Ισραηλινές επενδύσεις και εθνική ασφάλεια στον άξονα Αθήνας – Λευκωσίας
Αλέξανδρος Νίκλαν
Σύμβουλος Θεμάτων Ασφαλείας
Η πρόσφατη αγορά μια ολόκληρης επαρχιακής κοινότητας στην Κύπρο από ισραηλινά κεφάλαια με μαζικό τρόπο, δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς. Δεν είναι άλλωστε κάτι πρωτόγνωρο, και στο παρελθόν έχει χρησιμοποιηθεί ως οδός για εύρεση “γεωγραφικού ζωτικού βάθους”. Η συστηματική εξαγορά εκτάσεων και η δημιουργία οικιστικών πυρήνων από ισραηλινά επενδυτικά κεφάλαια γενικότερα στην εγγύς περιοχή δεν περιορίζεται, προφανώς, στα όρια της απλής οικονομικής δραστηριότητας, αλλά προσλαμβάνει χαρακτηριστικά στρατηγικής προβολής ισχύος. Είναι καλό να θυμόμαστε εδώ, πώς οι γραμμές μεταξύ ιδιωτικών επενδύσεων και εθνικής στρατηγικής γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτες με σαφείς ενδείξεις για δημιουργία “κερκόπορτων”.
Η μαζική αγορά ακινήτων (άρα και της γεωγραφικής περιοχής που βρίσκονται) για τη δημιουργία οικιστικών δομών μπορεί να προσφέρει άμεση γεωγραφική εγγύτητα στο Ισραήλ αλλά ταυτόχρονα θα βρίσκεται υπό την ασφάλεια που παρέχει η ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην συγκεκριμένη περίπτωση. Θα λειτουργεί ως μια άτυπη κερκόπορτα για μια πιθανή μετατροπή της Κύπρου σε ένα στρατηγικό καταφύγιο όπου σε περιόδους κρίσης θα μπορούν να μεταφερθούν σημαντικοί πόροι κάθε φύσης (όχι πολεμικοί), διασφαλίζοντας τη συνέχεια λειτουργίας του ισραηλινού κράτους εκτός των φυσικών του συνόρων. Η περιοχή των κρατών μελών της ΕΕ, όπως αναφέρθηκε, απολαμβάνει την πλήρη κάλυψη και ασφάλεια με κοινοτικούς αμυντικούς πόρους.
Για την Κύπρο, η μετατροπή αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε μια ριζική αλλαγή στο σχέδιο εθνικής ασφαλείας της, καθώς η παρουσία αυτών των κοινοτήτων δημιουργεί την ανάγκη για εξειδικευμένη προστασία και συνεχή επιτήρηση. Η Λευκωσία καλείται πλέον να διαχειριστεί την πιθανή παρουσία πληθυσμών που φέρουν μαζί τους το δικό τους γεωπολιτικό φορτίο, μετατρέποντας το νησί ως στόχο σε κάθε σύγκρουση που αφορά το Ισραήλ. Η δημιουργία αυτών των πυρήνων “αποικιών” ( σ.σ. αδόκιμος ίσως όρος αλλά έχει βάση εδώ) μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου η κυπριακή κυριαρχία θα δοκιμάζεται από την ανάγκη προστασίας ξένων υπηκόων, οι οποίοι θα αποτελούν στόχους υψηλού συμβολισμού για περιφερειακούς αντιπάλους, μετατρέποντας την κυπριακή επικράτεια σε πεδίο ασύμμετρων επιθέσεων.
Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η υπάρχουσα (ήδη) αντίδραση της Τουρκίας καθώς η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ισραηλινή παρουσία στην Κύπρο ως μια προσπάθεια αλλοίωσης των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και ίσως ως μια άμεση απειλή. Η τουρκική ηγεσία είναι βέβαιο πως θα προσπαθήσει να εργαλειοποιήσει το γεγονός αυτό, προκειμένου να νομιμοποιήσει την περαιτέρω στρατιωτική της ενίσχυση στα κατεχόμενα εδάφη ισχυριζόμενη πως η Κύπρος μετατρέπεται σε προγεφύρωμα ξένων δυνάμεων. Άλλωστε, η ρητορική περί απειλής της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την εγκατάσταση μόνιμων βάσεων επιθετικών οπλικών συστημάτων και εντατικοποίηση της ναυτικής παρουσίας γύρω από το νησί, προκαλώντας εδώ και καιρό μια διαρκή εστία έντασης.
Ως συνδετικό σημείο αναφοράς, είναι προφανές πώς και η Ελλάδα επηρεάζεται άμεσα και πολυεπίπεδα από αυτή την εξέλιξη λόγω της οργανικής σχέσης της με την Κυπριακή Δημοκρατία και της στρατηγικής σύμπλευσης με το Ισραήλ. Με αυτό ως σκεπτικό οποιαδήποτε απόπειρα της Τουρκίας να πιέσει την Κύπρο με αφορμή τις ισραηλινές επενδύσεις, θα μεταφέρεται αυτόματα στον ελλαδικό χώρο απαιτώντας την κινητοποίηση του αμυντικού μηχανισμού στο Αιγαίο και στον Έβρο, ως μέρος του Ελληνικού (πλέον) σχεδίου άμυνας. Η Αθήνα, έτσι, υποχρεούται να αναπροσαρμόσει τον σχεδιασμό της, αφού η ασφάλεια της Κύπρου συνδέεται πλέον με την προστασία υποδομών και πληθυσμών που εξυπηρετούν τα συμφέροντα ενός κρίσιμου συμμάχου, καθιστώντας την Ελλάδα έμμεσο εγγυητή μιας πολύπλοκης περιφερειακής διπλωματικής και αμυντικής ισορροπίας.
Σε επίπεδο καθημερινότητας και εσωτερικής ασφάλειας θα υπάρξει σταδιακά, επίσης, ζήτημα δομικών αλλαγών. Τα γεωπολιτικά απόνερα των παραπάνω, είναι σίγουρο πώς θα φέρουν την Ελλάδα αντιμέτωπη με την ανάγκη για αυξημένη επαγρύπνηση και προστασία στόχων εντός της επικράτειας της, επίσης ως μέρος της τριμερούς συνεργασίας. Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να αναφερθεί και η διασύνδεση των ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών δικτύων μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, αφού δημιουργεί κρίσιμα σημεία με απαίτηση θωράκισης από κυβερνοεπιθέσεις και υβριδικές απειλές. Ο μέσος πολίτης θα βιώσει πρώτα πληροφοριακά και κατόπιν οικονομικά (κόστος) αυτή την αλλαγή, μέσω της εντατικοποίησης των μέτρων ασφαλείας και της ανάγκης για διαρκή ετοιμότητα των κρατικών υπηρεσιών προκειμένου να διασφαλιστεί πως η χώρα δεν θα καταστεί μέρος μιας σύρραξης μέσω των επενδυτικών και στρατηγικών επιλογών των εταίρων της.
Συμπερασματικά λοιπόν, η αγορά της επαρχιακής κοινότητας στην Κύπρο δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά ενδέχεται να γίνει μια αιτία μιας ευρύτερης γεωπολιτικής μετατόπισης. Η Κύπρος ως σημείο στρατηγικού γεωγραφικού βάθους του Ισραήλ, παράλληλα με την Τουρκία να αναζητά την ευκαιρία για κλιμάκωση και την Ελλάδα να καλείται να διαχειριστεί τις παρενέργειες αυτής της σχέσης θα είναι μια δύσκολη υπόθεση σε διαχείριση.