Η Ελληνική Στρατηγική Απάντηση στη «Γαλάζια Πατρίδα»

704187736_10234821981155385_1067035755183379093_n

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα και εξαιρετικά επικίνδυνη γεωπολιτική φάση. Η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον σε ρητορικές προκλήσεις ή αποσπασματικές ναυτικές κινήσεις πίεσης. Επιχειρεί να θεσμοθετήσει, να μονιμοποιήσει και να διεθνοποιήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως επίσημο κρατικό δόγμα αναθεώρησης της θαλάσσιας τάξης στην περιοχή.

 

Το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης για τις θαλάσσιες ζώνες δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική νομοθετική πρωτοβουλία. Αποτελεί εργαλείο στρατηγικής πίεσης, νομικού αναθεωρητισμού και γεωπολιτικής επιβολής. Στόχος της Άγκυρας είναι να δημιουργήσει τετελεσμένα όχι μόνο απέναντι στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και εντός των ίδιων των δομών του ΝΑΤΟ.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η Τουρκία επιδιώκει να φτάσει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο έχοντας ήδη θεσμοθετήσει το νέο της θαλάσσιο αφήγημα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να επηρεάσει επιχειρησιακούς χάρτες, σχεδιασμούς διοίκησης και αντιλήψεις ασφαλείας εντός της Συμμαχίας, ιδιαίτερα σε νέες νατοϊκές δομές που σχεδιάζονται στην Κωνσταντινούπολη και στα Άδανα.

 

Η Τουρκία, η επερχόμενη σύνοδος του ΝΑΤΟ και τα F-35

 

Εδώ ακριβώς αναδύεται το πραγματικό στρατηγικό δίλημμα για την Ελλάδα.

Θα συνεχίσει η Αθήνα να λειτουργεί ως «δεδομένος σύμμαχος», αποφεύγοντας οποιαδήποτε σύγκρουση στο εσωτερικό της Συμμαχίας ακόμη και όταν αμφισβητούνται ευθέως κυριαρχικά της δικαιώματα; Ή θα χρησιμοποιήσει επιτέλους τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτει για να επιβάλει πολιτικό και στρατηγικό κόστος στην τουρκική αναθεωρητική συμπεριφορά;

Η συζήτηση περί άσκησης βέτο από ελληνικής πλευράς δεν είναι ακραία επιλογή. Είναι πράξη εθνικής αυτοπροστασίας.

Εάν το ΝΑΤΟ αποδεχθεί επιχειρησιακές δομές, σχεδιασμούς ή χαρτογραφήσεις που ενσωματώνουν έστω εμμέσως τουρκικές μονομερείς ερμηνείες περί θαλάσσιων ζωνών, τότε η Ελλάδα δεν μπορεί να συναινέσει στο όνομα μιας αφηρημένης «συμμαχικής συνοχής».

Καμία συμμαχία δεν μπορεί να απαιτεί από κράτος-μέλος να αποδέχεται την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του για να μην «διαταραχθεί η ενότητα». Διότι τότε η συνοχή μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης εις βάρος των ίδιων των μελών της.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα οφείλει να ξεκαθαρίσει ότι χωρίς σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις πλήρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών και της μη ενσωμάτωσης τουρκικών αναθεωρητικών χαρτών σε νατοϊκές δομές, διατηρεί απολύτως το δικαίωμα άσκησης βέτο.

Το βέτο δεν αποτελεί επιθετική πράξη.

Είναι θεσμικό εργαλείο άμυνας.

Ταυτόχρονα όμως, η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει έναν εξίσου σοβαρό στρατηγικό κίνδυνο. Να μετατρέψει τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα σε «εργαλεία αντίδρασης» απέναντι στις τουρκικές κινήσεις.

Τις τελευταίες εβδομάδες διατυπώνονται από διάφορες πλευρές απόψεις ότι η Αθήνα θα έπρεπε να απειλήσει την Τουρκία με οριοθέτηση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια εάν τελικά ψηφιστεί ο τουρκικός νόμος περί θαλάσσιων ζωνών.

Η λογική αυτή εκτιμάται ότι είναι βαθιά λανθασμένη.

Η οριοθέτηση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως «αντίποινα», «διαπραγματευτικό χαρτί» ή «εργαλείο πίεσης». Πρόκειται για αυτοτελές και πλήρως κατοχυρωμένο κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας, που απορρέει από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Εάν η Ελλάδα συνδέσει αυτό το δικαίωμα με τουρκικές προκλήσεις, κινδυνεύει να δημιουργήσει η ίδια την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει την επέκταση των χωρικών της υδάτων όχι ως αυτονόητη άσκηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά ως εργαλείο διαπραγμάτευσης ή αντίδρασης.

Αυτό ακριβώς επιδιώκει διαχρονικά η Άγκυρα. Να μετατρέψει κατοχυρωμένα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο σε «διμερείς διαφορές υπό συζήτηση». Η Ελλάδα δεν πρέπει να παγιδευτεί σε αυτή τη λογική. Εάν και όταν αποφασίσει να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, αυτό πρέπει να γίνει αποκλειστικά:

  • ως άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος,
  • ως εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου,
  • και ως έκφραση εθνικής κυριαρχίας.

Όχι ως απάντηση στην Τουρκία.

Όχι ως διαπραγματευτικό εργαλείο.

Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο πεδίο στο οποίο η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να κινηθεί άμεσα και αποφασιστικά. Αυτό είναι η ανακήρυξη και πλήρους ενεργοποίησης της Συνορεύουσας Ζώνης.

Η Συνορεύουσα Ζώνη, σύμφωνα με το άρθρο 33 της UNCLOS, παρέχει σε ένα παράκτιο κράτος αυξημένες δυνατότητες ελέγχου πέραν των χωρικών του υδάτων, σε θέματα:

  • ασφάλειας,
  • τελωνειακού ελέγχου,
  • λαθρεμπορίου,
  • παράνομης μετανάστευσης,
  • αλιείας,
  • προστασίας κρίσιμων υποδομών,
  • και επιτήρησης θαλάσσιας δραστηριότητας.

Σε μια περίοδο όπου η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει γκρίζες ζώνες κυριαρχίας και επιρροής, η ενεργοποίηση της Συνορεύουσας Ζώνης θα ενίσχυε ουσιαστικά την επιχειρησιακή παρουσία και το νομικό αποτύπωμα της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Πρόκειται για εργαλείο απολύτως συμβατό με το Διεθνές Δίκαιο και την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Και κυρίως, πρόκειται για μέτρο που δεν εγκλωβίζει την Ελλάδα στη λογική της κλιμάκωσης, αλλά ενισχύει την κυριαρχική της λειτουργία, τον έλεγχο του θαλάσσιου χώρου και την αποτρεπτική της αξιοπιστία.

Η Ελλάδα οφείλει να κατανοήσει ότι η σημερινή κρίση δεν αφορά μόνο χάρτες ή ενεργειακά κοιτάσματα. Αφορά τη σταδιακή μεταβολή της γεωπολιτικής πραγματικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο σκιώδης στρατός της Τουρκίας SADAT και η διευρυνόμενη γκρίζα ζώνη στο Αιγαίο

Η Τουρκία εφαρμόζει μια ολιστική στρατηγική που συνδυάζει:

  • στρατιωτική ισχύ,
  • νομικό αναθεωρητισμό,
  • διπλωματική πίεση,
  • εγχώρια αμυντική βιομηχανία,
  • και ψυχολογικές επιχειρήσεις.

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιπαρατάσσει σιωπή, διαχείριση εντυπώσεων ή φοβικά σύνδρομα κατευνασμού.

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο μπορεί να εξελιχθεί σε ιστορικό σημείο καμπής.

Ή η Ελλάδα θα υπενθυμίσει ότι παραμένει κυρίαρχο κράτος με αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα και στρατηγική βούληση υπεράσπισής τους ή θα επιτρέψει να παγιωθεί η αντίληψη ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» μπορεί σταδιακά να μετατραπεί από αναθεωρητικό αφήγημα σε επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Η γεωπολιτική διάβρωση δεν έρχεται πάντα με πόλεμο.

Συχνά έρχεται αργά, μέσα από:

  • τη νομική κανονικοποίηση τετελεσμένων,
  • τη διπλωματική κόπωση,
  • τη στρατηγική σιωπή,
  • και την αποδοχή μικρών υποχωρήσεων που μετατρέπονται τελικά σε μόνιμες στρατηγικές απώλειες.

Η Ελλάδα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια της αδράνειας. Ούτε στο ΝΑΤΟ. Ούτε στο Αιγαίο. Ούτε στην Ανατολική Μεσόγειο.

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!