Το Παλαιστινιακό ως πολιτικό εργαλείο της Τουρκίας
Palestinian President Mahmoud Abbas (L) meets with Turkish President Recep Tayyip Erdogan, Ankara, Turkey, July 25, 2023. — Turkish Presidency
Γράφει ο Γεώργιος Παπαπολυχρονίου
Αναλυτής
Σε περίπου δύο μήνες συμπληρώνονται δύο χρόνια από την τρομοκρατική επίθεση της Hamas που έδωσε το έναυσμα για μία εκ νέου ανάφλεξη της Μέσης Ανατολής. Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στα γεγονότα και συνδέοντάς τα με το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι που εκτυλίσσεται σήμερα, επιβάλλεται να υπενθυμίσουμε ότι η επίθεση αυτή έλαβε χώρα για δύο κυρίως λόγους, οι οποίοι έχουν ένα βαθμό συνάφειας. Τονίζεται επίσης ότι η Hamas υποστηρίχθηκε ποικιλοτρόπως από χώρες, τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετούσε το ξέσπασμα βίας στη συγκεκριμένη περιοχή. Χώρες όπως η Τουρκία, οι οποίες εκ των υστέρων έχυναν και συνεχίζουν να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τα ανθρώπινα θύματα ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουν σφαγές αμάχων σε περιοχές όπως η Συρία. Ας εξετάσουμε όμως τους προαναφερθέντες λόγους.
Το Παλαιστινιακό ζήτημα στο πλαίσιο της αραβοϊσραηλινής προσέγγισης.
Ο πρώτος λόγος ήταν η προσπάθεια εκ μέρους της Hamas να ακυρώσει την προσέγγιση του Ισραήλ με τις αραβικές ηγεσίες και να επαναφέρει το Παλαιστινιακό ζήτημα στη διεθνή agenda. Είναι αλήθεια ότι επί της προηγούμενης κυβέρνησης Trump είχε αναπτυχθεί μια πρωτοβουλία αποκατάστασης των σχέσεων του Ισραήλ με μια σειρά αραβικών χωρών, η οποία οδήγησε στη σύναψη των γνωστών συμφωνιών του Αβραάμ. Η εξέλιξη αυτή ήταν μια απτή απόδειξη ότι το Παλαιστινιακό ζήτημα που ταλάνιζε διαχρονικά τις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο, είχε υποχωρήσει στις πολιτικές προτεραιότητες των τελευταίου, ανοίγοντας μια νέα σελίδα στην πολύπαθη Μέση Ανατολή. Είναι ενδεικτικό ότι τη στιγμή της επίθεσης, υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, μετά τις αντίστοιχες κινήσεις με το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Εξυπακούεται ότι αυτή η εξομάλυνση δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Hamas αλλά και των υποστηρικτών αυτής, ήτοι της Τουρκίας και του Ιράν.
Παρά το προπαρασκευαστικό έργο που είχε κάνει η Hamas θα ήταν ουτοπική η αντίληψη των ηγετών της ότι θα μπορούσαν να νικήσουν το Ισραήλ σε μια πολεμική αναμέτρηση. Αντιθέτως, το γεγονός ότι δεν επέλεξαν να χτυπήσουν ένα στόχο σκληρής ισχύος του αντιπάλου αλλά ένα φεστιβάλ ειρήνης, η βιαιότητα με την οποία το έκαναν και η διαφήμιση αυτής της βιαιότητας παγκοσμίως, καταδεικνύουν ότι στόχος τους ήταν να προκαλέσουν μια οργισμένη αντίδραση από το Ισραήλ. Μια αντίδραση που θα εργαλειοποιούσαν στη συνέχεια για να δυναμιτίσουν τις αποκατασταθείσες αραβοϊσραηλινές σχέσεις, να επαναφέρουν το Παλαιστινιακό στο προσκήνιο και να προκαλέσουν διεθνή κατακραυγή η οποία θα ωθούσε τη διεθνή κοινότητα σε δράση.
Το γεγονός ότι οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Hamas είχαν κατασκευαστεί κάτω από ευαίσθητες πολιτικές υποδομές όπως νοσοκομεία και σχολεία και η επιλογή να χρησιμοποιήσουν τις υποδομές αυτές και τους πολίτες ως ασπίδα, αποδεικνύει τη συνειδητή απόφασή της οργάνωσης να αυξήσει το κόστος σε αμάχους προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως όπλο προπαγάνδας. Ουσιαστικά πρόκειται για μια συνειδητή απόφαση η οποία εστιάζει στη νίκη σε στρατηγικό επίπεδο, μέσω της ήττας σε τακτικό. Με απλά λόγια, χάνεις τις μάχες για να κερδίσεις τον πόλεμο.
Αυτή η στρατηγική δεν είναι καινοφανής και αποτελεί επιλογή μιας πλευράς που υπολείπεται σημαντικά σε στρατιωτική ισχύ. Για να γίνει πιο κατανοητή μπορούμε να αναφέρουμε δύο παραδείγματα από τη σύγχρονη ιστορία, που διαδραματίστηκαν στη «γειτονιά» μας:
α. Η εξέγερση του Ilinden στις 2/8/1903 που οργανώθηκε από τη βουλγαρική οργάνωση IMRO (Internal Macedonian Revolutionary Organization). Η Βουλγαρία γνωρίζοντας την αντίθεση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής στα επεκτατικά της σχέδια και τη στρατιωτική υπεροπλία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδαύλισε το σλαβικό στοιχείο στην περιοχή του Μοναστηρίου να εξεγερθεί κατά της οθωμανικής κατοχής, αφήνοντας το στη συνέχεια έρμαιο των Οθωμανών. Η Σόφια γνώριζε ότι η ανατροπή της οθωμανικής κυριαρχίας μέσω εξεγέρσεων δεν θα καρποφορούσε. Στόχος της ήταν η πρόκληση σημαντικών αντιποίνων από την οθωμανική πλευρά, τα οποία θα εκμεταλλευόταν η βουλγαρική διπλωματία για να πιέσει της ευρωπαϊκές δυνάμεις να επέμβουν.
β. Ο πόλεμος στο Κόσσοβο στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Την ίδια στρατηγική εφάρμοσε στο Κόσσοβο την περίοδο 1998-1999 ο Eθνικός Απελευθερωτικός Στρατός (UÇK), ο οποίος αναγνωρίζοντας τη σερβική υπεροπλία, στόχευε με τις επιθέσεις του (και κατά αμάχων) να προκαλέσει δυσανάλογα αντίποινα των Σέρβων ώστε να αναγκαστεί η διεθνής κοινότητα να επέμβει κατά των τελευταίων.
Για την ηγεσία της Hamas επομένως, μεγάλο μέρος της οποίας βρίσκεται εκτός Γάζας, οι εικόνες των Παλαιστινίων που αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης, δε συνιστούν πρόβλημα αλλά επικοινωνιακό όπλο. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η αδυναμία πρόσβασης των Παλαιστινίων στην ανθρωπιστική βοήθεια οφείλεται και στη Hamas, η οποία τη δεσμεύει. Κι όμως, στις πορείες διαμαρτυρίας που γίνονται στη Δύση και φυσικά και στη χώρα μας, οι οποίες είναι τμήματα του ίδιου επικοινωνιακού πλαισίου, κανείς δεν αναφέρεται στις ευθύνες της Hamas αλλά η στοχοποίηση αφορά αποκλειστικά το Ισραήλ. Θα νόμιζε κάποιος ότι πριν τις εχθροπραξίες που ξεκίνησαν μετά την 7η Οκτωβρίου, στη Γάζα της οποίας την ευθύνη της διακυβέρνησης έχει η Hamas, οι άνθρωποι δε ζούσαν σε κατάσταση ανέχειας παρά τα κονδύλια της βοήθειας που εισέρεαν.
Άρα γιατί συμβαίνει αυτή η μονόπλευρη καταδίκη, θα αναρωτηθεί κάποιος. Πολύ απλά γιατί εκτός της ένοπλης σύρραξης, διεξάγεται και ένας πόλεμος πληροφοριών και επικοινωνίας. Ένας πόλεμος που στοχεύει στη διαμόρφωση συνειδήσεων και απόψεων, ένας πόλεμος στόχος του οποίου είναι το μαλακό υπογάστριο της Δύσης, οι κοινωνίες της. Οι κοινωνίες της Δύσης είναι ευάλωτες σε ζητήματα ανθρωπιστικής κρίσης και έχουν σε μεγάλη αξία την ανθρώπινη ζωή, παρέχοντας έτσι ένα ιδιότυπο όπλο στα χέρια αυταρχικών οντοτήτων και καθεστώτων, το οποίο εκμεταλλεύονται στη βάση μιας ευκαιριακής συμμαχίας με ομάδες στο εσωτερικό των δυτικών χωρών προκειμένου να περάσουν το αφήγημα που ταιριάζει στα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και της ιδεολογίας που πρέσβευε, επέφερε αλλαγές στον τρόπο σκέψης και δράσης των ακολούθων της. Σημείο αναφοράς αυτής της πλευράς του πολιτικού φάσματος κατέστη πλέον ο αντιαμερικανισμός ή γενικότερα ο αντιδυτικισμός. Κάθε οντότητα που φαίνεται να διάκειται αρνητικά προς τη Δύση, αποτελεί εν δυνάμει σύμμαχο ή έστω ευκαιριακό φίλο, ασχέτως του πόσο ακραία μπορεί να είναι. Εξου και πολύ συχνά κάποιες συλλογικότητες που έχουν καταστήσει ζητωκραυγή τη λέξη «αλληλεγγύη», υποστηρίζουν χωρίς ενδοιασμό παντελώς αντιδημοκρατικές πρακτικές και ιδεολογίες που υποβαθμίζουν τη γυναίκα σε περιουσιακό στοιχείο. Για τον ίδιο λόγο δεν θα δει κανείς τέτοιες ομάδες να διαμαρτύρονται για εγκλήματα που διαπράττουν κράτη και οντότητες που έχουν αντιδυτικό πρόσημο, όπως συμβαίνει με τις τουρκικά υποκινούμενες αγριότητες στη Συρία. Μάλιστα ορισμένες εξ αυτών που δρουν ως εντολοδόχοι, φτάνουν στο θρασύτατο σημείο να κατηγορούν την Ελλάδα για τις προκλήσεις της Τουρκίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Ισραήλ, όντας στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, αποτελεί κόκκινο πανί για τέτοιες συλλογικότητες οι οποίες έχοντας και την υποστήριξη χωρών με αντιδυτική agenda (π.χ. Τουρκία) προχωρούν σε συνεχείς κινητοποιήσεις στο όνομα ενός μονόπλευρου και υποκριτικού ανθρωπισμού, προσπαθώντας να παρασύρουν ανυποψίαστους πολίτες με γνήσια ανησυχία αλλά χωρίς γνώση των καταστάσεων.

Οι ενεργειακοί και εμπορικοί διάδρομοι
Ο δεύτερος λόγος της επίθεσης έχει να κάνει με τα σχέδια για τη δημιουργία εμπορικών και ενεργειακών οδών. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2023, δύο μήνες πριν την τρομοκρατική ενέργεια της Hamas, υπογράφτηκε ένα Μνημόνιο Κατανόησης κατά τη διάρκεια της Συνόδου των G20 στο Νέο Δελχί, με το οποίο γινόταν γνωστή η πρόθεση κατασκευής ενός οικονομικού διαδρόμου που θα ένωνε την Ασία με την Ευρώπη. Ο οικονομικός αυτός διάδρομος με το όνομα India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC), θα ξεκινούσε από την πόλη Mumbai και θα κατέληγε στον Πειραιά, μετατρέποντας την Ινδία και την Ελλάδα σε πύλες της Ασίας και της Ευρώπης αντιστοίχως.

Τα σχέδια του Erdogan να μεταμορφώσει την Τουρκία σε μια παγκόσμια δύναμη προϋποθέτουν τη μετατροπή της σε ενεργειακό και εμπορικό κόμβο, οπότε καθίσταται προφανές γιατί η εξαγγελία του IMEC προκάλεσε αμέσως την αντίδραση της Τουρκίας, αφού την αποκλείει και λειτουργεί ανταγωνιστικά ως προς τον αντίστοιχο διάδρομο Belt and Road Initiative (BRI) της Κίνας, το χερσαίο σκέλος του οποίου διέρχεται από την Τουρκία.

Παράλληλα η Τουρκία συμμετέχει στην κατασκευή του “Trans-Caspian International Transport Route” (TITR) γνωστού και ως “Middle Corridor” (Μεσαίος Διάδρομος), ενός εμπορευματικού διαδρόμου που θα συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη, παρακάμπτοντας το Κανάλι του Suez και τον ρωσικό Βόρειο Διάδρομο, μετατρέποντας την Τουρκία σε στρατηγικό εμπορευματικό κόμβο. Το όλο εγχείρημα βασίζεται κυρίως στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων ενώ στην περιοχή της Κασπίας τα εμπορεύματα θα μεταφέρονται δια θαλάσσης. Για την Κίνα, ο “Middle Corridor” μπορεί να αποτελέσει μια επέκταση του δικού της BRI.

Επιπροσθέτως, η Τουρκία υποστηρίζει την κατασκευή ενός οικονομικού διαδρόμου 1200 χλμ που θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον IMEC και θα ενώνει το λιμάνι Grand Faw (στην περιοχή της Βασόρας) στο Ιράκ με τη Μερσίνα της Τουρκίας. Το σχέδιο αυτό με το όνομα “Development Road” θα αποτελείται από σιδηροδρόμους, αυτοκινητοδρόμους και αγωγούς, ενώ την επίβλεψη των έργων έχει αναλάβει η ιταλική εταιρεία Progetti Europa & Global (PEG). Μάλιστα όπως δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Μεταφορών και Υποδομών Abdulkadir Uraroglu, στο πλαίσιο του Global Transport Connectivity Forum που διεξήχθη στην Κωνσταντινούπολη τον περασμένο Ιούνιο, πρόθεση της Άγκυρας είναι να συνδέσει την Αφρική στο εγχείρημα του Development Road μέσω του Περσικού Κόλπου και στο Middle Corridor μέσω της Τουρκίας.


Συμπερασματικά, καθίσταται προφανές ποιον εξυπηρετεί η ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας καθώς η συνεχιζόμενη αστάθεια στην περιοχή καθυστερεί τα σχέδια υλοποίησης του IMEC. Μια ενδεχόμενη ρήξη στις σχέσεις του Ισραήλ με αραβικά κράτη όπως τα ΗΑΕ, η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία (πρώτος λόγος) θα λειτουργούσε καταστροφικά ως προς το όλο εγχείρημα. Η δήλωση του Erdogan ότι η Hamas αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της Τουρκίας δεν είχε τη στενή έννοια της προστασίας της Τουρκίας από μια πιθανή επίθεση του Ισραήλ, άλλωστε η Τουρκία απειλούσε το Ισραήλ και όχι το αντίστροφο. Η βαθύτερη έννοια της δήλωσης ήταν ότι η Hamas λειτουργεί ως θεματοφύλακας των τουρκικών συμφερόντων και ως εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Κατόπιν των ανωτέρω θα πρέπει να γίνει ευρέως κατανοητό το μέγεθος και η σημασία των γεωπολιτικών παιχνιδιών που παίζονται στην ευρύτερη περιοχή μας. Η Τουρκία προσπαθεί με κάθε τρόπο να μετατραπεί σε παγκόσμιο οικονομικό κόμβο μέσω της όδευσης εμπορικών και ενεργειακών διαδρόμων, κάτι που θα της επιτρέψει να αναλάβει το ρόλο ενός παγκόσμιου ρυθμιστή εξελίξεων. Στην προσπάθειά της αυτή, επιχειρεί να δυναμιτίσει κάθε εγχείρημα που αυξάνει το γεωπολιτικό αποτύπωμα αντιπάλων όπως η Ελλάδα, ακυρώνοντάς τες κατ’ αυτό τον τρόπο ως αυτόνομους γεωπολιτικούς δρώντες. Επί του παρόντος το Ισραήλ είναι η μοναδική χώρα που εναντιώνεται στην πράξη στα μεγαλεπήβολα σχέδια της Τουρκίας, ενώ η στήριξή του σε εθνοθρησκευτικές ομάδες όπως οι Κούρδοι, δημιουργεί προβληματισμό στην Άγκυρα σχετικά με τη βιωσιμότητα σχεδίων όπως το Development Road.
Αυτές οι εξελίξεις θα πρέπει να προβληματίσουν αρκετούς στο εσωτερικό σχετικά με τη στάση και τον τρόπο σκέψης που έχουν, παρασυρόμενοι από υποκριτικές κινητοποιήσεις που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Τουρκίας. Η σύμπηξη ενός κοινού μετώπου με τις χώρες της ευρύτερης περιοχής που αντιμετωπίζουν τις ίδιες απειλές είναι μονόδρομος και αποτελεί ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Το αύριο κρίνεται σήμερα!
Η περίπτωση της Ιταλίας είναι μια καλή απόδειξη του ότι μπροστά στο εθνικό συμφέρον, έννοιες όπως η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη υπάρχουν μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Η εμπλοκή ιταλικών εταιρειών στο Development Road συν το γεγονός ότι η όδευση του IMEC είναι προς την Ελλάδα και όχι την Ιταλία, καθιστά σαφή την αδιαφορία της δεύτερης σε σχέση με τις ελληνικές ανησυχίες ως προς την Τουρκία και υπενθυμίζει στον καθένα ότι τα συμφέροντα έχουν τον πρώτο ρόλο στην εξωτερική πολιτική των κρατών. Είναι περιττό να αναφερθεί λοιπόν ότι σαν Έλληνες οφείλουμε να κάνουμε ακριβώς το ίδιο, να βάλουμε σε απόλυτη προτεραιότητα τα συμφέροντά μας και μόνο.