρουσία και να εξασφαλίσει τα λιμάνια της για βασικές εξαγωγές. Μακροπρόθεσμα, η Ουκρανία θα μπορούσε να αναδειχθεί ως ένας σημαντικός περιφερειακός παίκτης και ένας απαραίτητος πυλώνας για τον περιορισμό του ρωσικού επεκτατισμού.

Η Ελλάδα ως μέλος του ΝΑΤΟ και εταίρος στην ΕΕ που έχει ζωτικά συμφέροντα σε αυτές τις εγγύς θαλάσσιες περιοχές, είναι καίριας σημασίας δύναμη. Ως άμεσο βήμα, θα πρέπει να ξεκινήσει με την ΕΕ έναν δομημένο διάλογο για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας που θα επικεντρώνεται στην κοινή άμυνα, για να ευθυγραμμίσουμε περαιτέρω τους γεωπολιτικούς στόχους και στρατηγικές.

Με την ανάπτυξη της ναυτικής παρουσίας, η ελληνική ισχύς και επιρροή στις θάλασσες αυξάνεται. Ωστόσο, ο γεωπολιτικός ρεβιζιονισμός όχι μόνο της Ρωσίας αλλά και της Τουρκίας βρίσκονται στο ζενίθ. Το πιο σχετικό ερώτημα είναι πώς να συγκρατήσει τις αναθεωρητικές τάσεις. Η νέα στρατηγική περιορισμού θα πρέπει να υιοθετήσει μια ολιστική άποψη για την ασφάλεια του θαλασσίου συμπλόκου που θα εξετάζει πώς αυτή συνδέεται με τη διεθνή ασφάλεια. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να ξανασκεφτεί τη θέση και τον ρόλο της στις ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές.

Συμπεράσματα

Πως θα το επιτύχουμε;  Πρώτον, οι ανταγωνιστές μας θα πρέπει να προσέχουν το βασικό μπλοκάρισμα και αντιμετώπιση της στρατηγικής. Χρειάζεται να καλλιεργήσουμε μια σταθερή αίσθηση κατεύθυνσης. Να μάθουμε πού πηγαίνουμε και τι προσπαθούμε να πετύχουμε. Όπως το έθεσε ο Ρωμαίος στωικός φιλόσοφος Σενέκας, «αν δεν ξέρεις σε ποιο λιμάνι πλέεις, κανένας άνεμος δεν είναι ευνοϊκός». Πού πηγαίνει ο Ελληνισμός, οι σύμμαχοί μας και οι εταίροι μας στον Εύξεινο Πόντο, στο Αιγαίο, τη Μεσόγειο, την Ερυθρά και σε άλλες εμπόλεμες περιοχές; Ο καθορισμός αυτού και η χάραξη μιας πορείας είναι ο σκοπός της στρατηγικής. Ο απώτερος στόχος μας, θα υποστήριζα, είναι να βοηθήσουμε τους εταίρους να γίνουμε πλήρως κυρίαρχοι, ικανοί να επιβάλουμε τα δικαιώματα και τα προνόμιά μας βάσει του διεθνούς δικαίου παρά την επιθετικότητα από εχθρικά παράκτια κράτη. Η επικράτηση θα απαιτήσει παρατεταμένο ανταγωνισμό στον οποίο κανένας ανταγωνιστής δεν θέλει να πατήσει τη σκανδάλη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό να επινοήσουμε επιλογές κλιμάκωσης κάτω από το όριο της χρήσης βίας, γνωστό και ως «δυνατότητες ενδιάμεσης δύναμης». Η στρατηγική μας πρέπει να είναι πολυεπίπεδη. Να συνηθίσουμε να κοιτάμε μακριά ενώ αναζητούμε δυνατότητες, που θα μας βοηθήσουν να υπερασπιστούμε τα δικαιώματά μας ως κυρίαρχοι.

Δεύτερον, θα πρέπει να συνηθίσουμε να μετράμε τις άμεσες στρατηγικές και πολιτικές επιπτώσεις των συνηθισμένων ενεργειών. Αυτό που κάνουμε σε καθημερινή βάση έχει σημασία. Ο Κλάουζεβιτς εξηγεί για τακτικές ενέργειες που παράγουν άμεση πολιτική σημασία. Ο εξαναγκασμός και η αποτροπή πιθανών εχθρών και η επιβεβαίωση των φίλων πηγάζουν από αυτό που κάνουν οι μαχόμενες δυνάμεις για να εντυπωσιάσουν. Για να εξαναγκάσουμε, να αποτρέψουμε ή να καθησυχάσουμε πρέπει να επιδείξουμε μια εντυπωσιακή επίδειξη ικανότητας. Η πολιτική μας ηγεσία πρέπει να επιδείξει τη βούλησή της να χρησιμοποιήσει αυτή την ικανότητα υπό συνθήκες που λέει ότι θα το κάνει, και πρέπει να πείσουμε το κοινό με επιρροή ότι μπορούμε και θα τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας.

Τρίτον, πρέπει να συνηθίσουμε να παίρνουμε μια λειτουργική άποψη για τον ανταγωνισμό. Αυτή είναι επίσης βασική στρατηγική, και ισχύει στη γκρίζα ζώνη πολέμου (μεταξύ ειρήνης και πολέμου) καθώς και σε καιρό πολέμου. Ο Clausewitz προτρέπει τους διεκδικητές να είναι ισχυροί γενικά, αλλά το πιο σημαντικό να γίνουν ισχυρότεροι σε σχέση με τον ανταγωνιστή όπου έχει σημασία, όταν έχει σημασία. Αυτό σημαίνει όχι μόνο συγκέντρωση δύναμης στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και όπου αλλού απαιτείται. Αυτό εφαρμόστηκε πρόσφατα με τη συμμετοχή ναυτικής δύναμης στην επιχείρηση Ασπίδες στην Ερυθρά. Ο ανταγωνισμός δεν είναι απλώς παρατεταμένος στο χρόνο, αλλά διασκορπισμένος στο γεωγραφικό χώρο. Και σε έναν παρατεταμένο, διάσπαρτο ανταγωνισμό, καλύτερα να είστε προετοιμασμένοι να σκορπίσετε δυνάμεις σε σκηνές κρούσης για αόριστο χρονικό διάστημα. Δεν μπορείς να περιμένεις να επικρατήσεις αν δεν πας στο γήπεδο για να αγωνιστείς.

 

 

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI). Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Σύγχρονος Πόλεμος» Προκλήσεις για την Ελληνική Ασφάλεια. Εκδόσεις Ινφογνώμων

 

[1] Τρία από τα πέντε παράκτια κράτη είναι ήδη μέλη του ΝΑΤΟ (Τουρκία – από το 1952 – Βουλγαρία και Ρουμανία) και δύο (Γεωργία και Ουκρανία) είναι υποψήφιες. Ομοίως, δύο (Βουλγαρία και Ρουμανία) είναι μέλη της ΕΕ και τα άλλα τρία είναι υποψήφια κράτη.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024