Υποδομές και αναπτυξιακή ικανότητα κρατών: διεθνής σύγκριση και η θέση της Ελλάδας

geo0structure

Οι υποδομές ως δομικό στοιχείο λειτουργίας κρατών

Γράφει ο Αλέξανδρος Νίκλαν
Σύμβουλος Θεμάτων Ασφαλείας 
Ειδικός σε κυβερνοασφάλεια- κυβερνοτρομοκρατία

Οι υποδομές συνιστούν θεμελιώδη παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και γεωπολιτικής ισχύος. Το επίπεδο, η ποιότητα και ο βαθμός εκσυγχρονισμού των δικτύων μεταφορών, των συστημάτων υγείας, των ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών υποδομών επηρεάζουν άμεσα την παραγωγικότητα, την ανθεκτικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των κρατών.

Σε διεθνείς συγκριτικές αξιολογήσεις υποδομών, χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης εμφανίζουν διαχρονικά τις υψηλότερες επιδόσεις. Η Ελβετία κατατάσσεται συστηματικά στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως, με συνολικό δείκτη υποδομών περίπου 88,4/100, αντανακλώντας ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο και συντηρημένο σύστημα σιδηροδρομικών μεταφορών, αξιόπιστο οδικό δίκτυο, σύγχρονες υγειονομικές εγκαταστάσεις και υψηλής ανθεκτικότητας ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές.

Παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζουν η Δανία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Γερμανία, όπου ο εκσυγχρονισμός των υποδομών αντιμετωπίζεται ως διαρκής, θεσμοθετημένη διαδικασία.

Πρόσφατες διεθνείς έρευνες – στατιστικά και στοιχεία – (2025):

  • Η Ελβετία θεωρείται η χώρα με τις καλύτερες υποδομές συνολικά στον κόσμο, με υψηλή βαθμολογία σε μεταφορές, ενέργεια και υγεία σύμφωνα με το World Population Review με IMD score 88.4/100 — πρώτη παγκοσμίως σε συνολικό Infrastructure Score.
  • Άλλες χώρες με κορυφαίες υποδομές είναι οι Δανία, Σουηδία, Ολλανδία, Γερμανία.
  • Κράτη με μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ έχουν υψηλό επίπεδο υποδομών αλλά κατώτερο ποιοτικό δείκτη συγκριτικά με τις παραπάνω κορυφαίες ευρωπαϊκές χώρες.
  • Βαθμιαία αναβάθμιση σύγχρονων & ποιοτικών υποδομών για την Κίνα τα τελευταία 20 έτη με εκτιμώμενο κόστος τα

Η θέση των ΗΠΑ: Γηρασμένες υποδομές και ανάγκη εκσυγχρονισμού

Στην παραπάνω σύγκριση οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την τεράστια κλίμακα των υποδομών τους, αντιμετωπίζουν έντονο πρόβλημα γήρανσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της American Society of Civil Engineers, για να αποκατασταθεί και να εκσυγχρονιστεί το σύνολο των κρίσιμων υποδομών απαιτούνται επενδύσεις της τάξης των 9,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στην επόμενη δεκαετία. Το μέγεθος αυτό υποδηλώνει τη συσσώρευση δεκαετιών ανεπαρκούς συντήρησης και ανανέωσης σε τομείς όπως το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, τα αεροδρόμια, τα ενεργειακά συστήματα και οι τηλεπικοινωνίες. Αυτές οι επενδύσεις θα πρέπει να ολοκληρωθούν τα επόμενα 10 χρόνια για εκσυγχρονισμό & συντήρηση κρίσιμων υποδομών (δρόμοι, γέφυρες, ενέργεια, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι και άλλα).  Υπόψη πώς υτό το ποσό θεωρείται ως ελάχιστη βάση για να αντιμετωπιστεί η υποβάθμιση και να γίνει εκσυγχρονισμός με σύγχρονα standards.

Η περίπτωση της Κίνας: Αναβάθμιση σε υποδομές ως εργαλείο στρατηγικής ισχύος

Η Κίνα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής προσέγγισης. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει υλοποιήσει ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα υποδομών στην παγκόσμια ιστορία, αναπτύσσοντας το μεγαλύτερο δίκτυο σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας διεθνώς, υπερσύγχρονα αεροδρόμια-κόμβους, αυτοματοποιημένα λιμάνια και εκτεταμένα δίκτυα ενέργειας και τηλεπικοινωνιών πέμπτης γενιάς. Οι επενδύσεις αυτές δεν λειτουργούν μόνο ως οικονομικό εργαλείο, αλλά και ως μέσο γεωοικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής.

Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες (περίπου 2005–2025), η Κίνα έχει υλοποιήσει ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αναβάθμισης υποδομών στην παγκόσμια ιστορία, με εκτιμώμενο συνολικό κόστος που κυμαίνεται μεταξύ 2,0 και 3,0 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, καλύπτοντας εκτεταμένα δίκτυα σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας, αεροδρομίων, λιμένων, ενεργειακών εγκαταστάσεων και ψηφιακών υποδομών, σε μεγάλο βαθμό μέσω κρατικής χρηματοδότησης και κρατικών επιχειρήσεων.

Ο υπολογισμός αυτός είναι συντηρητικός καθώς απουσιάζει μια έκθεση ενός ενιαίου επίσημου κυβερνητικού απολογισμού. Η εκτίμηση γίνεται με βάση αναφορές από διεθνείς οργανισμοούς και ανεξάρτητες αναλύσεις που συγκλίνουν ότι το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό της παγκόσμιας επενδυτικής δαπάνης σε υποδομές.

Το ενδιαφέρον αυξάνεται όταν για την επόμενη δεκαετία (2026–2035), στο πλαίσιο μακροπρόθεσμων στρατηγικών στόχων της Κίνας, προβλέπεται ότι οι πρόσθετες επενδύσεις στον ίδιο τομέα θα ανέλθουν σε περίπου 1,5 έως 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, με έμφαση στον περαιτέρω εκσυγχρονισμό των μεταφορικών δικτύων, την ενεργειακή μετάβαση και τις προηγμένες ψηφιακές υποδομές, επιβεβαιώνοντας τον κεντρικό ρόλο των υποδομών ως εργαλείου οικονομικής ανάπτυξης και γεωοικονομικής ισχύος της Κίνας.

Ελλάδα και προβληματικές υποδομές.

Η αντίστοιχη ελληνική περίπτωση χαρακτηρίζεται από έντονη ανομοιογένεια. Θα πρέπει να επισημανθεί αρχικά ότι δεν υφίσταται ενιαίος δείκτης που να αποτυπώνει τον μέσο όρο ηλικίας του συνόλου των υποδομών, ωστόσο τα διαθέσιμα επιμέρους στοιχεία από κυβερνητικές πηγές συγκλίνουν σε μια εικόνα δομικής γήρανσης.

Σημαντικό μέρος του σιδηροδρομικού δικτύου ανάγεται χρονικά στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, με εκσυγχρονισμούς που πραγματοποιήθηκαν αποσπασματικά και χωρίς ποιοτικό αποτέλεσμα. Παράλληλα πολλές βασικές οδικές υποδομές και γέφυρες κατασκευάστηκαν κατά τις δεκαετίες 1960–1980, ενώ μεγάλο ποσοστό των δημόσιων νοσοκομείων λειτουργεί σε κτιριακές εγκαταστάσεις άνω των 40 ή 50 ετών. Στους τομείς της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών έχουν πραγματοποιηθεί νεότερες επενδύσεις, χωρίς ωστόσο να έχει επιτευχθεί καθολική ανανέωση.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το εξαιρετικά μειωμένο ποσοστό υπογειοποίησης των γραμμών χαμηλής τάσης ενώ παράλληλα εντείνεται και το πρόβλημα διακοπών λόγω τεχνικών αστοχιών και βλαβών ειδικά σε αστικά κέντρα, σε μέρες και ώρες αιχμής.

Με βάση συγκριτικές μελέτες και υφιστάμενα επενδυτικά προγράμματα, ο συνολικός εκσυγχρονισμός των ελληνικών υποδομών εκτιμάται προσεγγιστικά ότι θα απαιτούσε κεφάλαια της τάξης των 80 έως 150 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα πρέπει επίσης να γίνει σε βάθος δεκαετίας. Το εύρος αυτό περιλαμβάνει υποδομές σταθερής τροχιάς, οδικά δίκτυα, λιμένες, αερολιμένες, νοσοκομεία, τηλεπικοινωνιακά και ενεργειακά συστήματα και αντανακλά το συσσωρευμένο επενδυτικό κενό πολλών δεκαετιών.

  • Το σιδηροδρομικό δίκτυο περιλαμβάνει γραμμές που ξεκινούν στα τέλη 1800s/αρχές 1900s
  • Πολλλές εθνικές οδοί/γέφυρες κατασκευάστηκαν κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1960–1980. Αρκετές έχουν κάποιες μεταγενέστερες επεκτάσεις και συντηρήσεις αλλά με μειωμένη ευρύτητα και ποιότητα (π.χ. Κηφισσός-Αττική, Περιφερειακός-Θεσσαλονίκη)
  • Ενεργειακά δίκτυα και τηλεπικοινωνίες έχουν στοιχεία και υποδομές που έγιναν σποραδικά κατά την παραπάνω περίοδο αλλά χωρίς καθολικό στρατηγικό σχεδιασμό. Προσπάθεια υφίσταται για ενσωμάτωση δικτύου οπτικών ινών αλλά αυτή δεν έχει πρόβλεψη για πανελλήνια υποδομή ακόμα.

Σε μια παλαιότερη έκθεση από την PwC (2019) αναφερόταν μια συνολική αποτύπωση για έργα καθώς και μια συνολική εκτίμηση κόστους:

Στην Ελλάδα το 2019 υπήρχε ένα προβλεπόμενο εύρος υλοποίησης έργων αξίας ~€43.4 δις ευρώ μόνο για ενεργειακά και μεταφορικά έργα υπό προετοιμασία χωρίς όμως πρόβλεψη για νοσοκομεία, τηλεπικοινωνίες ή πλήρη στρατηγική αναβάθμιση υποδομών επί συνόλου. Υπόψη πώς μιλάμε για πρόβλεψη και όχι για επαληθευμένο κόστος για υλοποίηση έργων και με σημείο αναφοράς το 2019.

Ο συνολικός εκσυγχρονισμός σε όλες τις υποδομές πιθανότατα απαιτεί έναν πολύ υψηλότερο υπολογισμό κόστους πέραν των 100+ δις ευρώ, όμως δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής τέτοια αποτύπωση ούτε καν σε στρατηγικό μέγεθος για την χώρα μας. Η εκτίμηση γίνεται μόνο κατά προσέγγιση και υπό κλίμακα βάσει των στοιχείων που γνωρίζουμε. Επισημαίνεται πώς στην Ελλάδα ως και σήμερα (2026) δεν έχει γίνει απολύτως καμία έρευνα ή έκθεση για μια συνολική αναβάθμιση υποδομών με στρατηγικό σχέδιο σε πανελλήνια κλίμακα. Η απουσία ενός τέτοιου δείκτη, έστω και κατά εκτίμηση θα πρέπει να προβληματίσει πολύ έντονα.

Επίλογος

Η διεθνής σύγκριση καταδεικνύει ότι οι χώρες με τις πιο σύγχρονες και ανθεκτικές υποδομές ακολουθούν μακροπρόθεσμες στρατηγικές συνεχούς επένδυσης και συντήρησης. Η Ευρώπη διαθέτει πρότυπα υψηλής ποιότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να καλύψουν ένα τεράστιο επενδυτικό έλλειμμα ύψους 9,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη ενός συνολικού εκσυγχρονισμού δεκάδων έως εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Η κινεζική εμπειρία υπογραμμίζει ότι οι υποδομές μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης οικονομικής ανάπτυξης και στρατηγικής ισχύος, όταν αντιμετωπίζονται ως κεντρική εθνική προτεραιότητα.

Η παραπάνω εικόνα αποτυπώνει με εμφατικό τρόπο ένα πρόβλημα που υποβόσκει σε πολλές χώρες του κόσμου που θεωρητικά θα έπρεπε να βρίσκονται στην κορυφή οργάνωσης και υποδομών, όμως αυτό δεν ισχύει. Πρόκειται για ένα δομικό ζήτημα που βαθμιαία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε κατάρρευση ενός κράτους καθώς οι υποδομές αφορούν τόσο την λειτουργία του όσο και την καθημερινότητα των πολιτών του.

 

Πηγές και Αναφορές:

World Population Review – Infrastructure Rankings: Διεθνής συγκριτική κατάταξη ποιότητας και επάρκειας υποδομών ανά χώρα.

American Society of Civil Engineers (ASCE) – Infrastructure Report Card: Εκτίμηση της κατάστασης και του κόστους εκσυγχρονισμού των υποδομών στις ΗΠΑ.

PwC – Infrastructure in Greece: Ανάλυση επενδυτικού κενού και ώριμων έργων υποδομών στην Ελλάδα.

OECD – Infrastructure Governance: Πλαίσιο βέλτιστων πρακτικών για τον σχεδιασμό και τη διακυβέρνηση υποδομών.

World Bank – China Infrastructure Development: Επισκόπηση της κινεζικής στρατηγικής μαζικών επενδύσεων σε υποδομές.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!