Η Ναυτική Επιχείρηση στο Ιράν αφορά την πίεση, όχι τον αποκλεισμό

HFvd2tZbYAA37dA

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς* 

Με τη στενά στρατιωτική έννοια, ο αποκλεισμός των ιρανικών θαλάσσιων μεταφορών μοιάζει επιτυχής. Τα δεξαμενόπλοια επιβραδύνουν, οι διαδρομές αλλάζουν και η Τεχεράνη υφίσταται πραγματική οικονομική πίεση. Όμως, αν κάνουμε ένα βήμα πίσω και δούμε τη συνολική εικόνα, αποκαλύπτεται μια πιο άβολη πραγματικότητα που πρόκειται για μια επιχείρηση που λειτουργεί τακτικά, αλλά αποτυγχάνει στρατηγικά.

Η τρέχουσα αμερικανική ναυτική επιχείρηση γύρω από το Ιράν παρουσιάζεται ως “ναυτικός αποκλεισμός” ή ακόμη ως προσπάθεια “απαγόρευσης διέλευσης” του Στενού του Ορμούζ. Με επιχειρησιακούς όρους, δεν είναι τίποτα από τα δύο. Αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι καλύτερα κατανοητό ως μια επιχείρηση θαλάσσιας ασφάλειας και ναυτικής αποτροπής. Δηλαδή πλοία που αναχωρούν από ή κατευθύνονται προς ιρανικά λιμάνια ελέγχονται, ανακατευθύνονται ή διατάσσονται να αναστρέψουν, ενώ η διέλευση ουδέτερων ή τρίτων χωρών δεν απαγορεύεται συνολικά, εφόσον δεν συνδέεται άμεσα με ιρανικές εμπορικές ροές.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία, γιατί επαναπροσδιορίζει ολόκληρη τη στρατηγική εικόνα. Ο στόχος δεν είναι το φυσικό κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ που θεωρείται ένα βήμα που θα συνιστούσε πολύ πιο σοβαρή κλιμάκωση, αλλά η στοχευμένη διαταραχή του ιρανικού θαλάσσιου εμπορικού δικτύου, συμπεριλαμβανομένων των εξαγωγών πετρελαίου και της συναφούς εφοδιαστικής αλυσίδας. Στην πράξη, όμως, το συνολικό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι σημαντικό. Και αυτό είναι η ικανότητα του Ιράν να διεξάγει κανονικό θαλάσσιο εμπόριο το οποίο περιορίζεται σημαντικά, ακόμη κι αν δεν έχει επιβληθεί τυπικός “αποκλεισμός” με τη νομική ή στρατιωτική έννοια.

 

Σε τακτικό επίπεδο, αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει μια συνειδητή στρατηγική ελεγχόμενης κλιμάκωσης. Στοχεύοντας τις ροές αντί για τη γεωγραφία, η Ουάσιγκτον αποφεύγει τα νομικά και επιχειρησιακά όρια ενός επίσημου ναυτικού αποκλεισμού, ενώ εξακολουθεί να ασκεί ουσιαστική οικονομική πίεση. Η επιχείρηση παραμένει επίσης ευέλικτη, καθώς μπορεί να ενισχυθεί, να χαλαρώσει ή να επαναπροσδιοριστεί χωρίς να ξεπεράσει το όριο της ανοιχτής σύρραξης.

Ωστόσο, ακόμη και αυτό το πιο περιορισμένο πλαίσιο δεν εξαλείφει τις ευρύτερες δομικές προκλήσεις. Το πρόβλημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλουν πίεση στον Περσικό Κόλπο. Μπορούν. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η κρίση δεν περιορίζεται στον Περσικό Κόλπο.

Πρώτον, η γεωγραφία εξακολουθεί να έχει σημασία. Ακόμη και ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός θαλάσσιος αποκλεισμός δεν μπορεί να απομονώσει πλήρως το Ιράν. Η Κασπία Θάλασσα, ένα εσωτερικό υδάτινο σώμα μεγαλύτερο από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, προσφέρει μια περιορισμένη αλλά ουσιαστική εναλλακτική οδό. Μέσω αυτής, το Ιράν μπορεί να διατηρήσει μια ροή εμπορίου, κυρίως με τη Ρωσία. Αυτές οι οδοί δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την κύρια θαλάσσια εξαγωγική ικανότητα του Ιράν, αλλά μπορούν να διατηρήσουν κρίσιμες ροές αγαθών, ενέργειας και στρατηγικών προμηθειών. Με άλλα λόγια, το Ιράν μπορεί να πιεστεί, αλλά όχι να αποκοπεί πλήρως. Αυτό αρκεί για να αποτραπεί η κατάρρευση. Και στην παρούσα κατάσταση για το Ιράν, η επιβίωση είναι το σημαντικότερο ζητούμενο.

Δεύτερον, οι ενεργειακές αγορές συνεχίζουν να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής επιπτώσεων.  Ωστόσο η υπόθεση, ότι η μείωση των ιρανικών εξαγωγών θα αποδυναμώσει την Τεχεράνη χωρίς να αποσταθεροποιήσει το παγκόσμιο σύστημα, ήδη έχει καταρρεύσει. Οποιαδήποτε διαταραχή στις ιρανικές εξαγωγές μεταφράζεται άμεσα σε παγκόσμια μεταβλητότητα τιμών. Η προσδοκία ότι η πίεση στο Ιράν μπορούσε να περιοριστεί γεωγραφικά έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ανεπαρκής. Οι αγορές πετρελαίου δεν ανταποκρίνονται σε καθαρή πολιτική λογική, ανταποκρίνονται στον φόβο, τον κίνδυνο και τη διαταραχή. Ακόμη και η απειλή αστάθειας σε ένα κρίσιμο σημείο διέλευσης ανεβάζει τις τιμές, επηρεάζοντας συμμάχους και αντιπάλους. Η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν απλώς να «αντισταθμίσουν με περισσότερη παραγωγή» υποτιμά την κλίμακα και την αδράνεια της παγκόσμιας ενεργειακής υποδομής. Η παραγωγή χρειάζεται χρόνο. Η μεταφορά χρειάζεται χρόνο. Η διύλιση χρειάζεται χρόνο. Οι αγορές κινούνται ταχύτερα από όλα αυτά. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και μια τεχνικά “περιορισμένη” επιχείρηση αποτροπής έχει παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.

Τρίτον, και σημαντικότερο, το στρατηγικό περιβάλλον δεν είναι πλέον διμερές. Το πιο κρίσιμο κενό δεν είναι οικονομικό, είναι στρατηγικό. Αυτή η κρίση δεν αφορά πλέον μόνο το Ιράν. Ο ρόλος της Κίνας ως βασικού αγοραστή ιρανικής ενέργειας αλλάζει θεμελιωδώς την εξίσωση. Ακόμη και υπό ενισχυμένη επιβολή, τα κινεζικά δίκτυα ναυτιλίας και οι διαφοροποιημένες προμήθειες μειώνουν την αποτελεσματικότητα της απομόνωσης. Αυτό δεν ακυρώνει την αμερικανική επιρροή, αλλά τη διαχέει, μετατρέποντας μια γραμμική εκστρατεία πίεσης σε ένα πολυπαραγοντικό σύστημα προσαρμογής και παράκαμψης.

Η Κίνα, επίσης, δεν απορροφά παθητικά την πίεση. Προσαρμόζεται. Μέσω έμμεσων θαλάσσιων διαδρομών, ενδιάμεσων κρατών και ήδη υπαρχόντων δικτύων «σκιώδους στόλου», συνεχίζει να εξασφαλίζει ενεργειακές ροές που ο αποκλεισμός υποτίθεται ότι θα διέκοπτε. Ταυτόχρονα, το Πεκίνο εμφανίζεται διπλωματικά ως παράγοντας σταθερότητας, επικρίνοντας τη διαταραχή ενώ ταυτόχρονα επωφελείται από τις νέες ισορροπίες και την αυξημένη επιρροή του. Στην πράξη, ο αποκλεισμός αποκαλύπτει τα όρια του αμερικανικού ελέγχου σε ένα σύστημα όπου η επιβολή φαίνεται ακριβής, αλλά η παράκαμψη είναι διάχυτη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κλιμάκωση προς άμεση στρατιωτική σύγκρουση παραμένει πιθανή αλλά όχι αναπόφευκτη. Το πλαίσιο ναυτικής αποτροπής επιτρέπει συνεχή πίεση χωρίς άμεση ενεργοποίηση των ορίων που θα οδηγούσαν σε αεροπορικές επιχειρήσεις ή χερσαίες επεμβάσεις. Ένας αυστηρότερος αποκλεισμός που θα επιχειρούσε να κλείσει όλα τα παραθυράκια κινδυνεύει να οδηγήσει σε άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία στην περιοχή της Κασπίας. Στρατιωτικά πλήγματα σε ιρανικές υποδομές ή έδαφος θα μπορούσαν να προκαλέσουν ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση, εμπλέκοντας πληρεξούσιες δυνάμεις και αποσταθεροποιώντας πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα. Ακόμη και μια ταχεία και επιτυχημένη αρχική στρατιωτική επιχείρηση δεν θα έλυνε το βασικό ζήτημα, την ικανότητα του Ιράν να απαντά ασύμμετρα, σε βάθος χρόνου και γεωγραφίας.

Αυτή είναι η στρατηγική παγίδα. Κάθε βήμα που αυξάνει την πίεση αυξάνει και τον κίνδυνο. Κάθε προσπάθεια να κλείσει ένα κενό ανοίγει ένα άλλο μέτωπο. Και κάθε τακτική επιτυχία παράγει δευτερογενείς συνέπειες που είναι πιο δύσκολο να ελεγχθούν από το αρχικό πρόβλημα. Τίποτα βέβαια από αυτά δεν σημαίνει ότι ο αποκλεισμός είναι ανούσιος. Έχει πραγματικό αντίκτυπο. Περιορίζει την ιρανική οικονομία, στέλνει μήνυμα αποφασιστικότητας και δημιουργεί μοχλό πίεσης. Όμως η πίεση δεν είναι το ίδιο με τη λύση. Χωρίς μια σαφή πορεία προς έναν πολιτικό στόχο, η στρατηγική πίεσης κινδυνεύει να γίνει αυτοσκοπός και εκεί ακριβώς αρχίζει να χάνεται ο έλεγχος.

Η άβολη αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν κυριαρχία στο τακτικό επίπεδο, στη θάλασσα, στον αέρα και στο άμεσο πεδίο μάχης. Αυτό που δεν μπορούν να ελέγξουν εξίσου εύκολα είναι το σύστημα γύρω από αυτά. Δηλαδή τις παγκόσμιες ροές ενέργειας, τις προσαρμοστικές αλυσίδες εφοδιασμού και τους στρατηγικούς υπολογισμούς άλλων μεγάλων δυνάμεων.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο αποκλεισμός λειτουργεί. Είναι τι σημαίνει «λειτουργεί» σε έναν κόσμο όπου ο έλεγχος είναι μερικός, οι συνέπειες παγκόσμιες και η κλιμάκωση συνεπάγεται κόστος που καμία πλευρά δεν μπορεί να περιορίσει πλήρως.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι αυτό που εξελίσσεται δεν είναι ένας παραδοσιακός ναυτικός αποκλεισμός ούτε μια άμεση προετοιμασία για γενικευμένο πόλεμο. Είναι μια παρατεταμένη εκστρατεία ναυτικής αποτροπής που στοχεύει στον περιορισμό συμπεριφοράς διατηρώντας ταυτόχρονα τον έλεγχο της κλιμάκωσης. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί λιγότερο από τη φυσική αναχαίτιση των ροών και περισσότερο από το αν η οικονομική πίεση μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματεύσιμα αποτελέσματα πριν οι συστημικές παρενέργειες, όπως ενεργειακά σοκ, περιφερειακή εξάπλωση και ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων, αρχίσουν να υπερβαίνουν τη μόχλευση που δημιουργεί.

Πράγματι, οι τρέχουσες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το Ιράν ωθείται προς διαπραγμάτευση μέσω σωρευτικής οικονομικής πίεσης και όχι μέσω επικείμενης στρατιωτικής κατάρρευσης. Η προσδοκία είναι ότι η πίεση, άμεση και έμμεση, συμπεριλαμβανομένης αυτής από περιφερειακούς και στρατηγικούς παράγοντες, μπορεί τελικά να επαναφέρει την Τεχεράνη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για τα πυρηνικά και τα βαλλιστικά της προγράμματα, με αντάλλαγμα χαλάρωση κυρώσεων και μερική αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων.

Οι διπλωματικοί δίαυλοι δεν έχουν καταρρεύσει. Οι τεχνικές συνομιλίες συνεχίζονται και υπάρχει η εκτίμηση ότι οι επίσημες διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να επαναληφθούν σε υψηλότερο επίπεδο στο εγγύς μέλλον. Αυτή η διπλή πραγματικότητα, πίεση στη θάλασσα και διπλωματία στο παρασκήνιο, ορίζει την τρέχουσα φάση της κρίσης.

Αυτό που προκύπτει στο πεδίο του Ορμούζ δεν είναι μια αποτυχία στις δυνατότητες. Είναι μια δοκιμασία στρατηγικής κατανόησης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να προβάλλουν ισχύ, να επιβάλλουν απαγορεύσεις και να επιδεικνύουν παρουσία. Αλλά δεν μπορούν, μόνο με τη βία:

  • Να εγγυηθούν την ασφαλή διέλευση
  • Να επιβάλουν παγκόσμια οικονομική ευθυγράμμιση
  • Να αποτρέψουν τη σταδιακή διάβρωση της πίεσης

Όλα αυτά βρίσκονται πέρα ​​από τον παραδοσιακό τομέα της θαλάσσιας ισχύος.

 

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!