Τι μας ξημερώνει στα ελληνοτουρκικά- Μπορούμε με το Διεθνές Δίκαιο να υπερασπιστούμε το Αιγαίο;
https://www.facebook.com/photo?fbid=1076360934681810&set=a.230956072555638
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Παρακολουθώντας τις εξελισσόμενες διαμάχες/ανταγωνισμούς μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν ισχύει ακόμη η βασική αρχή ότι τα σύνορα και η κυριαρχία των κρατών δεν πρέπει να αλλάζουν με τη βία.
Το διεθνές δίκαιο είναι σαφές σε πολλά από αυτά τα ζητήματα, από την κυριαρχία των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο έως την οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), την οποία η Ελλάδα έχει επικυρώσει αλλά η Τουρκία απορρίπτει. Ωστόσο, η Άγκυρα αμφισβητεί συστηματικά τα ελληνικά θαλάσσια δικαιώματα, αμφισβητεί την κυριαρχία επί νησιών και βραχονησίδων και απειλεί με χρήση βίας με το «casus belli» σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα της και επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα.
Οι παραλληλισμοί με παλαιότερες εποχές είναι εντυπωσιακοί. Όπως ακριβώς η Κοινωνία των Εθνών δίστασε στην αποτροπή της επιθετικότητας τη δεκαετία του 1930, έτσι και τα σημερινά Ηνωμένα Έθνη αγωνίζονται να επιβάλουν τα δικά τους ψηφίσματα, είτε όσον αφορά την Κύπρο, όπου τα τουρκικά στρατεύματα έχουν καταλάβει το βόρειο τμήμα του νησιού από το 1974, είτε στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι επανειλημμένες παραβιάσεις των διεθνών κανόνων μένουν ατιμώρητες.
Από την Κύπρο μέχρι τα νησιά του Αιγαίου, η Τουρκία αμφισβητεί ολοένα και περισσότερο τις αρχές που στηρίζουν την ευρωπαϊκή σταθερότητα: τα σύνορα δεν μπορούν να αλλάξουν με τη βία και η κυριαρχία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί μέσω εκφοβισμού.
Τα Ηνωμένα Έθνη μπορούν να επιλύσουν την κρίση;
Το σύστημα του ΟΗΕ έχει παραλύσει από δομικές αδυναμίες, με το αδιέξοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας, και το δικαίωμα βέτο των μόνιμων μελών, ανάμεσά τους η Ρωσία και η Κίνα που διατηρούν στενούς δεσμούς με την Άγκυρα, που μπορούν να εμποδίζουν κάθε αποφασιστική επιβολή του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο. Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ, η συμμαχία στην οποία συμμετέχουν τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία, αντιμετωπίζει παρόμοιο πρόβλημα: έχει ιδρυθεί για την απόκρουση εξωτερικών απειλών και όχι για τη διαιτησία διαφορών μεταξύ των μελών του. Έτσι δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό ισχύος, στο οποίο η ωμή δύναμη και η μονομερής στρατιωτική δράση υπερισχύουν του διεθνούς δικαίου, διαμορφώνοντας ένα αβέβαιο και δυνητικά αποσταθεροποιητικό μέλλον για την Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Θουκυδίδης στο Αιγαίο
Η βασισμένη σε κανόνες τάξη δεν είναι αυτοσυντηρούμενη. Ζει ή πεθαίνει από την προθυμία των συμμαχιών να την υπερασπιστούν. Η ιστορία προσφέρει μια ανατριχιαστική υπενθύμιση που προειδοποιεί κατά του εφησυχασμού. Η περίφημη φράση από τον Διάλογο των Μηλίων του Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, είναι: «τὰ μὲν τῶν ἀνθρωπίνων… δίκαια βουλομένοις, ὅτι σὺν τῷ ἴσῳ καὶ τῇ ἀνάγκῃ ἀναγκάζονται, τὰ δὲ ἰσχυρῶν δυνάμει μὲν ἀναγκαστῶς, ὅτι ἂν βούλωνται». Αυτή η δήλωση εκφράζει την πεποίθηση ότι η ισχύς καθορίζει τη δράση, ενώ η αδυναμία επιβάλλει υποταγή, και είναι η βάση της ωμής πραγματικότητας της πολιτικής και της σύγκρουσης. Η Μήλος αντιστάθηκε, αλλά χωρίς συμμάχους, καταστράφηκε. Αν η Ελλάδα αφεθεί μόνη της να αντιμετωπίσει τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας, το ίδιο μάθημα μπορεί να αντηχήσει σε όλο το Αιγαίο.
Θα θριαμβεύσει ξανά ο ρεαλισμός;
Η φιλελεύθερη τάξη κινδυνεύει στο Αιγαίο, όπως ακριβώς συμβαίνει στην Ουκρανία ή στη Νότια Σινική Θάλασσα. Εάν συμμαχίες όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεν μπορούν να επιβάλουν τους κανόνες που διακηρύσσουν, τότε οι κανόνες θα διαβρωθούν. Οι αμφισβητήσεις της Τουρκίας για την κυριαρχία των ελληνικών νησιών, οι απειλές πολέμου και η περιφρόνηση της UNCLOS θα γίνουν η νέα κανονικότητα, όχι μια παρέκκλιση.
Για τα μικρότερα κράτη, το μάθημα του Θουκυδίδη παραμένει: οπλιστείτε και εξασφαλίστε ισχυρούς συμμάχους, ή διακινδυνεύστε να αφεθείτε να «υποφέρετε ό,τι πρέπει».
Αν το διεθνές δίκαιο πρόκειται να σημαίνει κάτι στην Ανατολική Μεσόγειο, θα απαιτήσει περισσότερα από ψηφίσματα ή δηλώσεις ανησυχίας. Θα απαιτήσει αξιόπιστη αποτροπή και συλλογική αποφασιστικότητα. Διαφορετικά, η μοίρα της Μήλου μπορεί να επαναληφθεί στο Αιγαίο, εις βάρος της Ελλάδας, της Κύπρου και της σταθερότητας της ίδιας της φιλελεύθερης τάξης.
Τι μας ξημερώνει στα ελληνοτουρκικά;
Το Αιγαίο δεν είναι απλώς μια θάλασσα, είναι ο καθρέφτης των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι ένας υδάτινος λαβύρινθος όπου πλέουν η ιστορία, η στρατηγική και το πολιτικό ρίσκο. Το ερώτημα «τι μας ξημερώνει στα ελληνοτουρκικά;» δεν έχει μία μόνο απάντηση, είναι ένα πλέγμα από πιθανούς δρόμους, με κοινό παρονομαστή την αστάθεια.
Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα επιχειρεί να μετασχηματίσει την αμυντική της ισχύ σε εργαλείο αποτροπής και διπλωματικής αξιοπιστίας. Η ναυπήγηση και η επικείμενη ένταξη στο Πολεμικό Ναυτικό των φρεγατών Belharra σε συνεργασία με τα αποκτηθέντα αεροσκάφη Rafale αποτελεί την αιχμή αυτής της προσπάθειας. Τα υπερσύγχρονα αυτά όπλα δεν είναι απλώς μέσα μάχης, είναι εργαλεία στρατηγικής επικοινωνίας, τόσο προς την Τουρκία όσο και προς τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Η παρουσία τους υποδηλώνει ετοιμότητα, τεχνολογική αναβάθμιση και αποφασιστικότητα.
Ωστόσο, η Τουρκία κινείται με διαφορετική φιλοσοφία. Με μεγαλύτερο αριθμητικά στόλο και δόγμα θαλάσσιας κυριαρχίας υπό τον τίτλο «Γαλάζια Πατρίδα», επιδιώκει να κατοχυρώσει πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Δεν επιδιώκει απαραίτητα τη σύγκρουση, αλλά την αποσταθεροποίηση μέσω φθοράς. Δηλαδή, να υπονομεύσει τη βούληση της Ελλάδας χωρίς να εμπλακεί σε μετωπική ρήξη. Σε αυτό το πλαίσιο, το Αιγαίο μετατρέπεται σε σκακιέρα αντοχής, όχι σε γήπεδο ταχείας κλιμάκωσης.
Η στρατιωτική ισορροπία, λοιπόν, δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των πλοίων και αεροσκαφών, αλλά από τη βούληση και διαχείριση της παρουσίας τους. Η Ελλάδα, με περιορισμένο αλλά υψηλής αξίας αεροναυτικό στόλο, καλείται να υιοθετήσει μια στρατηγική «fleet-in-being». Να διατηρεί τα πλοία της ως απειλή που δεν χρησιμοποιείται, αλλά επηρεάζει τις κινήσεις του αντιπάλου. Η απώλεια, ακόμη και μιας μόνο Belharra, δεν θα είναι τακτική ή υλική, θα είναι συμβολική και πολιτική, ενδεχομένως με επιπτώσεις στη συμμαχική συνοχή.
Ταυτόχρονα, η παρουσία αυτών των οπλικών συστημάτων δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Είναι προϊόντα γαλλικής τεχνολογίας, ενταγμένα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό στρατηγικό πλέγμα. Η αποστολή τους στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης λειτουργεί και ως υπενθύμιση: ότι η άμυνα της Ελλάδας δεν είναι μόνο εθνική υπόθεση, αλλά και ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Απέναντι σε έναν πολυάριθμο και τεχνικά ικανό αντίπαλο, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της μακρόχρονης φθοράς. Χρειάζεται έξυπνη άμυνα, ευέλικτες τακτικές, και στρατηγικό αυτοέλεγχο. Ο πιο ασφαλής δρόμος δεν είναι η σκληρή αντιπαράθεση, αλλά η σαφής προβολή αποτροπής που πείθει τον αντίπαλο, με τρόπο που να μη γίνεται εύκολα αντιστρέψιμος ή παρερμηνεύσιμος.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ποιος ελέγχει ποιο νησί ή ποια θάλασσα. Είναι ποιος ορίζει το πλαίσιο των κανόνων, της λογικής και της βούλησης στην περιοχή. Η Ελλάδα, μέσα από τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, την ενίσχυση των συμμαχιών και τη στρατηγική χρήση των μέσων της, μπορεί να καθορίσει το παιχνίδι χωρίς να πέσει στην παγίδα της πρόκλησης.
Το τι μας ξημερώνει στα ελληνοτουρκικά, λοιπόν, δεν εξαρτάται μόνο από τις προθέσεις της Τουρκίας. Εξαρτάται και από την ικανότητα της Ελλάδας να παραμείνει ψύχραιμη αλλά αποφασισμένη, διαλλακτική αλλά όχι παθητική, ευέλικτη αλλά όχι προβλέψιμη. Μια λεπτή ισορροπία, αλλά ίσως η μόνη που μπορεί να αποτρέψει το σκοτεινό ξημέρωμα μιας σύγκρουσης.
Εάν το διεθνές δίκαιο δεν καταφέρνει πλέον να αποτρέπει την επιθετικότητα, το Αιγαίο κινδυνεύει να εξελιχθεί στο επόμενο πεδίο δοκιμών της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης. Εάν οι διεθνείς κανόνες και οι συμβάσεις δεν λειτουργούν ως αυτόνομο φράγμα απέναντι στη διασυνοριακή βία, τότε οι καλά οπλισμένες συμμαχίες οφείλουν να αναλάβουν δράση, αλλιώς θα παρακολουθήσουν την κατάρρευση μιας ήδη εύθραυστης περιφερειακής ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συμπέρασμα
Αυτό που επιφυλάσσει το μέλλον στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι μια επισφαλής ισορροπία. Η άμεση αντιπαράθεση παραμένει πιθανή, αλλά πιο πιθανό είναι ένας παρατεταμένος ανταγωνισμός θελήσεων – η αποτροπή της αποσταθεροποίησης.
Τα διακυβεύματα εκτείνονται πολύ πέρα από το Αιγαίο. Αφορούν το κατά πόσον η φιλελεύθερη τάξη, που βασίζεται στο δίκαιο και τις συμμαχίες, μπορεί να επιβιώσει απέναντι στον αναθεωρητισμό. Η Ελλάδα είναι ταυτόχρονα κράτος πρώτης γραμμής και δείκτης: η επιτυχία ή η αποτυχία της στην υπεράσπιση της κυριαρχίας υπό πίεση θα διαμορφώσει όχι μόνο την Ανατολική Μεσόγειο αλλά και την αξιοπιστία του συστήματος της Δύσης που βασίζεται σε κανόνες παγκοσμίως.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).