Ένα καμπανάκι αφύπνισης από την πυρκαγιά στο USS Gerald R. Ford για την Ελλάδα και τη ναυτική σταθερότητα
Τα αεροπλανοφόρα παραμένουν το επίκεντρο της αμερικανικής ναυτικής κυριαρχίας. Συμβολίζουν εμβέλεια, αποτροπή και ταχεία αντίδραση. Ωστόσο, ακόμη και η πιο προηγμένη πλατφόρμα στον κόσμο δεν είναι άτρωτη στις πιέσεις μιας παρατεταμένης ανάπτυξης. Σχεδόν ένας χρόνος στη θάλασσα, είναι διπλάσιος από τον παραδοσιακό επιχειρησιακό κύκλο και ασκεί τεράστια πίεση όχι μόνο στα συστήματα, αλλά και στους ναύτες που τα υποστηρίζουν.
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Το πρόσφατο περιστατικό στο αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford (μια πυρκαγιά που διέκοψε κρίσιμες λειτουργίες του πλοίου και άφησε εκατοντάδες ναύτες χωρίς κατάλληλη διαβίωση) δεν πρέπει να θεωρηθεί ένα απλό ναυτικό συμβάν ρουτίνας ελέγχου βλαβών. Αντιθέτως, αποτελεί μια αποκαλυπτική στιγμή για τη σύγχρονη πραγματικότητα της ναυτικής ισχύος, της αντοχής και των ανθρώπινων ορίων στις επιχειρήσεις σε ένα ολοένα και πιο αμφισβητούμενο περιβάλλον.
Τα αεροπλανοφόρα παραμένουν το επίκεντρο της αμερικανικής ναυτικής κυριαρχίας. Συμβολίζουν εμβέλεια, αποτροπή και ταχεία αντίδραση. Ωστόσο, ακόμη και η πιο προηγμένη πλατφόρμα στον κόσμο δεν είναι άτρωτη στις πιέσεις μιας παρατεταμένης ανάπτυξης. Σχεδόν ένας χρόνος στη θάλασσα, είναι διπλάσιος από τον παραδοσιακό επιχειρησιακό κύκλο και ασκεί τεράστια πίεση όχι μόνο στα συστήματα, αλλά και στους ναύτες που τα υποστηρίζουν.
Η ναυτική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε εκτόπισμα ή ρυθμούς εξόδων. Μετριέται στην ανθεκτικότητα.
Η υποβάθμιση βασικών υπηρεσιών επί του πλοίου όπως διαμονή, υγιεινή, πλυντήρια, μπορεί να φαίνεται δευτερεύουσα σε σχέση με τα οπλικά συστήματα. Ωστόσο, τέτοιες δυσλειτουργίες επηρεάζουν άμεσα το ηθικό, την ετοιμότητα και τελικά την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Ένα πολεμικό πλοίο είναι ένα κλειστό οικοσύστημα. Όταν αυτό το οικοσύστημα διαταράσσεται, ακόμη και φαινομενικά μικρά προβλήματα έχουν ευρύτερες συνέπειες σε όλη την αλυσίδα διοίκησης.
Η απόφαση μεταφοράς του αεροπλανοφόρου στη Σούδα για επισκευές υπογραμμίζει κάτι στρατηγικά κρίσιμο για την Ελλάδα. Η Σούδα δεν είναι απλώς ένας σταθμός ανεφοδιασμού· αποτελεί βασικό κόμβο για τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η δυνατότητά της βάσης να υποστηρίζει ένα πυρηνοκίνητο υπεραεροπλανοφόρο υπό επιχειρησιακές συνθήκες αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της Ελλάδας στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, οι αναφορές ότι οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν χαρακτήρισαν την ομάδα μάχης ως «στόχο» αντικατοπτρίζουν τη θολή πλέον γραμμή μεταξύ αποτροπής και πρόκλησης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι παρατεταμένες αναπτύξεις ενδέχεται να μετατραπούν σε στρατηγικές επιβαρύνσεις εάν δεν υποστηρίζονται επαρκώς.
Αυτό οδηγεί σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: μήπως οι σύγχρονες ναυτικές στρατηγικές υπερεκτείνουν τα πλέον πολύτιμα μέσα τους;
Οι επιχειρήσεις συνεχούς παρουσίας, στην Ερυθρά Θάλασσα, στην Ανατολική Μεσόγειο και αλλού, εξυπηρετούν σημαντικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς. Ωστόσο, πρέπει να εξισορροπούνται με τη βιωσιμότητα. Ένα αεροπλανοφόρο που λειτουργεί αλλά με μειωμένες δυνατότητες δεν ισοδυναμεί με ένα πλήρως αξιόμαχο πλοίο. Ούτε ένα εξαντλημένο πλήρωμα μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα από ένα πλήρως ξεκούραστο.
Για την Ελλάδα, τα διδάγματα είναι άμεσα και πρακτικά.
Πρώτον, η επένδυση σε υποδομές υποστήριξης όπως η Σούδα πρέπει να παραμείνει εθνική προτεραιότητα. Καθώς οι σύμμαχοι βασίζονται ολοένα και περισσότερο σε προωθημένες βάσεις και δυνατότητες ταχείας επισκευής, η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας θα ενισχύεται.
Δεύτερον, το Πολεμικό Ναυτικό οφείλει να συνεχίσει να δίνει έμφαση όχι μόνο στην απόκτηση προηγμένων μέσων, αλλά και στους κύκλους συντήρησης, την ευημερία του προσωπικού και το βάθος της εφοδιαστικής υποστήριξης. Η τεχνολογία δεν μπορεί επ’ αόριστο να αντισταθμίσει την ανθρώπινη και συστημική κόπωση.
Τέλος, το περιστατικό αυτό υπενθυμίζει ότι η θαλάσσια ασφάλεια στον 21ο αιώνα δεν καθορίζεται μόνο από την αντιπαράθεση, αλλά και από την αντοχή. Η ικανότητα διατήρησης παρουσίας, αξιόπιστα, με ασφάλεια και χωρίς υποβάθμιση, θα καθορίσει ποιες ναυτικές δυνάμεις θα κυριαρχήσουν πραγματικά στις θάλασσες.
Η πυρκαγιά στο Ford θα αποκατασταθεί. Τα στρώματα θα αντικατασταθούν. Η ανάπτυξη θα ολοκληρωθεί.
Όμως τα στρατηγικά διδάγματα δεν πρέπει να σβήσουν το ίδιο εύκολα.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).