Ελληνοτουρκικός διάλογος χωρίς ψευδαισθήσεις

image (2)

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Καθώς ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται να συναντηθεί με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο, ο διάλογος βρίσκεται για άλλη μια φορά στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο διάλογος είναι απαραίτητος. Η γεωγραφία, η ιστορία και οι συμμαχικές υποχρεώσεις τον καθιστούν αναπόφευκτο. Ωστόσο, ο διάλογος, για να έχει νόημα, πρέπει να βασίζεται σε μια σαφή ανάγνωση της πραγματικότητας στο έδαφος, και όλο και περισσότερο, στη θάλασσα.

Οι πρόσφατες παράνομες τουρκικές ανακοινώσεις για τη NAVTEX που καλύπτει το μισό Αιγαίο δεν αποτελούν τεχνικά περιστατικά ή συνήθεις ναυτιλιακές ειδοποιήσεις. Αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου που η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένα. Τη συστηματική χρήση νομικής ασάφειας, την επιχειρησιακή πίεση και τις σταδιακές αμφισβητήσεις της εδραιωμένης κυριαρχίας. Αυτές οι εξελίξεις πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη καθώς η Αθήνα πλησιάζει σε συνομιλίες υψηλού επιπέδου με την Άγκυρα.

Η ευρύτερη περιφερειακή στάση της Τουρκίας βοηθά στην εξήγηση αυτής της συμπεριφοράς. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, ορισμένοι διεθνείς παρατηρητές έχουν παρουσιάσει την Άγκυρα ως περιφερειακό «νικητή» ή ακόμα και ως σταθεροποιητική δύναμη. Από ελληνικής στρατηγικής άποψης, τέτοιες αξιολογήσεις παραβλέπουν ένα θεμελιώδες σημείο. Η τουρκική εξωτερική πολιτική δεν είναι αποσπασματική και διαμερισματοποιημένη. Η Άγκυρα δεν διαχωρίζει τις θάλασσες, στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σε άσχετες αρένες. Τα κέρδη ή τα τετελεσμένα που έχουν δημιουργηθεί προηγουμένως σε ένα θέατρο αξιοποιούνται σκόπιμα σε άλλα.

Συνεπώς, η Συρία δεν απέχει πολύ από τις ελληνικές ανησυχίες για την ασφάλεια. Στη βόρεια Συρία, η Τουρκία έχει ομαλοποιήσει τις διασυνοριακές στρατιωτικές επεμβάσεις υπό τη γλώσσα της ασφάλειας και της σταθεροποίησης. Έχει επιβάλει τετελεσμένα γεγονότα και στη συνέχεια επιδίωξε την αναδρομική νομιμοποίησή τους μέσω της διπλωματίας. Αυτή η λογική που είναι, πρώτα δράση, αργότερα διαπραγμάτευση, αντηχεί άβολα με την ελληνική εμπειρία στο Αιγαίο.

Η δραστηριότητα της NAVTEX αποτελεί βασικό μέσο σε αυτήν την προσέγγιση. Εκδίδοντας ναυτιλιακές προειδοποιήσεις που επικαλύπτονται με την ελληνική δικαιοδοσία ή αμφισβητούν καθιερωμένες πρακτικές, η Τουρκία επιδιώκει να δημιουργήσει «γκρίζες ζώνες» ευθύνης. Αυτές δεν είναι μεμονωμένες προκλήσεις. Είναι σωρευτικές πράξεις που έχουν σχεδιαστεί για να διαβρώσουν τη σαφήνεια με την πάροδο του χρόνου. Κάθε NAVTEX μπορεί να φαίνεται περιορισμένη, τεχνική ή προσωρινή. Συνολικά, συνιστούν μια διαρκή πρόκληση για την υπάρχουσα ναυτική τάξη.

Ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία έχει αναδυθεί ενισχυμένη από τον περιφερειακό της ακτιβισμό πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί με προσοχή. Τα επιτεύγματα της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας συνυπάρχουν με βαθιά τρωτά σημεία. Η Τουρκία αντιμετωπίζει παρατεταμένη οικονομική πίεση, κοινωνική πόλωση και πολιτική κόπωση. Η στρατιωτική και διπλωματική της εμπλοκή εκτείνεται σε πολλαπλά μέτωπα, εξαντλώντας τους πόρους της και αυξάνοντας τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες συνθήκες σπάνια παράγουν αυτοσυγκράτηση. Πιο συχνά, ενθαρρύνουν σταθμισμένη εξωτερική πίεση, ειδικά σε τομείς όπου η κλιμάκωση μπορεί να ελεγχθεί και το εγχώριο κοινό να κινητοποιηθεί.

Το Αιγαίο ταιριάζει σε αυτό το προφίλ. Οι ανακοινώσεις NAVTEX επιτρέπουν στην Άγκυρα να προβάλλει αποφασιστικότητα χωρίς άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Δοκιμάζουν τις αντιδράσεις, διερευνούν τα όρια και μεταθέτουν το βάρος της αντίδρασης στην Ελλάδα. Η σιωπή διακινδυνεύει την ομαλοποίηση· η υπερβολική αντίδραση διακινδυνεύει την κλιμάκωση. Αυτή η λεπτή ισορροπία καθιστά το Αιγαίο ένα ελκυστικό θέατρο για στρατηγική σηματοδότηση.

Το πλαίσιο του ΝΑΤΟ περιπλέκει περαιτέρω τα πράγματα. Η Τουρκία συνεχίζει να αξιοποιεί τη γεωπολιτική της σημασία, από την Ουκρανία μέχρι τη μετανάστευση και τη Μέση Ανατολή, για να περιορίσει την κριτική των συμμάχων για τη συμπεριφορά της. Οι ελληνικές ανησυχίες σχετικά με τις προκλήσεις της NAVTEX και τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου συχνά αναδιατυπώνονται ως διμερείς τεχνικές διαφορές αντί να αναγνωρίζονται ως μέρος ενός ευρύτερου αναθεωρητικού μοτίβου. Αυτή η ασυμμετρία αποδυναμώνει την αποτροπή και ενθαρρύνει την αυξανόμενη πίεση.

Η θαλάσσια στρατηγική βρίσκεται στην καρδιά αυτής της δυναμικής. Οι ενέργειες της Τουρκίας είναι συνεπείς με το δόγμα Mavi Vatan («Γαλάζια Πατρίδα»), το οποίο επιδιώκει να επεκτείνει την αντιληπτή θαλάσσια σφαίρα επιρροής της Άγκυρας. Ο έλεγχος των αφηγήσεων και των πρακτικών στη θάλασσα είναι κεντρικός σε αυτό το δόγμα. Οι ανακοινώσεις NAVTEX δεν είναι απλώς επιχειρησιακά εργαλεία. είναι πολιτικές δηλώσεις που επιβεβαιώνουν την παρουσία, την πρόθεση και την ερμηνεία του θαλάσσιου χώρου.

Για την Ελλάδα, η απάντηση δεν μπορεί να αυτοσχεδιαστεί. Ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί, αλλά πρέπει να βασίζεται στην αξιοπιστία. Το διεθνές δίκαιο, ιδίως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, παραμένει το ισχυρότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας. Ωστόσο, το δίκαιο πρέπει να συνοδεύεται από συνεπή εφαρμογή και στρατηγική επικοινωνία. Τα νομικά επιχειρήματα που μένουν αναπάντητα στη θάλασσα κινδυνεύουν να αποδυναμωθούν με την πάροδο του χρόνου.

Η αποτροπή, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με τη στρατιωτικοποίηση. Στόχος της Ελλάδας είναι η σταθερότητα, όχι η αντιπαράθεση. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα κανάλια επικοινωνίας και οι μηχανισμοί διαφάνειας μειώνουν τον κίνδυνο ατυχημάτων και λανθασμένων υπολογισμών. Αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη σαφήνεια σχετικά με την κυριαρχία και τη δικαιοδοσία. Οι προκλήσεις της NAVTEX είναι αποτελεσματικές ακριβώς επειδή εκμεταλλεύονται την ασάφεια. Η μείωση αυτής της ασάφειας είτε νομικά, είτε διπλωματικά ή και επιχειρησιακά, θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα.

Οι στρατηγικές συνεργασίες ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας σε αυτή την προσπάθεια. Η αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία, τα τριμερή πλαίσια με την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, καθώς και το αυξανόμενο προφίλ της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύουν την ικανότητά της να αντιδρά με ψυχραιμία και αξιοπιστία. Αυτές οι συνεργασίες σηματοδοτούν ότι το Αιγαίο δεν είναι ένα μεμονωμένο διμερές ζήτημα, αλλά μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής και μεσογειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Καθώς πλησιάζει η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, οι προσδοκίες θα πρέπει να σταθμιστούν ανάλογα. Ο διάλογος μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση της έντασης και στην πρόληψη επεισοδίων. Δεν μπορεί να σβήσει τις διαρθρωτικές διαφωνίες από τη μια μέρα στην άλλη. Η Ελλάδα θα πρέπει να αντισταθεί σε αφηγήσεις που υποδηλώνουν ότι η καλή θέληση από μόνη της μπορεί να εξουδετερώσει μακροχρόνιες προκλήσεις. Το ιστορικό της δραστηριότητας NAVTEX καταδεικνύει συνέχεια και όχι εξαίρεση στην τουρκική συμπεριφορά.

Το μάθημα από τη Συρία είναι διδακτικό. Η σταθερότητα δεν προκύπτει από μονομερείς ενέργειες που αργότερα τυλίγονται με διπλωματική γλώσσα. Προκύπτει από τον σεβασμό των κανόνων, την προβλεψιμότητα και την αμοιβαία αυτοσυγκράτηση. Όπου η αντίσταση είναι κατακερματισμένη ή οι απαντήσεις διστακτικές, η πίεση τείνει να αυξάνεται. Το καθήκον της Ελλάδας είναι να διασφαλίσει ότι το Αιγαίο δεν παραμένει ούτε ασαφές ούτε ανεκτικό.

Στη γεωπολιτική, οι θαλάσσιοι χώροι διαμορφώνονται όχι μόνο από χάρτες, αλλά και από την πράξη. Αυτό που ασκείται επανειλημμένα κινδυνεύει να γίνει αποδεκτό. Οι προκλήσεις της NAVTEX, εάν μείνουν αναπάντητες ή αντιμετωπιστούν με ασυνέπεια, συμβάλλουν σε αυτή τη σταδιακή μετατόπιση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η επαγρύπνηση έχει σημασία ακόμη και σε περιόδους διαλόγου.

Καθώς πλησιάζει ο Φεβρουάριος, η Αθήνα θα πρέπει να εμπλακεί ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση, αλλά χωρίς αυταπάτες. Ο διάλογος είναι μέσο, ​​όχι σκοπός. Υποστηριζόμενος από το δίκαιο, τις συμμαχίες και την αξιόπιστη αποτροπή, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο. Αποκομμένος από τον ρεαλισμό, μπορεί να δημιουργήσει ψευδείς προσδοκίες.

Στο Αιγαίο, όπως και στη θάλασσα γενικότερα, οι ήρεμες επιφάνειες συχνά κρύβουν ισχυρά ρεύματα. Η πλοήγηση σε αυτά απαιτεί σταθερότητα, υπομονή και σαφή αίσθηση κατεύθυνσης. Η ευθύνη της Ελλάδας δεν είναι απλώς να συνομιλεί, αλλά να διασφαλίζει ότι ο διάλογος διεξάγεται σε στέρεο έδαφος.

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!