Η σιωπηλή ήττα της Δύσης στο Ορμούζ και το ελληνικό στρατηγικό δίλημμα

Strait_of_Hormuz-svg-en.svg

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Το κεντρικό ερώτημα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι πλέον αν οι Ηνωμένες Πολιτείες πληρώνουν υπερβολικά υψηλό τίμημα για να επαναφέρουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο κρίσιμο. Τι συμβαίνει όταν ο κόσμος αποδέχεται ότι ένα κράτος μπορεί μονομερώς να επιβάλει όρους διέλευσης σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια στρατηγικά περάσματα του πλανήτη και το διεθνές σύστημα αρχίζει να προσαρμόζεται σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;

Διότι αυτό ακριβώς φαίνεται πως πέτυχε το Ιράν.

Για μήνες, η διεθνής κοινότητα επικεντρώθηκε στη στρατιωτική διάσταση της κρίσης, όπως προσβολές με πυραύλους, ναυτικές επιχειρήσεις, επιθέσεις με drones, κυρώσεις και διαπραγματεύσεις. Όμως πίσω από τη φανερή σύγκρουση, η Τεχεράνη οικοδομούσε κάτι στρατηγικά σημαντικότερο, τη σταδιακή κανονικοποίηση του ελέγχου.

Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) δεν απείλησαν απλώς τα Στενά του Ορμούζ. Δημιούργησαν ένα επιχειρησιακό καθεστώς πρόσβασης γύρω από αυτά.

Καθορίστηκαν διαδικασίες συντονισμού. Δημιουργήθηκαν εγκεκριμένοι θαλάσσιοι διάδρομοι. Οι όροι πρόσβασης διαφοροποιήθηκαν ανάλογα με τη σημαία και την πολιτική ευθυγράμμιση κάθε πλοίου. Η Ρωσία, η Κίνα και το Πακιστάν συνέχισαν εμπορικές δραστηριότητες υπό αυτό το πλαίσιο, ενώ πολλοί δυτικοί ναυτιλιακοί φορείς ανέστειλαν τη διέλευση ή αναγκάστηκαν να συντονίζονται μέσω διαμεσολαβητών που συνδέονται με το IRGC.

Στην πράξη, το Ιράν μετέτρεψε το Στενό από διεθνή θαλάσσιο διάδρομο σε ελεγχόμενη πύλη διέλευσης. Και αυτή η διάκριση έχει τεράστια σημασία.

Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), η διέλευση μέσω διεθνών στενών αποτελεί δικαίωμα όλων των κρατών και δεν υπόκειται στην έγκριση του παράκτιου κράτους. Όμως η στρατηγική πραγματικότητα και η νομική θεωρία παύουν πλέον να ταυτίζονται.

 

Κάθε πλοίο που ζητά άδεια από το IRGC πριν περάσει από το Ορμούζ ενισχύει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο. Ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας μπορεί να μετατραπεί σε προνόμιο υπό πολιτική άδεια.

Έτσι δημιουργούνται σήμερα τα γεωπολιτικά τετελεσμένα, όχι απαραίτητα μέσω επίσημων ανακοινώσεων ή προσάρτησης εδαφών, αλλά μέσω της σταδιακής επιχειρησιακής κανονικοποίησης. Και όταν αυτή η κανονικοποίηση παγιωθεί, η ανατροπή της γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Όσο ασφαλιστικές εταιρείες, ναυτιλιακοί οργανισμοί και κράτη προσαρμόζονται σε αυτό το νέο πλαίσιο, τόσο περισσότερο το διεθνές σύστημα το εσωτερικεύει ως τη νέα κανονικότητα.

Γι’ αυτό οι σημερινές διαπραγματεύσεις ξεπερνούν κατά πολύ το ίδιο το Ιράν.

Το διακύβευμα δεν είναι πλέον απλώς το άνοιγμα του Ορμούζ. Είναι αν η διεθνής κοινότητα είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί την αρχή ότι οι στρατηγικές θαλάσσιες οδοί δεν μπορούν να μετατραπούν σε εργαλεία επιλεκτικής κυριαρχίας και οικονομικού εξαναγκασμού. Διότι αν αυτό το προηγούμενο παγιωθεί στο Ορμούζ, δεν θα περιοριστεί εκεί.

Κάθε θαλάσσιο στρατηγικό πέρασμα γίνεται πιο ευάλωτο όταν ο εξαναγκαστικός έλεγχος αποδεικνύεται αποτελεσματικός. Αυτό που αναδύεται είναι αυτό που πιθανόν θα καθορίσει τη νέα εποχή της γεωπολιτικής.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ναυτική ισχύς δεν αφορά πλέον μόνο τον έλεγχο της θάλασσας με την παραδοσιακή στρατιωτική έννοια. Αφορά τη διατήρηση της ακεραιότητας του ίδιου του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η στρατηγική αφύπνιση των ναυτικών κρατών αλλά και της διεθνούς κοινότητας.

Για δεκαετίες, η διεθνής στρατηγική σκέψη θεωρούσε δεδομένο ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας διασφαλιζόταν από το Πολεμικό Ναυτικό και τη μεταψυχροπολεμική διεθνή τάξη. Η κρίση του Ορμούζ αποδεικνύει πόσο εύθραυστη έχει γίνει αυτή η παραδοχή.

Ακόμη και η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή δυσκολεύεται να αποκαταστήσει πλήρως την αποτροπή όταν οι αντίπαλοι συνδυάζουν γεωγραφία, drones, πυραύλους, δίκτυα πληρεξουσίων, κυβερνοεπιθέσεις και οικονομική αλληλεξάρτηση σε μια ενιαία στρατηγική εξαναγκασμού.

Το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο αλλά αναπόφευκτο. Η θαλάσσια ισχύς σήμερα δεν μετριέται μόνο με αριθμό πλοίων ή προηγμένα οπλικά συστήματα. Μετριέται με αντοχή, βιομηχανική ανθεκτικότητα, διαρκή ναυτική παρουσία, συνοχή συμμαχιών και πολιτική βούληση υπεράσπισης των διεθνών κανόνων σε βάθος χρόνου.

Για την Ελλάδα, αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική.

Ως μία από τις σημαντικότερες ναυτιλιακές δυνάμεις του κόσμου, η Ελλάδα εξαρτάται άμεσα από την απρόσκοπτη λειτουργία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας. Η ελληνική ναυτιλία, οι ενεργειακές ροές και η εμπορική συνδεσιμότητα εξαρτώνται από τη σταθερότητα στρατηγικών θαλάσσιων διαδρόμων που εκτείνονται από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τη Μεσόγειο.

Ένας κόσμος όπου η πρόσβαση σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα γίνεται υπό όρους, πολιτικοποιείται ή περιορίζεται επιλεκτικά, είναι ένας κόσμος που απειλεί άμεσα την ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομική ασφάλεια.

Γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει τη θαλάσσια ασφάλεια όχι ως περιφερειακό ζήτημα, αλλά ως βασικό πυλώνα εθνικής στρατηγικής.

Το Πολεμικό Ναυτικό, η συμμαχική ναυτική ολοκλήρωση, η αμυντική βιομηχανική ανθεκτικότητα και η διαρκής ναυτική ετοιμότητα δεν αποτελούν πλέον προαιρετικές στρατηγικές πολυτέλειες. Είναι αναγκαίες προϋποθέσεις επιβίωσης σε ένα κατακερματισμένο διεθνές περιβάλλον όπου η διάκριση ανάμεσα στον οικονομικό ανταγωνισμό και τον στρατηγικό εξαναγκασμό εξαφανίζεται ταχύτατα.

Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η στρατιωτική κλιμάκωση. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η σταδιακή κανονικοποίηση. Διότι όταν ο κόσμος αρχίσει σιωπηρά να αποδέχεται καθεστώτα ελεγχόμενης πρόσβασης σε διεθνείς θαλάσσιες οδούς, τότε η ανατροπή τους γίνεται εκθετικά δυσκολότερη.

Τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν πλέον απλώς μια περιφερειακή κρίση. Μετατρέπονται σε δοκιμασία για το αν η διεθνής ναυτική τάξη βασισμένη σε κανόνες εξακολουθεί να διαθέτει δυνάμεις πρόθυμες να την υπερασπιστούν.

Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του Κόλπου, αλλά και το μέλλον της παγκόσμιας θαλάσσιας ασφάλειας.

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS)και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!