Οι συνομιλίες με το Ιράν είναι χρόνος για σταθερότητα ή παγίδα ασάφειας;
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Για άλλη μια φορά γινόμαστε μάρτυρες μιας γνώριμης στιγμής στη μακρά και ταραγμένη σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν. Οι έμμεσες συνομιλίες έχουν επανεκκινήσει, αυτή τη φορά στο Ομάν, εν μέσω αυξημένων στρατιωτικών αναπτύξεων, πρόσφατων επιθέσεων σε ιρανικές πυρηνικές υποδομές και γενικευμένης αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Το ερώτημα που τίθεται ξανά είναι απλό: πρόκειται για μια πραγματική ευκαιρία αποκλιμάκωσης ή για μια ακόμη παύση σε μια αντιπαράθεση που έχει καθορίσει την περιφερειακή ασφάλεια εδώ και δεκαετίες;
Από στρατηγικής σκοπιάς, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Δεν παρατηρούμε ουσιαστική αποκλιμάκωση, αλλά μια στρατηγική παύση, μια προσωρινή αναστολή της κλιμάκωσης που δεν προκύπτει από επίλυση θεμελιωδών διαφορών, αλλά από τακτικούς υπολογισμούς και των δύο πλευρών.
Οι βασικοί παράγοντες της αντιπαράθεσης παραμένουν άθικτοι. Το Ιράν συνεχίζει να επιδιώκει προηγμένες πυρηνικές δυνατότητες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν δεσμευμένες, τουλάχιστον ρητορικά, στην αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη. Οι περιφερειακές αντιπαλότητες, οι συγκρούσεις δια αντιπροσώπων και η εσωτερική αστάθεια ασκούν έντονες πιέσεις σε όλους τους εμπλεκόμενους. Οι συνομιλίες μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης, αλλά δεν αλλάζουν τα θεμελιώδη στοιχεία της αντιπαράθεσης.
Για να κατανοήσουμε γιατί, πρέπει πρώτα να αντιληφθούμε ότι οι δύο πλευρές προσεγγίζουν τις διαπραγματεύσεις με διαφορετικούς όρους. Η δυτική, και ιδιαίτερα η αμερικανική διπλωματία τείνει να βλέπει τις συνομιλίες ως συναλλακτική διαδικασία. Ένα μέσο επίτευξης συμφωνίας, κλεισίματος φακέλου και μετάβασης στο επόμενο ζήτημα. Το Ιράν, όμως, δεν συμμερίζεται αυτή τη λογική. Για την Τεχεράνη, οι συνομιλίες δεν έχουν σαφές τέλος· είναι μια συνεχής στρατηγική διαδικασία, που χρησιμοποιείται για διαχείριση απειλών, αναμόρφωση του περιβάλλοντος και, κυρίως, για την αγορά χρόνου. Η πρόοδος δεν μετριέται με υπογραφές, αλλά με τη μείωση της πίεσης και τη διατήρηση κρίσιμων δυνατοτήτων.
Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς πολιτισμική· είναι στρατηγικά καθοριστική. Ιστορικά, το Ιράν έχει χρησιμοποιήσει τις διαπραγματεύσεις ως ασπίδα έναντι στρατιωτικών δράσεων. Όταν η πίεση αυξάνεται, η Τεχεράνη δείχνει προθυμία για διάλογο, όχι για να παραχωρήσει, αλλά για να αλλάξει τον υπολογισμό ρίσκου του αντιπάλου. Από τη στιγμή που ξεκινούν οι συνομιλίες, η πιθανότητα στρατιωτικής δράσης μειώνεται δραστικά. Πρόκειται για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: από την ιρανική οπτική, η έναρξη διαλόγου αποτελεί ήδη επιτυχία.
Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις τείνουν να ευνοούν την Τεχεράνη βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Ο χρόνος σε αυτή την αντιπαράθεση λειτουργεί ασύμμετρα. Το Ιράν διαθέτει ήδη πυρηνική γνώση, φυγοκεντρητικά σχέδια, τεχνογνωσία εμπλουτισμού και επιστημονικό ανθρώπινο κεφάλαιο που δεν μπορούν να εξαλειφθούν με αεροπορικές επιδρομές. Κάθε επιπλέον μήνας χωρίς αποφασιστική πίεση επιτρέπει στο καθεστώς να σταθεροποιηθεί εσωτερικά, να προσαρμοστεί εξωτερικά και να ομαλοποιήσει την πρόοδό του.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν βεβαιότητα, χρονοδιαγράμματα και εκτελεστά όρια ωστόσο με στόχους δύσκολα επιτεύξιμους όταν η άλλη πλευρά ωφελείται από την ασάφεια και την καθυστέρηση.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ αλλάζει το παιχνίδι. Πράγματι, η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει τα ναυτικά και αεροπορικά μέσα στην περιοχή και οι πρόσφατες επιδρομές αποδεικνύουν τόσο την ικανότητα όσο και τη βούληση να χρησιμοποιήσει βία. Στα χαρτιά, αυτό ενισχύει την αποτροπή.
Ωστόσο, η αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από την ικανότητα και τη βούληση. Εξαρτάται κυρίως από την πειθώ του αντιπάλου. Η διπλωματία που υποστηρίζεται από στρατιωτική ισχύ λειτουργεί μόνο αν ο αντίπαλος πιστεύει ότι η βία παραμένει πιθανή ακόμη και ενόσω οι συνομιλίες βρίσκονται σε εξέλιξη. Σε προηγούμενες περιπτώσεις, το Ιράν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διαπραγματεύσεις καθιστούν την άμεση στρατιωτική δράση πολιτικά και στρατηγικά απίθανη. Αν αυτή η αντίληψη επικρατήσει ξανά, η αποτροπή αποδυναμώνεται ανεξάρτητα από τον αριθμό πλοίων ή αεροσκαφών στην περιοχή.
Αυτή η ασάφεια χωρίς στρατηγική ευθυγράμμιση αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος της αμερικανικής προσέγγισης. Η Ουάσιγκτον στέλνει αντιφατικά μηνύματα. Από τη μία μιλά για πίεση και αποτροπή, ακόμη και για αλλαγή καθεστώτος, από την άλλη επενδύει στη διπλωματία και στην αυτοσυγκράτηση. Από την ιρανική σκοπιά, η ασάφεια δεν προκαλεί σύγχυση· δημιουργεί ευκαιρίες.
Η στρατηγική αποτροπή απαιτεί συνέπεια, όχι ακαμψία, αλλά προβλεψιμότητα. Όταν η ρητορική κλιμακώνεται αλλά η συμπεριφορά παραμένει συγκρατημένη, ανοίγει ένα κενό. Το Ιράν έχει αποδείξει ότι γνωρίζει πώς να λειτουργεί μέσα σε τέτοια κενά.
Παράλληλα, το Ιράν εφαρμόζει ασύμμετρο πόλεμο σε όλες τις διαστάσεις του: μέσω πληρεξουσίων, ναυτικής παρενόχλησης, κυβερνοεπιχειρήσεων, πληροφοριακών εκστρατειών και διπλωματικών ελιγμών. Οι διαπραγματεύσεις αποτελούν ένα ακόμη πεδίο σύγκρουσης, όπου ο χρόνος, η υπομονή και η ασάφεια γίνονται όπλα.
Γι’ αυτό η ιρανική αισιοδοξία δεν πρέπει να εκληφθεί ως παραχώρηση. Είναι μέρος της χορογραφίας. Οι προσδοκίες καλλιεργούνται, οι κόκκινες γραμμές μετατοπίζονται σταδιακά και η πίεση αμβλύνεται. Δεν πρόκειται για εξαπάτηση, αλλά για στρατηγική.
Το περιφερειακό περιβάλλον παραμένει εύφλεκτο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η σκόπιμη κλιμάκωση αλλά ο λανθασμένος υπολογισμός. Μια επίθεση δι’ αντιπροσώπων με μεγάλες απώλειες, ένα ναυτικό περιστατικό ή μια μονομερής ενέργεια από περιφερειακό παίκτη που χάνει την υπομονή του. Οι ναυτικές δυνάμεις μειώνουν τον κίνδυνο, αλλά δεν τον εξαλείφουν, τα ατυχήματα και η δυσπιστία παραμένουν επικίνδυνα.
Ταυτόχρονα, η διπλωματία επιτρέπει στο Ιράν να αναπνεύσει. Η μείωση της εξωτερικής πίεσης ενισχύει την εσωτερική σταθερότητα, δίνει χώρο για εσωτερικό έλεγχο και καταστολή διαφωνίας. Η διπλωματία μπορεί άθελά της να ενισχύει τον αυταρχισμό, μειώνοντας την πίεση που θα μπορούσε να επιβάλει αλλαγή.
Η αλλαγή καθεστώτος δεν είναι στρατηγική, αλλά αποτέλεσμα. Η ρητορική για την επιδίωξή της χωρίς μέσα ή πολιτική βούληση ενθαρρύνει επικίνδυνη συμπεριφορά και στέλνει μπερδεμένα σήματα στους αντιπάλους. Η στρατηγική πειθαρχία απαιτεί σαφήνεια: είναι ο στόχος μια πυρηνική συμφωνία με κάθε κόστος; Είναι μακροπρόθεσμος περιορισμός; Είναι πίεση για εσωτερικό μετασχηματισμό; Η προσπάθεια να επιδιωχθούν όλα ταυτόχρονα χωρίς ιεράρχηση οδηγεί σε ασυνέπεια.
Κοιτώντας μπροστά έξι έως δώδεκα μήνες, το πιο πιθανό αποτέλεσμα δεν είναι ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη, αλλά διαχειριζόμενη αστάθεια. Οι συνομιλίες θα συνεχιστούν, με σταδιακές, περιορισμένες ρυθμίσεις που αποτρέπουν άμεση κλιμάκωση αλλά δεν επιλύουν αποφασιστικά το πυρηνικό ζήτημα. Το Ιράν θα επιδιώξει μερική άρση κυρώσεων, διατηρώντας παράλληλα τις βασικές του δυνατότητες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επικαλεστούν πρόοδο ενώ διατηρούν στρατιωτικές επιλογές που ελπίζουν να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν.
Αυτή η ισορροπία είναι εύθραυστη. Ένα σοκ, όπως ένα μεγάλο χτύπημα σε πυρηνικές εγκαταστάσεις, μια επίθεση δι’ αντιπροσώπων, μια εσωτερική κρίση ηγεσίας ή μια ενέργεια περιφερειακού παίκτη, μπορεί να καταρρεύσει τις συνομιλίες από τη μια μέρα στην άλλη, επιβάλλοντας γρήγορες, υψηλού κινδύνου αποφάσεις.
Οι συνομιλίες δεν αγοράζουν ειρήνη· αγοράζουν χρόνο. Το κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από αυτόν και αν χρησιμοποιείται για σταθερότητα ή απλώς για να αναβληθεί μια πιο επικίνδυνη αναμέτρηση.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).