Αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου και τουρκική προπαγάνδα
Γράφει ο Γεώργιος Παπαπολυχρονίου
Αναλυτής
Τελευταία και ιδίως μετά την απόφαση της Ελλάδας να θωρακίσει τα νησιά της μέσω της εγκατάστασης αμυντικών πυραυλικών συστημάτων έχει προκληθεί ένας νέος παροξυσμός στα κανάλια της τουρκικής τηλεόρασης με διάφορους «ειδικούς αναλυτές» να επικαλούνται τις διάφορες διεθνείς συνθήκες όπως τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης του 1923 και τη συνθήκη των Παρισίων του 1947, παραποιώντας σε χυδαίο βαθμό το τι πραγματικά προβλέπουν οι διατάξεις αυτών.
Ορισμένοι προβαίνουν σε ένα ανόητο και καθαρά προπαγανδιστικό show χωρίς να έχουν κάνει τον κόπο να τις διαβάσουν και απλά έχουν ακούσει από άλλους που και οι ίδιοι δεν έχουν ιδία άποψη. Άλλοι πάλι, γνωρίζουν τι προβλέπουν οι συνθήκες και σκοπίμως αλλοιώνουν το περιεχόμενό τους για να δικαιολογήσουν ένα αφήγημα, διαμορφώνοντας μια ψευδή εικόνα της πραγματικότητας τόσο εντός όσο και εκτός Τουρκίας.
Οι Τούρκοι διπλωμάτες γνωρίζουν καλά τη φαιδρότητα των επιχειρημάτων τους και γι’ αυτό το λόγο δεν προβαίνει η Τουρκία σε προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη.
Για να το τελειώνουμε, η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης προβλέπει στο άρθρο 14, καθεστώς διοικητικής αυτονομίας σε Ίμβρο και Τένεδο (κάτι που έχει καταστρατηγήσει η Τουρκία) και προβλέπει επίσης, στα άρθρα 6 και 12, ότι εκτός των νησιών που αναφέρονται στη συνθήκη όπως η Ίμβρος, η Τένεδος και οι Λαγούσες, ΚΑΝΕΝΑ άλλο νησί, βραχονησίδα κλπ το οποίο βρίσκεται πέραν των 3 μιλίων (όχι ναυτικών μιλίων) από τις ακτές της Μικράς Ασίας ΔΕΝ ανήκει στην Τουρκία, κάτι που επίσης έχει παραβιάσει η Τουρκία καθώς κατέχει νησιά όπως αυτά του συμπλέγματος των Μοσχονησίων απέναντι από τη Λέσβο [Αδιάβατος (Κucuk Maden), Γιαλονήσι (Yalniz), Δασκαλειό (Κucuk Ilyosta), Έλεος ή Λείος (Poyraz), Καλαμάκι ή Καλαμόπουλο (Yuvarlak), Κάλαμος (Kara ada), Ουλιά (Kiz), Πύργος (Buyuk Maden)].
Εν τοις πράγμασι, η συνθήκη ειρήνης της Λωζάννης προβλέπει ότι η Τουρκία δεν δικαιούται τίποτα στο Αιγαίο πέραν των 3 μιλίων δηλαδή των 2,61 ναυτικών μιλίων, πλην των εξαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 12.
Βέβαια, γνωρίζοντας τη διαχρονική πονηριά και την ύπουλη τακτική των Τούρκων, θα πρέπει να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι οι παραβιάσεις της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης εκ μέρους τους και το αφήγημα ότι δήθεν υπάρχουν και παραβιάσεις από την ελληνική πλευρά, θα μπορούσε άνετα να αποτελεί μέρος ενός σχεδίου τους να δείξουν στο διεθνή παράγοντα ότι εφόσον υπάρχουν de facto εκατέρωθεν παραβιάσεις της συνθήκης, έχει καταστεί στην πραγματικότητα κενό γράμμα και χρήζει μιας αναθεώρησης. Αυτός είναι ο διακαής πόθος τους και τον επιζητούν με κάθε τρόπο μην έχοντας κανέναν ενδοιασμό να το δηλώσουν με τον πιο επίσημο τρόπο, εξού και προσπαθούν συνεχώς να ανακαλύψουν παραβιάσεις είτε αυτές έχουν να κάνουν με το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου είτε με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης.
Τώρα όσον αφορά στο καθεστώς της αποστρατικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, έχουμε τα εξής ενδιαφέροντα. Η Σύμβαση της Λωζάννης για το καθεστώς των Στενών και συγκεκριμένα το άρθρο 4 αυτής, ορίζει τις ουδετεροποιημένες ζώνες και νήσους στον Ελλήσποντο, στο Βόσπορο, στα νησιά της Προποντίδος (εκτός της Καλολίμνου) και στο Αιγαίο (Σαμοθράκη, Λήμνος, Ίμβρος, Τένεδος και Λαγούσες). Ακολούθως στο άρθρο 6 αυτής, προβλέπεται ουσιαστικά η αποστρατικοποίηση των ουδετεροποιημένων ζωνών και νήσων και για τις δύο χώρες, όχι μόνο για την Ελλάδα.
Η Σύμβαση του Montreux για το καθεστώς των Στενών (1936), υποκατέστησε την αντίστοιχη σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά (όχι τη Συνθήκη Ειρήνης). Οι Τούρκοι προβάλλουν όμως το φαιδρό επιχείρημα ότι ενώ πλέον η Σύμβαση του Montreux τους δίνει το δικαίωμα στρατιωτικοποίησης των Στενών (κάτι που έχει κάνει όπως και σε Ίμβρο και Τένεδο) μια και κατήργησε την προηγούμενη σύμβαση, η Ελλάδα δε διατηρεί το ίδιο δικαίωμα για τα νησιά Σαμοθράκη και Λήμνο.
Επιπροσθέτως αξίζει να αναφερθούν τα κάτωθι:
α. Πριν την έναρξη των διεργασιών της διάσκεψης του Montreux, η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν συμφωνήσει ότι άμεση συνέπεια του εξοπλισμού των Στενών θα είναι ο εξοπλισμός και των δύο προαναφερθέντων ελληνικών νήσων. Αυτό αποδεικνύεται και από την επιστολή του πρέσβη της Τουρκίας στην Αθήνα, Ruşen Eşref Ünaydın, προς τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, της 6 Μαΐου 1936, στην οποία κατ’ εντολή της κυβέρνησής του, δήλωνε ότι «είμαστε εξ ολοκλήρου σύμφωνοι όσον αφορά στον εξοπλισμό των νήσων Σαμοθράκης και Λήμνου, ταυτόχρονα με τον εξοπλισμό των Στενών».
β. Ο τότε Τούρκος αντιπρόσωπος, Hüseyin Numan Menemencioğlu, παρουσιάζοντας το τουρκικό σχέδιο της σύμβασης, ανέφερε ότι «όλα όσα υπάρχουν στην Σύμβαση του 1923 και αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, στις διατάξεις αποστρατικοποίησης, τα παραμερίσαμε από το σχέδιό μας εν γνώσει και με την βούλησή μας».
γ. Ο Tevfik Rüştü Aras, τότε Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, σε ομιλία του στην τουρκική εθνοσυνέλευση επ’ ευκαιρία της κύρωσης της Σύμβασης του Montreux, αναγνώρισε το νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας να στρατιωτικοποιήσει τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη (βλ. Εφημερίδα των πρακτικών της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, τεύχος 12, Ιούλιος 31/1936, σελ. 309).
Η άποψη της Τουρκίας ότι το καθεστώς της αποστρατικοποίησης των δύο προαναφερθέντων νήσων ισχύει ακόμα γιατί το άρθρο 12 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης παραπέμπει στην απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου του Φεβρουαρίου 1914, η οποία στο κείμενό της περιέχει διάταξη για την αποστρατικοποίηση των ανωτέρω νήσων όπως και των νήσων Λέσβου, Χίου, Σάμου και Ικαρίας δεν ισχύει καθόσον:
α. Το άρθρο 12 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης αναφέρει ότι «Η ληφθείσα απόφαση τη 13η Φεβρουαρίου υπό της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου της 17/30 Μαΐου 1913, […] αφορώσα εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ίμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών (Μαυρυών), ιδία των νήσων Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, επικυρούνται, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης των συναφών προς τας υπό την κυριαρχίαν της Ιταλίας διατελούσας νήσους, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 15». Η διάταξη αυτή αναφέρεται ξεκάθαρα μόνο στο ζήτημα της κυριαρχίας της Ελλάδας επί αυτών των νήσων (την οποία επικυρώνει) και δεν καλύπτει καθόλου το ζήτημα της αποστρατικοποίησης ή άλλα ζητήματα που μνημονεύονται στη συγκεκριμένη απόφαση.
β. Σε αυτό συντείνει και το γεγονός ότι το ζήτημα της αποστρατικοποίησης της Σαμοθράκης και της Λήμνου (όπως και των Δαρδανελίων, της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών) τέθηκε συγκεκριμένα και ξεκάθαρα στη Σύμβαση της Λωζάνης για το καθεστώς των Στενών (άρθρο 4), η οποία αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση του Montreux, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως.
γ. Το άρθρο 13 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης εξειδικεύει τις προϋποθέσεις για την περίπτωση των νήσων Λέσβου, Χίου, Σάμου και Ικαρίας προβλέποντας μερική και όχι ολική αποστρατικοποίηση. Εάν ίσχυε η άποψη της Τουρκίας για το άρθρο 12, θα σήμαινε ότι τα συγκεκριμένα νησιά διέπονται ταυτόχρονα από δύο διαφορετικές διατάξεις με διαφορετικό περιεχόμενο (ολική και μερική αποστρατικοποίηση). Όπως είναι φανερό, κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Ακόμα και αν ίσχυε όμως μια τέτοια παράλογη περίπτωση, το άρθρο 13 περιέχοντας ειδικές διατάξεις θα υπερίσχυε του άρθρου 12 το οποίο είναι πιο γενικό.
Όσον αφορά στην περίπτωση των Δωδεκανήσων, η Τουρκία υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να είναι στρατιωτικοποιημένα καθώς έτσι προβλέπεται στο άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων του 1947 (Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και των συνασπισμένων Δυνάμεων αφενός και της Ιταλίας αφετέρου). Η Τουρκία όμως δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή τη συνθήκη αλλά παρόλα αυτά ισχυρίζεται ότι αυτό το καθεστώς θεσπίσθηκε για να εξασφαλισθεί η ίδια (απορίας άξιο) και ότι το καθεστώς αυτό ισχύει έναντι όλων των κρατών ακόμα και των μη συμβαλλομένων και επομένως θεωρεί ότι μπορεί να αντλεί δικαιώματα.
Κατ’ αρχάς σύμφωνα με το άρθρο 15 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης, η Τουρκία παραιτήθηκε υπέρ της Ιταλίας, κάθε δικαιώματος και τίτλου επί των νήσων Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψών, Σύμης, Κω και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, καθώς και επί του Καστελλορίζου. Ακολούθως η κυριαρχία αυτών των νήσων και νησίδων εκχωρήθηκε από την Ιταλία στην Ελλάδα με την προαναφερθείσα Συνθήκη των Παρισίων. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για την υπογραφή της συνθήκης δεν υπήρξε κανένα στοιχείο που να πιστοποιεί την άποψη της Τουρκίας ότι το καθεστώς αποστρατικοποίησης των Δωδεκανήσων καθιερώθηκε για θέματα ασφαλείας της ίδιας και για ποιο λόγο άραγε να γινόταν κάτι τέτοιο; Όπως έχει αναφέρει και ο καθηγητής Ιωάννης Παπαφλωράτος, η αιτία αυτού του καθεστώτος πιθανόν συνδέεται με την ψυχροπολεμική ένταση μεταξύ Δύσης και Σοβιετικού μπλοκ και την ταυτόχρονη εσωτερική αναταραχή στην Ελλάδα, οπότε οι δύο υπερδυνάμεις της εποχής, όντας αβέβαιες για την έκβαση της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης στη χώρα, δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν τη δημιουργία τυχόν στρατιωτικών βάσεων του αντιπάλου στη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία έχει σημαντική γεωπολιτική αξία.
Επίσης, το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, ορίζει ότι «Συνθήκη δεν δημιουργεί ούτε υποχρεώσεις ούτε δικαιώματα για τρίτο Κράτος ή για τρίτο οργανισμό χωρίς τη συναίνεση του κράτους ή του οργανισμού αυτού», ενώ το άρθρο 36 ορίζει ρητά ότι «Δικαίωμα δημιουργείται για τρίτο Κράτος από διάταξη συνθήκης εάν τα μέρη στη συνθήκη αυτήν έχουν την πρόθεση με τη διάταξη αυτή να εκχωρήσουν το δικαίωμα αυτό είτε στο τρίτο Κράτος ή σε ομάδα κρατών στην οποία τούτο ανήκε, είτε σε όλα τα κράτη και εφ’ όσον το τρίτο Κράτος συγκατατίθεται σ’ αυτό». Επομένως δεν υφίσταται κανένα δικαίωμα για την Τουρκία από την εν λόγω συνθήκη καθώς δεν υπήρχε κάποια απόδειξη της βούλησης εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών ως προς την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος και σίγουρα δεν υπήρξε τέτοια βούληση εκ μέρους της Ελλάδας.
Αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο όταν τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης, βάσει του άρθρου 89 αυτής, δεν θα μπορούσαν να αντλήσουν κανένα δικαίωμα επ’ ωφελεία τους αν πρώτα δεν επικύρωναν τη συνθήκη. Από αυτό και μόνο φαίνεται ξεκάθαρα η φαιδρότητα των τουρκικών θέσεων.
Τέλος, το γεγονός της στρατιωτικοποίησης των νήσων του Αιγαίου είναι απόρροια της τουρκικής επιθετικότητας, η οποία έγινε και συνεχίζει να είναι έκδηλη με την εισβολή στην Κύπρο το 1974, με τις παράλογες διεκδικήσεις επί των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και της ελληνικής κυριαρχίας, τις απειλές πολέμου με χαρακτηριστικό παράδειγμα το casus belli του 1995, τη δημιουργία της «Στρατιάς Αιγαίου» με έδρα τη Σμύρνη, την ανάπτυξη ενός μεγάλου αποβατικού στόλου στα παράλια της Μικράς Ασίας, τη δημιουργία νέων Μονάδων ειδικών δυνάμεων στα παράλια και στην Ίμβρο καθώς και τη γενικότερη διάταξη των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Βασικός κανόνας του διεθνούς συστήματος, είναι το δικαίωμα κάθε κράτους στη νόμιμη άμυνα. Έναντι αυτού, καθετί άλλο έπεται, εξού και η νόμιμη άμυνα αποτελεί τη μοναδική δικαιολογητική βάση για τη χρήση βίας σύμφωνα με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ. Η δε Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών αναφέρει (άρθρο 53 όσο και άρθρο 64) ότι σε περίπτωση σύγκρουσης μιας συνθήκης με έναν αναγκαστικό κανόνα γενικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), όπως σαφέστατα αποτελεί το δικαίωμα κάθε κράτους στη νόμιμη άμυνα, τότε η συνθήκη ακυρώνεται. Συνεπώς ακόμα και αν η Τουρκία ήταν συμβαλλόμενο μέρος, ακόμα και αν αντλούσε δικαιώματα ως τρίτο μέρος από αυτή, από τη στιγμή που απειλεί την Ελλάδα (και έχει προβεί και σε πράξεις, όχι μόνο ρητορικά), το αναφαίρετο και πρώτιστο δικαίωμα στη νόμιμη άμυνα καθιστά κάθε αντίθετη συμβατική δέσμευση, όπως το άρθρο 14 παρ.2, άκυρη.
Εν κατακλείδι, ό,τι απειλείται δεν αποστρατικοποιείται.