Κλιμάκωση χωρίς τέλος στη Μέση Ανατολή
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Το αναδυόμενο στρατηγικό περιβάλλον στη Μέση Ανατολή παρουσιάζει μια σύγκλιση κινδύνων που συχνά αναλύονται αποσπασματικά, ενώ στην πραγματικότητα είναι βαθιά αλληλένδετοι. Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές μιλούν για τρεις επιλογές, όπως συνεχείς αεροπορικοί βομβαρδισμοί, περιορισμένες χερσαίες επιχειρήσεις ή πλήρη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν, ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συζητούν για ανάσχεση, αποτροπή ή αλλαγή καθεστώτος. Ωστόσο, κάτω από αυτά τα σχήματα κρύβεται μια πιο θεμελιώδης και άβολη αλήθεια. Οι δυναμικές που έχουν τεθεί σε κίνηση δεν μπορούν να ελεγχθούν με ακρίβεια και οι παραδοχές που στηρίζουν τις τρέχουσες στρατηγικές ενδέχεται να είναι επικίνδυνα εσφαλμένες.
Στον πυρήνα αυτού του διλήμματος βρίσκεται το καθεστώς του Ιράν. Η σημερινή κυβέρνηση της Τεχεράνης έχει καταστήσει σαφές, τόσο ιδεολογικά όσο και επιχειρησιακά, ότι δεν πρόκειται να συναινέσει σε μια μεταπολεμική τάξη πραγμάτων στη Μέση Ανατολή υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό δεν αποτελεί ζήτημα διαπραγμάτευσης ή τακτικής ευελιξίας. Είναι δομικό χαρακτηριστικό του καθεστώτος. Είναι ενσωματωμένο στην ταυτότητα και τη λογική επιβίωσής του. Κάθε στρατηγική που βασίζεται στην υπόθεση ότι το Ιράν θα αποδεχθεί τελικά μια τέτοια τάξη πραγμάτων, στηρίζεται σε λανθασμένη ανάγνωση του αντιπάλου.
Η πραγματικότητα αυτή συγκρούεται άμεσα με μια διαχρονική αρχή της στρατηγικής, που εκφράζει ότι ο ο αντίπαλος έχει πάντα λόγο στην έκβαση. Όπως επισήμανε ο θεωρητικός του πολέμου, Κλαούζεβιτζ, ο πόλεμος δεν είναι μια μονομερής εφαρμογή ισχύος αλλά μια αλληλεπιδραστική διαδικασία μεταξύ αντιτιθέμενων βουλήσεων. Η ισχύς δεν είναι απλώς θέμα μέσων ή ικανοτήτων, αλλά το αποτέλεσμα των μέσων πολλαπλασιασμένων με τη βούληση χρήσης τους. Μια δύναμη μπορεί να αποδυναμωθεί επιχειρησιακά, αλλά αν διατηρεί τη βούληση, παραμένει στρατηγικά ενεργή. Αντίθετα, μια δύναμη με μέσα αλλά χωρίς αποφασιστικότητα μπορεί να καταρρεύσει.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για την κατανόηση των ορίων της αμερικανικής και συμμαχικής στρατηγικής έναντι του Ιράν. Οι αεροναυτικές επιχειρήσεις πλήττουν κυρίως τις δυνατότητες στις υποδομές, συστήματα διοίκησης, στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Σπάνια όμως πλήττουν τη βούληση, ιδιαίτερα όταν αυτή στηρίζεται σε ιδεολογικά και υπαρξιακά θεμέλια.
Τα επιχειρησιακά δεδομένα το επιβεβαιώνουν. Υποθετικές εκστρατείες, όπως μια επιχείρηση τύπου “Epic Fury”, καταδεικνύουν την ικανότητα των σύγχρονων δυνάμεων να εξουδετερώνουν αεράμυνες και να επιτυγχάνουν βαθιά πλήγματα. Ωστόσο, η τακτική επιτυχία δεν ισοδυναμεί με στρατηγική ολοκλήρωση.
Η αντίδραση του Ιράν ακολουθεί διαφορετική λογική. Αντί για παράδοση, επιλέγει προσαρμογή, με ασύμμετρες επιχειρήσεις, χρήση πληρεξουσίων, επιθέσεις με drones και πυραύλους, διακοπή στη ναυσιπλοΐα. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρει τη σύγκρουση σε πεδία όπου η υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών μειώνεται.
Εδώ αναδύεται μια δεύτερη στρατηγική αυταπάτη, ότι η κλιμάκωση μπορεί να ελεγχθεί με ακρίβεια. Έτσι παρουσιάζεται μια τριάδα αποφάσεων με διακριτές επιλογές. Στην πράξη, αυτές συγχωνεύονται.
- Η πρώτη επιλογή της αποκλειστικά αεροναυτικής δράσης προϋποθέτει ότι ο αντίπαλος δεν θα αντιδράσει με τρόπο που θα επιβάλλει αλλαγή στρατηγικής. Αυτό σπάνια συμβαίνει. Επιθέσεις σε θαλάσσιες οδούς, ενεργοποίηση δικτύων και διάχυση της σύγκρουσης οδηγούν σε παρατεταμένη αστάθεια.
- Δεύτερη επιλογή, η περιορισμένη χερσαία εμπλοκή οδηγεί σε μια άλλη παγίδα, που είναι η κλιμάκωση μέσω προστασίας των ίδιων των δυνάμεων. Κάθε πλήγμα απαιτεί απάντηση, κάθε απάντηση κλιμάκωση.
- Τρίτη επιλογή, η πλήρης εισβολή, αν και αποφασιστική, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους. Το Ιράν διαθέτει βάθος, δίκτυα και ικανότητα πολλαπλής αντίδρασης. Η σύγκρουση θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την περιοχή.
Ωστόσο, ακόμη και μια τέτοια νίκη δεν εγγυάται ειρήνη. Όπως δείχνει το παράδειγμα του Σαντάμ Χουσεΐν μετά τον Gulf War, η ήττα δεν σημαίνει αποδοχή.
Εδώ αναδεικνύεται η σημασία της μεταπολεμικής τάξης. Ο Χένρι Κίσινγκερ τόνισε ότι η ειρήνη απαιτεί όχι μόνο ισορροπία ισχύος αλλά και αίσθηση νομιμοποίησης. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, η Ευρώπη επανένταξε τη Γαλλία στο σύστημα. Αντίθετα, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η απουσία αυτής της ισορροπίας οδήγησε σε νέα σύγκρουση.
Στην περίπτωση του Ιράν, το πρόβλημα είναι δομικό, αφού το καθεστώς δεν θα αποδεχθεί μια τέτοια τάξη. Άρα, είτε η σύγκρουση θα παραμείνει ανοιχτή είτε θα οδηγηθεί σε ριζική αλλαγή.
Παράλληλα, η κρίση επιδεινώνεται από παράγοντες πόρων, κυρίως τους υδάτινους πόρους. Ποτάμια όπως ο Τίγρης και ο Ευφράτης βρίσκονται υπό πίεση διαχείρισης. Μια σύγκρουση γύρω από το νερό θα είχε καταστροφικές κοινωνικές και ανθρωπιστικές συνέπειες.
Η πιθανότητα μιας επιχείρησης εξασφάλισης του εμπλουτισμένου ουρανίου προσθέτει άλλο επίπεδο κλιμάκωσης. Χιλιάδες στρατιώτες, εβδομάδες επιχειρήσεων και υψηλός κίνδυνος επέκτασης της αποστολής.
Τέλος, τίθεται το ερώτημα της συνοχής του NATO. Η ενότητα δεν είναι δεδομένη. Διαφορετικές αντιλήψεις απειλής, πολιτικές πιέσεις και περιορισμοί πόρων οδηγούν σε διαφοροποιημένες αντιδράσεις.
Το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι διάλυση, αλλά αποδυνάμωση της συνοχής με αποτέλεσμα μια συμμαχία πολλών ταχυτήτων.
Συνολικά, οι παράγοντες αυτοί, στρατιωτικοί, πολιτικοί, ενεργειακοί και περιβαλλοντικοί, δημιουργούν ένα περιβάλλον υψηλής αστάθειας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές:
- Η ισχύς χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα είναι ανεπαρκής.
- Η νίκη χωρίς νομιμοποίηση είναι προσωρινή.
- Και η στρατηγική χωρίς κατανόηση των ορίων της οδηγεί σε παρατεταμένη σύγκρουση.
- Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η λανθασμένη επιλογή.
- Είναι η αυταπάτη ότι μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως την εξέλιξη των γεγονότων.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).