Η Κρίση των Ιμίων (1996) ως παράδειγμα θεσμικής ανεπάρκειας και γεωπολιτικής ήττας
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς
Εισαγωγή
Η κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996 συνιστά μία από τις πλέον καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Δεν αποτέλεσε απλώς ένα επικίνδυνο επεισόδιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά ένα γεγονός που ανέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια τα όρια της ελληνικής κρατικής λειτουργίας, της στρατηγικής σκέψης και της πολιτικής βούλησης. Η σημασία της κρίσης δεν εξαντλείται στην απώλεια τριών αξιωματικών ούτε στην αποτροπή μιας γενικευμένης στρατιωτικής σύγκρουσης· αντιθέτως, εδράζεται στις μακροπρόθεσμες συνέπειες που παρήγαγε για το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο και για τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα.
Σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα, τα Ίμια παραμένουν ενεργό σημείο αναφοράς, όχι μόνο στη δημόσια μνήμη, αλλά και στη στρατηγική πρακτική της Τουρκίας, η οποία αξιοποίησε την έκβαση της κρίσης ως αφετηρία μιας συστηματικής πολιτικής αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παρά την αποφυγή γενικευμένης πολεμικής σύρραξης, το τελικό αποτέλεσμα υπήρξε στρατηγικά δυσμενές για την Ελλάδα: αφενός αμφισβητήθηκε εμπράκτως η ελληνική κυριαρχία σε τμήμα του Αιγαίου, αφετέρου παγιώθηκε ένα πρότυπο κρίσεων χαμηλής έντασης που ευνόησε τη τουρκική αναθεωρητική στρατηγική.
Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί μια συνθετική και κριτική προσέγγιση της κρίσης, εστιάζοντας στις πολιτικές, στρατιωτικές και θεσμικές ευθύνες. Χωρίς προσωποποιήσεις, αλλά με σαφή καταλογισμό δομικών και ηγετικών αποτυχιών, εξετάζεται η κρίση ως φαινόμενο στρατηγικής αποτυχίας και όχι απλώς ως διαχειριστικό ατύχημα.
- Η κρίση ως δοκιμασία κρατικής λειτουργίας
Οι διακρατικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από έντονη χρονική πίεση, ασυμμετρία πληροφόρησης, υψηλή ψυχολογική φόρτιση και αυξημένο κίνδυνο λανθασμένων εκτιμήσεων. Η επιτυχής διαχείρισή τους προϋποθέτει προϋπάρχουσα στρατηγική κουλτούρα αποτροπής, σαφή πολιτική βούληση, θεσμική συνοχή και επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η αποτροπή δεν αποτελεί απλή ρητορική απειλή· συνιστά σύνθεση αξιοπιστίας, ικανότητας και αποφασιστικότητας. Η απουσία οποιουδήποτε από αυτά τα στοιχεία οδηγεί αναπόφευκτα σε αποτυχία, όπως κατέδειξε η κρίση των Ιμίων.
Η κρίση εξελίχθηκε σε περιβάλλον έντονης θεσμικής σύγχυσης. Το ανώτατο όργανο διαχείρισης ζητημάτων εθνικής ασφάλειας απέτυχε να λειτουργήσει ως συλλογικό κέντρο λήψης αποφάσεων, ενώ κρίσιμες επιλογές ελήφθησαν αποσπασματικά, υπό πίεση και χωρίς σαφή στρατηγική στόχευση. Η απουσία ενιαίας γραμμής δράσης οδήγησε σε αντιφατικές εντολές, πολλαπλούς διαύλους επικοινωνίας με το εξωτερικό και αποσύνδεση μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και επιχειρησιακού πεδίου.
Η δυσλειτουργία αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις συνθήκες πίεσης. Αντανακλά βαθύτερη έλλειψη προετοιμασίας και στρατηγικού σχεδιασμού. Ένα κράτος που δεν εκπαιδεύει συστηματικά την πολιτική του ηγεσία στη διαχείριση κρίσεων, που δεν διαθέτει δοκιμασμένες διαδικασίες και που βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, είναι δομικά ευάλωτο όταν βρεθεί αντιμέτωπο με έναν οργανωμένο και αποφασισμένο αντίπαλο.
- Η πολιτική ευθύνη και το έλλειμμα στρατηγικής κουλτούρας
Η πολιτική ηγεσία φέρει την πρωταρχική και αδιαίρετη ευθύνη για τη διαχείριση κάθε κρίσης εθνικής ασφάλειας. Στην περίπτωση των Ιμίων, η ευθύνη αυτή δεν περιορίζεται σε επιμέρους αστοχίες, αλλά αφορά τη συνολική αδυναμία κατανόησης της φύσης και της δυναμικής της κρίσης.
Ήδη από τα αρχικά στάδια, καταγράφηκε καθυστερημένη αναγνώριση της κλιμάκωσης, υποβάθμιση κρίσιμων ενδείξεων και απουσία έγκαιρων προληπτικών ενεργειών. Το θεσμικά αρμόδιο όργανο δεν λειτούργησε ως ενιαίο συλλογικό κέντρο λήψης αποφάσεων· αντίθετα, επικράτησαν αποσπασματικές εντολές, παράλληλοι δίαυλοι επικοινωνίας και έλλειψη σαφούς εθνικής γραμμής. Παράλληλα, η πολιτική ηγεσία αποκόπηκε από τον φυσικό χώρο διαχείρισης της κρίσης, στερούμενη άμεσης επαφής με την πραγματική επιχειρησιακή εικόνα.
Το έλλειμμα στρατηγικής κουλτούρας αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη ένταση στην ασυνέχεια μεταξύ λόγων και πράξεων. Δημόσιες δηλώσεις αποφασιστικότητας δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες ενέργειες, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της αποτροπής. Στο διεθνές σύστημα, τέτοιες ασυμμετρίες εκλαμβάνονται ως ένδειξη αδυναμίας και λειτουργούν ενθαρρυντικά για τον αναθεωρητικό δρώντα.
Στα Ίμια, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η κακή διαχείριση μιας κρίσιμης στιγμής, αλλά η απουσία της αναγκαίας στρατηγικής επάρκειας για την αποτροπή της ίδιας της κρίσης.
- Ο εξωτερικός παράγοντας και η ψευδαίσθηση κυριαρχίας
Η γεωπολιτική οπτική αναδεικνύει την εξάρτηση της Ελλάδας από το διεθνές σύστημα ισχύος και, ιδίως, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτό το πλαίσιο, η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση των Ιμίων χωρίς επαρκή στρατηγική αυτονομία, γεγονός που επέτρεψε στην αμερικανική παρέμβαση να καθορίσει την έκβασή της.
Η διαπίστωση αυτή δεν απαλλάσσει την Αθήνα από τις ευθύνες της. Αντιθέτως, υπογραμμίζει την αποτυχία της να κατοχυρώσει εγκαίρως και πειστικά τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο διεθνές επίπεδο, αφήνοντας περιθώρια αμφισβήτησης. Η επιβολή του δόγματος «no ships, no troops, no flags» από την Ουάσιγκτον δεν αποτέλεσε απλώς προϊόν εξωτερικής πίεσης· ήταν, ταυτόχρονα, συνέπεια της ελληνικής αδυναμίας να καταστήσει αξιόπιστη την αποτρεπτική της ισχύ.
Η προσέγγιση αυτή αποκαλύπτει ένα κρίσιμο, συχνά αποσιωπημένο, παράδοξο: η Ελλάδα αυτοπροσδιορίζεται ως κυρίαρχο κράτος, αλλά στην πράξη λειτουργεί ως εξαρτημένη μεταβλητή στις αποφάσεις τρίτων δρώντων. Τα Ίμια αποτέλεσαν το σημείο όπου η απόσταση ανάμεσα στην εθνική ρητορική και τη διεθνή πραγματικότητα έγινε οδυνηρά εμφανής.
Η κρίση εκτυλίχθηκε σε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο η Ελλάδα στερούνταν τα μέσα να επιβάλει τη δική της ατζέντα. Η εξάρτηση από τρίτους, και πρωτίστως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, φάνηκε καθαρά στη διαδικασία αποκλιμάκωσης. Η φόρμουλα της «ουδετεροποίησης» του πεδίου μπορεί να απέτρεψε την ένοπλη σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα εγκαθίδρυσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο αμφισημίας.
Η διεθνής διαμεσολάβηση δεν λαμβάνει χώρα σε ουδέτερο πεδίο ισχύος. Όταν ένα κράτος εμφανίζεται αναποφάσιστο ή ανίκανο να υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματά του, οι τρίτοι δρώντες προκρίνουν λύσεις που διασφαλίζουν τη σταθερότητα και όχι τη δικαιοσύνη. Στην περίπτωση των Ιμίων, η σταθερότητα επιτεύχθηκε εις βάρος της σαφήνειας του καθεστώτος κυριαρχίας.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ασκήθηκε εξωτερική πίεση, αλλά γιατί αυτή κατέστη αποτελεσματική. Η απάντηση βρίσκεται στην απουσία μιας συνεκτικής και πειστικής εθνικής στρατηγικής, ικανής να καθιστά το κόστος της αμφισβήτησης δυσβάσταχτο για τον αντίπαλο και πολιτικά μη διαχειρίσιμο για τους διαμεσολαβητές.
- Η διάσταση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας
Η κρίση ανέδειξε την απουσία μιας συγκροτημένης και εδραιωμένης ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας. Οι αντιδράσεις της πολιτικής ηγεσίας υπήρξαν κατά βάση ανακλαστικές, όχι προϊόν προετοιμασμένου στρατηγικού σχεδιασμού. Διαπιστώθηκε έλλειμμα βασικής κατανόησης των μηχανισμών κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης, καθώς και της θεμελιώδους σχέσης μεταξύ πολιτικών σκοπών και στρατιωτικών μέσων. Η ασάφεια ως προς τους πολιτικούς στόχους μετέφρασε την πολιτική αβεβαιότητα σε επιχειρησιακή παράλυση.
Η αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων προϋποθέτει θεσμική εμπιστοσύνη και λειτουργική συνεργασία μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Στην περίπτωση των Ιμίων, η σχέση αυτή χαρακτηρίστηκε από καχυποψία, ασυνεννοησία και ασαφή κατανομή ρόλων. Οι στρατιωτικές εισηγήσεις δεν εντάχθηκαν σε ένα συνεκτικό πολιτικό πλαίσιο, ενώ κρίσιμες επιχειρησιακές αποφάσεις ελήφθησαν χωρίς σαφή και σταθερή πολιτική κάλυψη.
Η δυσλειτουργία αυτή είχε διττή επίπτωση. Αφενός, αποδυνάμωσε την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και περιόρισε τα περιθώρια ελεγχόμενης διαχείρισης της κρίσης. Αφετέρου, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για εκ των υστέρων μετακύληση ευθυνών. Η πολιτική ηγεσία επιχείρησε να αποδώσει την αποτυχία αποκλειστικά στις Ένοπλες Δυνάμεις, αποφεύγοντας την αναγκαία αυτοκριτική. Μια τέτοια πρακτική δεν υπονομεύει μόνο τη θεσμική λογοδοσία, αλλά διαβρώνει και τη συνοχή του συστήματος εθνικής ασφάλειας συνολικά.
- Η κρίση ως πράξη πολιτικής υποχώρησης
Η έκβαση της κρίσης δεν μπορεί να αναλυθεί μόνο ως αποτυχία διαχείρισης. Φέρει τα χαρακτηριστικά πολιτικής υποχώρησης με μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η αποδοχή της αποστρατιωτικοποίησης του σημείου και η αποφυγή σαφούς επαναβεβαίωσης της κυριαρχίας δημιούργησαν ένα γκρίζο πεδίο ερμηνειών, το οποίο αξιοποιήθηκε συστηματικά από την τουρκική πλευρά τα επόμενα χρόνια.
Η υποχώρηση αυτή δεν ήταν αναγκαστικά αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Αντιθέτως, προέκυψε από την απουσία πολιτικής βούλησης να αναληφθεί το κόστος μιας πιο αποφασιστικής στάσης. Το γεγονός ότι η κρίση τερματίστηκε χωρίς σαφή νικητή δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ήττα. Η ήττα συνίσταται στην αλλαγή των όρων του παιχνιδιού, όχι στην απώλεια εδάφους.
- Η γεωπολιτική διάσταση και η τουρκική στρατηγική συνέχεια
Η κρίση των Ιμίων πρέπει να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της τουρκικής αναθεωρητικής στρατηγικής στο Αιγαίο. Δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για μέρος μιας συνεκτικής προσπάθειας αμφισβήτησης του status quo. Η δημιουργία κρίσεων χαμηλής έντασης, η αμφισβήτηση νομικών καθεστώτων και η μετατόπιση της συζήτησης από την κυριαρχία στη «διαφορά» αποτελούν βασικά εργαλεία αυτής της στρατηγικής.
Απέναντι σε αυτή τη συνέχεια, η ελληνική πολιτική χαρακτηρίζεται από ασυνέχεια. Κάθε κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα ελληνοτουρκικά ως συγκυριακό ζήτημα, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η απουσία θεσμικής μνήμης και στρατηγικής θεωρίας καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε επαναλαμβανόμενες πιέσεις.
- Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» ως αποτέλεσμα
Η σημαντικότερη συνέπεια της κρίσης ήταν η εδραίωση της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών». Η θεωρία αυτή δεν προέκυψε ως νομικό επιχείρημα, αλλά ως πολιτικό αποτέλεσμα. Μέσω της πρακτικής αμφισβήτησης και της ελληνικής αδυναμίας να επιβάλει το καθεστώς κυριαρχίας, δημιουργήθηκε ένας νέος χώρος διαπραγμάτευσης.
Από τη στιγμή που ένα ζήτημα μετατρέπεται σε «διαφορά», παύει να θεωρείται δεδομένο. Η Ελλάδα, αποδεχόμενη τη διαχείριση της κρίσης με όρους ουδετεροποίησης, συνέβαλε άθελά της σε αυτή τη μετάβαση. Πρόκειται για στρατηγική απώλεια που υπερβαίνει τη συγκυρία των Ιμίων και επηρεάζει συνολικά τη θέση της χώρας στο Αιγαίο.
- Καταλογισμός ευθυνών
Η συνολική ανάλυση οδηγεί σε σαφή και πολυεπίπεδο καταλογισμό ευθυνών, ο οποίος δεν εξαντλείται σε μεμονωμένα λάθη, αλλά αφορά δομικές αδυναμίες του συστήματος εθνικής ασφάλειας.
- Πολιτική ευθύνη.
Η τότε κυβέρνηση απέτυχε να διαγνώσει εγκαίρως τη φύση και τη δυναμική της κρίσης, να ενεργοποιήσει αποτελεσματικά τους θεσμικούς μηχανισμούς και να διαχειριστεί την κλιμάκωση με όρους στρατηγικής πρόληψης. Η καθυστερημένη αντίδραση και η απουσία σαφών πολιτικών κατευθύνσεων μετέτρεψαν μια διαχειρίσιμη κρίση σε στρατηγικό αδιέξοδο.
- Θεσμική ευθύνη.
Το ελληνικό κράτος δεν διέθετε λειτουργικούς και δοκιμασμένους μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων, στρατηγικής ανάλυσης και συντονισμένης λήψης αποφάσεων. Η θεσμική ασυνέχεια και η απουσία ενιαίου κέντρου ελέγχου υπονόμευσαν τη συνοχή της εθνικής αντίδρασης.
- Στρατηγική ευθύνη.
Η έλλειψη μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής και σαφώς καθορισμένων κόκκινων γραμμών επέτρεψε την επιβολή δυσμενών όρων αποκλιμάκωσης και τη δημιουργία επικίνδυνων προηγουμένων.
- Διαχρονική ευθύνη.
Η κρίση των Ιμίων δεν συνιστά ιστορική εξαίρεση, αλλά εκδήλωση μιας επαναλαμβανόμενης παθογένειας του ελληνικού κράτους στη διαχείριση ζητημάτων υψηλής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας.
- Στρατηγική κουλτούρα και λήψη αποφάσεων
Η κρίση ανέδειξε την απουσία συγκροτημένης ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας. Οι αντιδράσεις της πολιτικής ηγεσίας υπήρξαν κατά κύριο λόγο ανακλαστικές και όχι αποτέλεσμα προετοιμασμένου στρατηγικού σχεδιασμού. Διαπιστώθηκε έλλειμμα στοιχειώδους κατανόησης των μηχανισμών κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης, καθώς και της σχέσης μεταξύ πολιτικών στόχων και στρατιωτικών μέσων. Η ασάφεια των πολιτικών σκοπών μεταφράστηκε άμεσα σε επιχειρησιακή αβεβαιότητα και παράλυση.
- Επιχειρησιακή ετοιμότητα και στρατιωτικός σχεδιασμός
Παρά την αυταπάρνηση των κατώτερων στελεχών, η ανώτερη στρατιωτική ηγεσία απέτυχε στον επαρκή σχεδιασμό και στην προετοιμασία. Στον αέρα, η Ελλάδα αντιμετώπισε δυσμενή αναλογία μαχητικών τρίτης γενιάς, χωρίς επαρκή μέσα ηλεκτρονικού πολέμου και χωρίς κρίσιμους πολλαπλασιαστές ισχύος, όπως εναέρια τάνκερ. Ωστόσο η ετοιμότητα της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν άμεση με ικανή ισχύ πυρός. Στη ξηρά, οι ειδικές δυνάμεις εμφανίζονταν αποδιοργανωμένες, με χαμηλή στελέχωση σε Έβρο και νησιά, απουσία επιστράτευσης και περιορισμένες δυνατότητες διεξαγωγής νυχτερινών επιχειρήσεων.
- Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφών
Η αποστολή δυνάμεων χωρίς βασικά μέσα νυχτερινής σκόπευσης και ασφαλούς επικοινωνίας συνιστά σοβαρή επιχειρησιακή αμέλεια. Η αδυναμία άμεσης ανακατάληψης της Δυτικής Ίμιας πριν το πρώτο φως της ημέρας αποτέλεσε κρίσιμο σημείο καμπής, μετατρέποντας μια κατ’ αρχήν περιορισμένη καταδρομική επιχείρηση σε πολιτικο-στρατηγικό αδιέξοδο.
- Ναυτική ισχύς και θαλάσσιος έλεγχος
Το Πολεμικό Ναυτικό διέθετε αξιόλογη ισχύ πυρός με την έγκαιρη συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή των Ιμίων και την ευρύτερη περιοχή του ανατολικού Αιγαίου, που προσέδιδε ένα ουσιώδες, αν και όχι απόλυτο, τακτικό πλεονέκτημα στο ναυτικό πεδίο κατά την κρίσιμη φάση της κρίσης των Ιμίων.
- Πληροφορίες, διοίκηση και έλεγχος
Η αποτυχία έγκαιρης επιβεβαίωσης της τουρκικής απόβασης και η εξάρτηση από ξένα μέσα ενημέρωσης για κρίσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν σοβαρές δυσλειτουργίες στο σύστημα πληροφοριών και στη δομή διοίκησης και ελέγχου. Η μη αξιοποίηση των υφιστάμενων πληροφοριακών δυνατοτήτων επιβάρυνε περαιτέρω τη διαχείριση της κρίσης.
- Το ατύχημα του ελικοπτέρου
Η απώλεια του ελικοπτέρου ανέδειξε την ένταση της επιχειρησιακής πίεσης και τις τεχνικές ελλείψεις. Η χρήση ανθυποβρυχιακού ελικοπτέρου για αποστολή νυχτερινής αναγνώρισης, λόγω έλλειψης εξειδικευμένων μέσων, αποτελεί ένδειξη δομικής ανεπάρκειας και περιορισμένων επιλογών.
- Η τουρκική στρατηγική
Η τουρκική πλευρά δεν ήταν προετοιμασμένη για γενικευμένο πόλεμο, είχε όμως σχεδιάσει και προετοιμαστεί επαρκώς για ένα τοπικό θερμό επεισόδιο. Διατήρησε την πρωτοβουλία των κινήσεων, διαχειρίστηκε αποτελεσματικά την κλιμάκωση και κέρδισε τη μάχη των εντυπώσεων, τόσο στο πεδίο όσο και στο διεθνές διπλωματικό περιβάλλον.
Συμπέρασμα
Η κρίση των Ιμίων δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο, αλλά μια διαρκή υπενθύμιση των ορίων της ελληνικής στρατηγικής σκέψης και της ανάγκης βαθιάς θεσμικής ανασυγκρότησης. Δεν υπήρξε αναπόφευκτη εξέλιξη· ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών, παραλείψεων και συσσωρευμένων αδυναμιών.
Χωρίς συγκροτημένη στρατηγική κουλτούρα, χωρίς θεσμική συνέχεια και χωρίς σταθερή πολιτική βούληση, καμία χώρα δεν μπορεί να διατηρήσει αξιόπιστη αποτροπή. Τα Ίμια λειτούργησαν ως προειδοποίηση. Το αν θα παραμείνουν απλώς μια μνήμη ή θα μετατραπούν σε ουσιαστικό μάθημα εξαρτάται από το κατά πόσο το ελληνικό κράτος θα επιλέξει, επιτέλους, να αντιμετωπίσει την εθνική ασφάλεια όχι ως ζήτημα διαχείρισης κρίσεων, αλλά ως θεμελιώδες ζήτημα ύπαρξης.
Η κρίση δεν υπήρξε τυχαία· υπήρξε το προϊόν θεσμικών, πολιτικών και στρατιωτικών ελλειμμάτων που οδήγησαν σε αποτυχία αποτροπής, ανεπαρκή προετοιμασία και κατακερματισμένη λήψη αποφάσεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια στρατηγική ήττα χωρίς πόλεμο. Παρά τη βελτίωση των ελληνικών δυνατοτήτων τα επόμενα χρόνια, τα διδάγματα των Ιμίων παραμένουν επίκαιρα και επιβάλλουν διαρκή επαγρύπνηση, θεσμική σοβαρότητα και στρατηγική συνέπεια.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).