Τουρκικά αεροσκάφη KAAN και η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα

Kaan-Fighter

Τεχνολογία, αποτροπή και βιομηχανική κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

 

Το πρόγραμμα TF KAAN πρέπει να αξιολογηθεί στην Ελλάδα όχι ως μελλοντικό αεροσκάφος της Τουρκίας, που πρέπει να συγκριθεί αριθμητικά με τους υπάρχοντες στόλους, αλλά ως στρατηγικός δείκτης. Οι πρώτες πτήσεις του το 2024 και το 2025 δεν σηματοδοτούν ούτε επιχειρησιακή ωριμότητα ούτε επικείμενη αεροπορική υπεροχή. Αντίθετα, σηματοδοτούν την κατεύθυνση της τουρκικής αμυντικής πολιτικής. Μια επίμονη επιδίωξη βιομηχανικής αυτονομίας ως θεμέλιο της στρατιωτικής ελευθερίας δράσης.

Για την Ελλάδα, αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Το KAAN δεν αλλάζει ακόμη την επιχειρησιακή ισορροπία στο Αιγαίο. Αυτό που αλλάζει, προοδευτικά και δομικά, είναι η ανθεκτικότητα της στρατιωτικής στάσης της Τουρκίας υπό πολιτική πίεση, κυρώσεις ή κλιμάκωση της κρίσης. Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός στρατηγικός αντίκτυπος.

Η αυτονομία ως πολλαπλασιαστής αποτροπής

Ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 το 2019 αποκάλυψε μια ευπάθεια την οποία η Άγκυρα έχει εργαστεί μεθοδικά για να διορθώσει. Το KAAN δεν είναι απλώς ένας τύπος αεροσκάφους αντικατάστασης· είναι μια προσπάθεια να ξεφύγει κανείς από την πολιτική “αιρεσιμότητα” που ενσωματώνεται στα προηγμένα δυτικά συστήματα. Ακόμα κι αν το πρόγραμμα δεν πληροί τα πλήρη πρότυπα πέμπτης γενιάς, η μερική αυτονομία ήδη αποφέρει στρατηγικά οφέλη.

Από ελληνικής πλευράς, το μάθημα είναι απλό. Η αποτροπή γίνεται ολοένα και πιο βιομηχανική πριν καταστεί λειτουργική. Ένα κράτος ικανό να συντηρεί, να προσαρμόζεται και να αναπληρώνει τις δυνάμεις του ανεξάρτητα, απολαμβάνει μεγαλύτερη στρατηγική αντοχή από ένα κράτος που βασίζεται σε εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού. Τα ποιοτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας, όπως εκπαίδευση, δόγμα και ενσωμάτωση σε συμμαχίες, παραμένουν καθοριστικά, αλλά πρέπει να ενισχυθούν από βιομηχανικό βάθος σε επιλεγμένους τομείς.

Η Μηχανή και η Ψευδαίσθηση της Πλήρους Κυριαρχίας

Το ζήτημα της πρόωσης που αντιμετωπίζει το αεροσκάφος KAAN είναι διδακτικό. Όσο η Τουρκία βασίζεται στον κινητήρα F110, η στρατηγική αυτονομία παραμένει ελλιπής. Ωστόσο, η Άγκυρα έχει δείξει προθυμία να αποδεχτεί την προσωρινή εξάρτηση, επενδύοντας παράλληλα στη μακροπρόθεσμη ανεξαρτησία. Αυτή είναι μια ρεαλιστική προσέγγιση, όχι μια αντίφαση.

Η Ελλάδα θα πρέπει να εξαγάγει δύο συμπεράσματα. Πρώτον, η απόλυτη αυτονομία δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε εφικτή βραχυπρόθεσμα. Δεύτερον, η επιλεκτική κυριαρχία, ο έλεγχος βασικών υποσυστημάτων και η συντήρησή τους, είναι ρεαλιστική και στρατηγικά επαρκής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται εθνικό πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών. Χρειάζεται άριστη γνώση της συντήρησης, των αναβαθμίσεων, της ενσωμάτωσης λογισμικού, του ηλεκτρονικού πολέμου και της υποστήριξης πυρομαχικών για τις υπάρχουσες πλατφόρμες της.

Ολοκλήρωση Συστημάτων και ο Πραγματικός Ανταγωνισμός

Ο πιο φιλόδοξος ισχυρισμός του αεροσκάφους KAAN δεν είναι η μυστικότητα, αλλά η σύντηξη δεδομένων. Η προσπάθεια της Τουρκίας να αναπαράγει την ενσωμάτωση σε επίπεδο F-35 υπογραμμίζει μια ευρύτερη μετατόπιση στην αεροπορική ισχύ. Η κυριαρχία θα ανήκει σε εκείνους που ελέγχουν τις πληροφορίες, όχι απλώς στις πλατφόρμες.

Για την Ελλάδα, αυτό ενισχύει μια επείγουσα προτεραιότητα. Ο δικτυοκεντρικός πόλεμος πρέπει να γίνει η οργανωτική αρχή της ανάπτυξης των δυνάμεων. Οι αναβαθμίσεις των Rafale και F-16 Viper προσφέρουν ισχυρά θεμέλια, αλλά το πλήρες δυναμικό τους εξαρτάται από την εγχώρια ικανότητα στο λογισμικό αποστολών, τις συνδέσεις δεδομένων και την ενσωμάτωση ηλεκτρονικού πολέμου. Η εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές για κάθε ενημέρωση δημιουργεί στρατηγική καθυστέρηση την οποία μπορούν να εκμεταλλευτούν οι αντίπαλοι.

Οι εξαγωγές ως στρατηγικό μοχλό

Η επιδίωξη της Τουρκίας για εξαγωγές αεροσκαφών KAAN, ιδίως προς την Ουκρανία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, θα πρέπει να ερμηνευτεί ως γεωπολιτική σηματοδότηση. Η Άγκυρα δεν αναζητά μόνο πελάτες, αλλά και εταίρους απομονωμένους από τους δυτικούς ελέγχους επανεξαγωγών. Αυτό το μοντέλο απευθύνεται σε κράτη που είναι απογοητευμένα από την πολιτική εξάρτηση από τις μεγάλες δυνάμεις.

Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναπαράγει αυτήν την στρατηγική εξαγωγών. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η αμυντική βιομηχανία είναι πλέον ένα εργαλείο επιρροής. Η Αθήνα θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε εξειδικευμένες δυνατότητες – ναυτικά συστήματα, μη επανδρωμένες πλατφόρμες, λύσεις κυβερνοπολέμου και ηλεκτρονικού πολέμου, που ενισχύουν την διπλωματική της επιρροή εντός των πλαισίων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Προτάσεις πολιτικής για την Ελλάδα

  1. Υιοθέτηση Εθνικής Στρατηγικής για την Αμυντική Βιομηχανία.
    Η Ελλάδα χρειάζεται έναν συνεκτικό, πολυετή βιομηχανικό οδικό χάρτη, ευθυγραμμισμένο με τις επιχειρησιακές ανάγκες, όχι κατακερματισμένους κύκλους προμηθειών. Αυτή η στρατηγική πρέπει να επιβιώσει και από τις εκλογικές αλλαγές.
  2. Εστίαση σε Περιοχές Κυριαρχίας Υψηλής Αξίας.
    Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε:

    • Ηλεκτρονικό πόλεμο και αισθητήρες
    • Λογισμικό, συγχώνευση δεδομένων και συστήματα διοίκησης με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης
    • Μη επανδρωμένες θαλάσσιες και εναέριες πλατφόρμες
    • Παραγωγή πυρομαχικών και κρίσιμων ανταλλακτικών
  3. Εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, Όχι της Απομόνωσης.
    Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας έγκειται στα πλαίσια της ΕΕ. Η πλήρης αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας και οι δομημένες βιομηχανικές συμπράξεις είναι απαραίτητες.
  4. Ενίσχυση της Βιώσιμης Συντήρησης και της Αυτονομίας Αναβαθμίσεων
    Ο έλεγχος της συντήρησης, των αναβαθμίσεων μέσης διάρκειας ζωής και της εξέλιξης λογισμικού είναι εξίσου στρατηγικά σημαντικός με την απόκτηση πλατφόρμας.
  5. Ευθυγράμμιση της Βιομηχανικής Πολιτικής με το Δόγμα της Αποτροπής.
    Η αμυντική βιομηχανία θα πρέπει να εξυπηρετεί στόχους αποτροπής και όχι γοήτρου. Κάθε επένδυση πρέπει να ενισχύει την ετοιμότητα, την ανθεκτικότητα ή τον έλεγχο της κλιμάκωσης.

Συμπέρασμα

Το πρόγραμμα τουρκικών αεροσκαφών KAAN δεν αποτελεί βραχυπρόθεσμη επιχειρησιακή απειλή, αλλά μακροπρόθεσμη στρατηγική πρόκληση. Αντανακλά μια Τουρκία που κατανοεί την ισχύ ως συνάρτηση της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και της αυτονομίας. Η απάντηση της Ελλάδας δεν πρέπει να είναι ούτε αντιδραστική ούτε μιμητική, αλλά σκόπιμη και πειθαρχημένη.

Η αποτροπή στην Ανατολική Μεσόγειο θα αποφασίζεται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο στον εναέριο χώρο ή στη θάλασσα, αλλά και σε εργαστήρια, γραμμές παραγωγής και αρχιτεκτονικές λογισμικού. Η Ελλάδα διαθέτει τις συμμαχίες, την εμπειρογνωμοσύνη και τη στρατηγική θέση για να επιτύχει σε αυτό το περιβάλλον, υπό την προϋπόθεση ότι ευθυγραμμίζει την πολιτική, τη βιομηχανία και τον αμυντικό σχεδιασμό με σαφήνεια και αποφασιστικότητα.

 

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!