Η αμυντική-βιομηχανική πολιτική της Τουρκίας: Από την εξάρτηση στην προβολή ισχύος, Επιπτώσεις για την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ (Μέρος 3ο)

NATO-Turkey

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

(Το πρώτο μέρος το διαβάζετε ΕΔΩ και το δεύτερο μέρος το διαβάζετε ΕΔΩ


Μέρος III — Μαθήματα για την Ελλάδα και το μέλλον της βιομηχανικής γεωπολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο

 

Η εξέλιξη της αμυντικής-βιομηχανικής πολιτικής της Τουρκίας φέρνει βαθιά διδάγματα για την Ελλάδα. Πρώτα και κύρια, υπογραμμίζει τη στρατηγική αξία της εγχώριας ικανότητας. Οι στρατοί και τα ναυτικά μπορούν να είναι σύγχρονοι, άρτια εξοπλισμένοι και πολυάριθμοι, αλλά η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται ουσιαστικά από την ικανότητα συντήρησης και αναπλήρωσης συστημάτων υπό επιχειρησιακή πίεση. Η εμπειρία της Τουρκίας καταδεικνύει ότι ο έλεγχος της παραγωγής, της έρευνας και της ανάπτυξης είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την επιχειρησιακή αυτονομία. Η Ελλάδα, αντίθετα, εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές κρίσιμων πλατφορμών, όπως αεροσκαφών, ναυτικών συστημάτων και πυρομαχικών, που συχνά περιορίζονται από τις άδειες, τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης και τις παραμέτρους εξωτερικής πολιτικής των προμηθευτών χωρών.

Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, η Αθήνα πρέπει να ακολουθήσει μια συνεκτική μακροπρόθεσμη βιομηχανική στρατηγική. Αυτή η στρατηγική δεν χρειάζεται να αναπαράγει πλήρως το κρατικό μοντέλο της Τουρκίας, αλλά πρέπει να επικεντρωθεί σε τομείς όπου η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει ουσιαστική αυτονομία, ναυτικές πλατφόρμες, μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα, σουίτες ηλεκτρονικού πολέμου και πυρομαχικά ακριβείας. Οι στρατηγικές συνεργασίες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας και των βιομηχανικών προγραμμάτων του ΝΑΤΟ μπορούν να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία. Η επιλεκτική συνεργασία με συμμάχους, σε συνδυασμό με την εγχώρια έρευνα και ανάπτυξη, μπορεί να επιτρέψει στην Ελλάδα να διατηρήσει την επιχειρησιακή της ανεξαρτησία, επωφελούμενη παράλληλα από τις κοινές τεχνολογικές εξελίξεις.

Ένα δεύτερο μάθημα είναι η κεντρική θέση της καινοτομίας στην αποτροπή. Η άνοδος της Τουρκίας δεν είναι απλώς μια ιστορία παραγωγής, αλλά δημιουργικής προσαρμογής. Η ενσωμάτωση μη επανδρωμένων συστημάτων, δικτυωμένων αισθητήρων και εγχώριου λογισμικού καταδεικνύει ότι η εφευρετικότητα μπορεί να αντισταθμίσει, εν μέρει, τα κενά στη συμβατική ισχύ. Για την Ελλάδα, η επιτακτική ανάγκη είναι σαφής. Η τεχνολογική προσαρμογή πρέπει να συμπληρώνει τη δομή των δυνάμεων. Οι επενδύσεις σε μη επανδρωμένες πλατφόρμες, συστήματα επιτήρησης και κυβερνοδυνάμεις είναι πολλαπλασιαστές ισχύος που ενισχύουν τόσο την αποτροπή όσο και την επιχειρησιακή ευελιξία. Η εποχή στην οποία η αριθμητική υπεροχή από μόνη της εγγυόταν στρατηγικό πλεονέκτημα έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η ευελιξία και η καινοτομία ορίζουν πλέον τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα.

Τρίτον, η βιομηχανική πορεία της Τουρκίας υπογραμμίζει την αλληλεξάρτηση μεταξύ της αμυντικής πολιτικής και της εξωτερικής πολιτικής. Κάθε drone που εξάγεται, κάθε κορβέτα που κατασκευάζεται, κάθε πυραυλικό σύστημα που αναπτύσσεται στο εξωτερικό αποτελεί ταυτόχρονα στρατιωτικό πλεονέκτημα και διπλωματικό μέσο. Η Άγκυρα έχει αξιοποιήσει τη βιομηχανική της παραγωγή για να καλλιεργήσει πολιτική επιρροή σε όλη την Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, δημιουργώντας δίκτυα στρατηγικής εξάρτησης. Η Ελλάδα πρέπει να κατανοήσει ότι η βιομηχανική και τεχνολογική ισχύς δεν είναι απλώς ένα εργαλείο για την εθνική άμυνα, αλλά ένα νόμισμα στην περιφερειακή γεωπολιτική. Η διατήρηση της τεχνολογικής αξιοπιστίας και της βιομηχανικής ανθεκτικότητας επιτρέπει στην Αθήνα να συμμετέχει στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας αντί να αντιδρά απλώς σε αυτήν.

Σε επίπεδο ΝΑΤΟ, η ανάπτυξη της Τουρκίας παρουσιάζει τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Η αυξανόμενη δυνατότητά της μπορεί να ενισχύσει την ετοιμότητα της Συμμαχίας συνεισφέροντας πρόσθετα μέσα και εμπειρία. Ωστόσο, οι ίδιες δυνατότητες δημιουργούν πιθανές τριβές όταν οι εθνικές προτεραιότητες αποκλίνουν από τους στόχους της Συμμαχίας. Η Ελλάδα, ως μέλος πρώτης γραμμής της νοτιοανατολικής πλευράς του ΝΑΤΟ, πρέπει να συμμετάσχει τόσο σε εποικοδομητικό διάλογο όσο και σε αυστηρό σχεδιασμό δυνατοτήτων, διασφαλίζοντας ότι η δική της βιομηχανική και επιχειρησιακή στάση μπορεί να αντισταθμίσει τα ασύμμετρα πλεονεκτήματα σε περίπτωση που προκύψουν διαφωνίες. Το διπλό μάθημα είναι ότι οι συμμαχίες παραμένουν κρίσιμες, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εθνική στρατηγική διορατικότητα.

Μια νηφάλια αξιολόγηση απαιτεί επίσης την αναγνώριση των περιορισμών του μοντέλου της Τουρκίας. Αν και εντυπωσιακό, δεν είναι ούτε άτρωτο σε οικονομικές πιέσεις ούτε σε τεχνολογικά σημεία συμφόρησης. Κρίσιμα υποσυστήματα, όπως προηγμένοι κινητήρες, αισθητήρες υψηλής απόδοσης, ορισμένα ηλεκτρονικά εξαρτήματα, εξακολουθούν να εξαρτώνται από ξένους προμηθευτές. Η οικονομική αστάθεια, οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις και το υψηλό κόστος της Έρευνας και Ανάπτυξης επιβάλλουν περιορισμούς στη βιωσιμότητα. Για την Ελλάδα, αυτό ενισχύει την αρχή ότι η ανθεκτικότητα απαιτεί όχι μόνο φιλοδοξία αλλά και προσεκτική βαθμονόμηση των πόρων, αξιολόγηση κινδύνου και ιεράρχηση των δυνατοτήτων που αποφέρουν τη μεγαλύτερη στρατηγική απόδοση.

Κοιτώντας στο μέλλον, οι περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου εισέρχονται σε μια εποχή «βιομηχανικής γεωπολιτικής», όπου η τεχνολογική επάρκεια και η παραγωγική ικανότητα έχουν την ίδια επιρροή με τους στόλους, τα τάγματα ή τις αεροπορικές πτέρυγες μάχης. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι παράγοντες σε αυτό το νέο παράδειγμα. Η ικανότητα προβολής επιρροής, αποτροπής επιθετικότητας και διατήρησης επιχειρησιακής ετοιμότητας εξαρτάται όλο και περισσότερο από την υποκείμενη βιομηχανική και τεχνολογική βάση. Για την Αθήνα, η στρατηγική επιταγή είναι σαφής. Επένδυση στην καινοτομία, ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής ικανότητας και ενσωμάτωση αυτής της προσπάθειας στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και ΝΑΤΟϊκών συνεργασιών για την εξασφάλιση τόσο της αυτονομίας όσο και της συμμαχικής υποστήριξης.

Συμπερασματικά, η άνοδος της αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση και μάθημα. Καταδεικνύει πώς η διαρκής πολιτική βούληση, η βιομηχανική στρατηγική και το επιχειρησιακό όραμα μπορούν να συνδυαστούν για να παράγουν μια μικρή δύναμη ικανή να ασκήσει περιφερειακή επιρροή. Για την Ελλάδα, η πορεία προς τα εμπρός είναι η εσωτερίκευση αυτών των διδαγμάτων, η καλλιέργεια της εγχώριας ικανότητας, η ενίσχυση της καινοτομίας και η ευθυγράμμιση της βιομηχανικής ανάπτυξης με τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους. Μόνο μέσω αυτής της διορατικότητας μπορεί η Αθήνα να διασφαλίσει ότι θα διατηρήσει την ικανότητα να υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα, να αποτρέπει τον καταναγκασμό και να συμβάλλει εποικοδομητικά στην περιφερειακή σταθερότητα.

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

Η αμυντική-βιομηχανική πολιτική της Τουρκίας: Από την εξάρτηση στην προβολή ισχύος, επιπτώσεις για την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ(Μέρος 1ο)

Η αμυντική-βιομηχανική πολιτική της Τουρκίας: Από την εξάρτηση στην προβολή ισχύος, Επιπτώσεις για την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ (Μέρος 2ο)

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!