Το μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών ως προειδοποίηση
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Το μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών ως προειδοποίηση: Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται άμεσα μια εθνική στρατηγική ανθεκτικότητας
Το πρωτοφανές μπλακ άουτ στις ραδιοεπικοινωνίες του FIR Αθηνών το πρωί της 4ης Ιανουαρίου, που οδήγησε σε ακυρώσεις πτήσεων και πολύωρη ταλαιπωρία χιλιάδων ταξιδιωτών, δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό συμβάν ή μια συγκυριακή αστοχία. Αντιθέτως, ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο ένα βαθύτερο και διαρθρωτικό πρόβλημα: την περιορισμένη ανθεκτικότητα κρίσιμων εθνικών υποδομών σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κινδύνων και απειλών.
Οι αντικρουόμενες τοποθετήσεις της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας, με τη μία πλευρά να κάνει λόγο για τεχνική παρεμβολή αδιευκρίνιστης προέλευσης και την άλλη να καταγγέλλει παλαιωμένο, ευάλωτο και ανεπαρκώς συντηρημένο εξοπλισμό, καταδεικνύουν όχι μόνο επιχειρησιακές αδυναμίες, αλλά και ελλείμματα θεσμικού σχεδιασμού, πρόληψης και λογοδοσίας. Το γεγονός ότι απαιτήθηκε κατεπείγουσα εισαγγελική έρευνα για να διερευνηθούν τα αίτια υπογραμμίζει τη σοβαρότητα του περιστατικού και τις δυνητικές του προεκτάσεις για την εθνική ασφάλεια.
Η ανάπτυξη ανθεκτικότητας αποτελεί σήμερα μία από τις πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση κινδύνων και απειλών σε έναν ολοένα πιο περίπλοκο, αλληλεξαρτώμενο και ασταθή κόσμο. Για την Ελλάδα, η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο επιτακτική, καθώς η χώρα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, αντιμετωπίζοντας πιέσεις από αυταρχικά και αναθεωρητικά καθεστώτα, όπως η Ρωσία και κυρίως η Τουρκία.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, η Ελλάδα εκτίθεται σε απειλές που προέρχονται από συγκεκριμένους κρατικούς δρώντες και κατευθύνονται συνειδητά εναντίον της. Η επιβίωση του ελληνισμού, η εδαφική ακεραιότητα και η δυνατότητα της χώρας να λειτουργεί ως κυρίαρχο κράτος στις θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου αμφισβητούνται διαρκώς από την Τουρκία, η οποία συνιστά τη σοβαρότερη απειλή για την εθνική ασφάλεια. Ωστόσο, οι προκλήσεις δεν περιορίζονται στη συμβατική στρατιωτική αντιπαράθεση. Περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα υβριδικών απειλών, όπως η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών στα χερσαία και νησιωτικά σύνορα, οι κυβερνοεπιθέσεις, ο ενεργειακός ανταγωνισμός, καθώς και η αμφισβήτηση και εκμετάλλευση υποθαλάσσιων πόρων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η Ελλάδα αντιμετωπίζει κινδύνους παγκόσμιου ή περιφερειακού χαρακτήρα, οι οποίοι δεν προέρχονται από συγκεκριμένους κρατικούς παράγοντες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι πανδημίες, η παράτυπη μετανάστευση, οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές και οικονομικές κρίσεις, η κλιματική αλλαγή και οι φυσικές καταστροφές. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων προϋποθέτει τον συστηματικό εντοπισμό και την ιεράρχηση των κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων της χώρας, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, οι αλυσίδες παραγωγής και οι υποδομές, καθώς και των λειτουργιών, δυνατοτήτων και εξαρτήσεων που καθορίζουν την εθνική ανθεκτικότητα.
Η προσέγγιση αυτή απαιτεί να τεθούν και να απαντηθούν δύσκολα αλλά αναγκαία ερωτήματα: πού είναι πιο ευάλωτη η Ελλάδα και πόσο κρίσιμες είναι αυτές οι ευπάθειες; ποιες λειτουργίες είναι απολύτως απαραίτητες και πρέπει να προστατευθούν κατά προτεραιότητα; και σε ποιους τομείς μπορεί η χώρα να αναλάβει ελεγχόμενο ρίσκο. Παρότι η Ελλάδα είναι εκτεθειμένη σε πολλαπλούς υπαρξιακούς κινδύνους, τόσο τοπικής όσο και παγκόσμιας φύσης, η πολιτική τάξη και οι αρμόδιοι θεσμοί εμφανίζονται συχνά απροετοίμαστοι να τους διαχειριστούν με μακροπρόθεσμο και συστηματικό τρόπο.
Για τον λόγο αυτό, η χώρα χρειάζεται επειγόντως μια συνολική, μακροπρόθεσμη προσέγγιση εθνικής ασφάλειας που θα ενσωματώνει την ανθεκτικότητα ως διακυβερνητική, διοργανική και πολυδιάστατη διαδικασία. Η χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής ανθεκτικότητας οφείλει να βασιστεί στις βέλτιστες πρακτικές των συμμάχων και εταίρων μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ατζέντα ανθεκτικότητας του ΝΑΤΟ και στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις εθνικές προσεγγίσεις κρατών που έχουν ήδη προχωρήσει σε ολοκληρωμένα μοντέλα ανθεκτικότητας. Μια τέτοια προσέγγιση θα ενίσχυε τη διαλειτουργικότητα της Ελλάδας με τα συμμαχικά πρότυπα, θα επέτρεπε την αξιοποίηση διεθνών εμπειριών και θα βελτίωνε την ικανότητα πρόβλεψης και έγκαιρης αντιμετώπισης κρίσεων μέσω επένδυσης σε στρατηγικές δυνατότητες συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών απειλής.
Ο κύριος στόχος μιας ολιστικής στρατηγικής ανθεκτικότητας πρέπει να είναι η προστασία και η διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών της κοινωνίας, τόσο σε περιόδους σοβαρών κρίσεων όσο και σε ενδεχόμενο μεγάλης ένοπλης σύγκρουσης. Η ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο το κράτος· αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Οι κρατικοί θεσμοί, ο ιδιωτικός τομέας και οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιος είναι ο ρόλος τους και ποιες ενέργειες απαιτούνται σε συνθήκες κρίσης.
Με βάση τις ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές, μια εθνική στρατηγική ανθεκτικότητας για την Ελλάδα θα πρέπει να δομείται γύρω από τέσσερις βασικούς άξονες: τη βελτίωση της νομοθεσίας και του θεσμικού σχεδιασμού, τον ενισχυμένο πολιτικό συντονισμό και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, τη στενότερη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και, τέλος, μια χωρίς αποκλεισμούς κοινωνική διακυβέρνηση. Σήμερα, η έννοια της εθνικής ασφάλειας αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, μέσω ad hoc στρατηγικών και νομοθετημάτων. Απαιτείται επικαιροποίηση της ίδιας της έννοιας της εθνικής ασφάλειας, υιοθέτηση ολοκληρωμένων στρατιωτικών και αμυντικών στρατηγικών και συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο που θα ενσωματώνει τους εθνικούς στόχους, τους κινδύνους και τις ευπάθειες σε όλους τους τομείς πολιτικής.
Ταυτόχρονα, η ανθεκτικότητα διαφοροποιείται ανάλογα με τον τομέα. H οικονομική ανθεκτικότητα έχει διαφορετικές απαιτήσεις από την ανθεκτικότητα της ενεργειακής υποδομής, της αποτρεπτικής ικανότητας ή των συμμαχιών της χώρας. Απαιτείται επίσης αναβάθμιση των βασικών θεσμών οικοδόμησης ανθεκτικότητας και βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των κρατικών υπηρεσιών. Στο πολιτικό επίπεδο, η υπέρβαση της κομματικής πόλωσης και της κοινωνικής αποξένωσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ενίσχυσης της εθνικής ανθεκτικότητας, χωρίς να υπονομεύεται ο δημοκρατικός ανταγωνισμός.
Τέλος, καμία στρατηγική ανθεκτικότητας δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας. Η προσέγγιση «ολόκληρης της κοινωνίας» προϋποθέτει κοινή ιδιοκτησία της στρατηγικής από κρατικούς, επιχειρηματικούς και κοινωνικούς φορείς, καθώς και τη συμμετοχή ευρέος φάσματος επιστημονικών και επαγγελματικών κοινοτήτων από τους τομείς της ασφάλειας, της άμυνας, της ενέργειας, του κλίματος και της οικονομίας. Μόνο έτσι η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει την ευαλωτότητα σε ανθεκτικότητα και την κρίση σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).