Η Κατάρρευση της Εκεχειρίας και η Επιστροφή της Κλιμάκωσης
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, η οποία εξαρχής στηριζόταν σε ασταθείς πολιτικές και στρατηγικές παραδοχές, εμφανίζει πλέον σαφή σημάδια αποσύνθεσης. Όχι απαραίτητα επειδή οι δύο πλευρές επιθυμούν άμεση επιστροφή στον πόλεμο, αλλά επειδή η σύγκρουση ποτέ δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στις διμερείς σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Όσα παρουσιάστηκαν ως προπομπός αποκλιμάκωσης φαίνεται να μετατρέπονται σταδιακά σε μια σύντομη παύση πριν από έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης. Έτσι οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν μια διαχρονική πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων, ότι οι εκεχειρίες που δεν αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα στρατηγικά αίτια μιας σύγκρουσης σπάνια διαρκούν.
Στη Μέση Ανατολή, κάθε κρίση είναι μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος. Το βασικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Τεχεράνης. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε δύο πρωταγωνιστές. Η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής είναι πολύ πιο σύνθετη, με πολλαπλούς δρώντες να επηρεάζουν τις εξελίξεις και να διαθέτουν αυτόνομες στρατηγικές επιδιώξεις.
Το Ισραήλ, η Χεζμπολάχ, ο Λίβανος, οι μοναρχίες του Κόλπου, ακόμη και οι μεγάλες δυνάμεις εκτός περιοχής, αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την ισορροπία. Επομένως, οποιαδήποτε εκεχειρία που δεν λαμβάνει υπόψη αυτό το πλέγμα αλληλεξαρτήσεων είναι εκ φύσεως ασταθής.

Το Ισραήλ αποτελεί το σημαντικότερο από αυτούς τους παράγοντες
Παρά τις αμερικανοϊρανικές διαπραγματεύσεις, το Τελ Αβίβ ουδέποτε έκρυψε ότι δεν προτίθεται να περιορίσει την ελευθερία των στρατιωτικών του επιλογών. Οι πρόσφατες επιχειρήσεις βαθιά στο έδαφος του Λιβάνου, πέραν του ποταμού Λιτάνι, επιβεβαιώνουν ότι η ισραηλινή ηγεσία εξακολουθεί να θεωρεί την εξουδετέρωση των περιφερειακών δικτύων επιρροής του Ιράν ως στρατηγική προτεραιότητα ανεξάρτητα από τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον.
Για την Τεχεράνη, όμως, ο Λίβανος δεν αποτελεί ξεχωριστό μέτωπο. Η Χεζμπολάχ παραμένει βασικός πυλώνας της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Ως εκ τούτου, κάθε στρατιωτική πίεση που ασκείται στον Λίβανο εκλαμβάνεται από το Ιράν ως άμεση πρόκληση προς τα δικά του συμφέροντα ασφαλείας.
Αυτό ακριβώς το σημείο ανέδειξε τα όρια της αμερικανικής διπλωματίας. Από στρατηγική σκοπιά, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η εκεχειρία θα καταρρεύσει σήμερα ή σε λίγες εβδομάδες. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που θα απέτρεπαν την επόμενη κρίση. Μέχρι στιγμής, η απάντηση φαίνεται αρνητική.
Η Ουάσιγκτον διαπραγματεύθηκε μια εκεχειρία με την Τεχεράνη, χωρίς όμως να εξασφαλίσει έναν μηχανισμό ελέγχου των περιφερειακών παραμέτρων που επηρεάζουν τη βιωσιμότητά της. Με άλλα λόγια, επιδίωξε να σταθεροποιήσει το κεντρικό μέτωπο αφήνοντας ανοιχτές τις περιφερειακές εστίες έντασης που τροφοδοτούν τη σύγκρουση.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο στρατηγικό ζήτημα, αυτό της περιορισμένης δυνατότητας της αμερικανικής ηγεσίας να επηρεάσει τις αποφάσεις ακόμη και στενών συμμάχων όταν οι εθνικές τους προτεραιότητες αποκλίνουν από τις αμερικανικές επιδιώξεις.
Παράλληλα, τα επεισόδια στα Στενά του Ορμούζ επιβεβαιώνουν ότι η ασφάλεια των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Ανεξαρτήτως του ποιος ευθύνεται για κάθε μεμονωμένο περιστατικό, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η στρατηγική αβεβαιότητα επανέρχεται δυναμικά στο σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη.
Για τη διεθνή ναυτιλία και την παγκόσμια οικονομία, η διάκριση μεταξύ επίσημου πολέμου και ατελούς εκεχειρίας αποκτά ολοένα μικρότερη σημασία όταν η απειλή κατά των θαλάσσιων μεταφορών παραμένει ενεργή.
Το Ιράν διατηρεί σημαντικό μέρος των στρατιωτικών του δυνατοτήτων. Οι περιφερειακοί του εταίροι εξακολουθούν να υφίστανται. Οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας παραμένουν ευάλωτες. Και το Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο στρατηγικό μοχλό πίεσης της Τεχεράνης.
Γι’ αυτό η κρίση δεν μπορεί να αναλυθεί μόνο μέσα από το πρίσμα της στρατιωτικής ισχύος. Πρόκειται για μια αναμέτρηση πολιτικής βούλησης, οικονομικής αντοχής και στρατηγικής υπομονής. Κάθε περιστατικό στη θάλασσα, κάθε πλήγμα σε περιφερειακούς στόχους και κάθε επεισόδιο που αυξάνει την ένταση δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία δοκιμής ορίων, όπου όλες οι πλευρές επιχειρούν να μετρήσουν την αποφασιστικότητα των αντιπάλων τους χωρίς να προκαλέσουν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Όπως έχουμε επισημάνει επανειλημμένα, η θαλάσσια ασφάλεια αποτελεί θεμέλιο της διεθνούς σταθερότητας. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι ζήτημα περιφερειακής πολιτικής αλλά παγκόσμιας τάξης. Εάν αμφισβητηθεί στο Ορμούζ, οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές πολύ πέρα από τον Περσικό Κόλπο.
Συμπεράσματα
Η πραγματική πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι η επίτευξη μιας ακόμη προσωρινής παύσης των εχθροπραξιών. Είναι η οικοδόμηση ενός πλαισίου αποτροπής, διπλωματίας και συλλογικής ασφάλειας που θα καταστήσει λιγότερο πιθανή την επόμενη σύγκρουση. Διότι μια εκεχειρία μπορεί να σταματήσει προσωρινά τα πυρά. Δεν αρκεί όμως για να σταματήσει την ιστορία. Και στη σημερινή Μέση Ανατολή, η ιστορία εξακολουθεί να κινείται πολύ πιο γρήγορα από τη διπλωματία.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η κατάρρευση της εκεχειρίας δεν συνοδεύεται από κάποιο αξιόπιστο εναλλακτικό πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης. Η προοπτική μιας μόνιμης πολιτικής συμφωνίας απομακρύνεται, ενώ οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων περιορίζονται.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι η ειρήνη αλλά η σταδιακή επιστροφή στην κλιμάκωση. Η ιστορία των περιφερειακών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή διδάσκει ότι οι εκεχειρίες οι οποίες δεν συνοδεύονται από σαφή στρατηγική σύγκλιση συνήθως λειτουργούν ως προσωρινές αναστολές των εχθροπραξιών και όχι ως αφετηρία μιας διαρκούς ειρήνης.
Σήμερα, όλα δείχνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν και το Ισραήλ βρίσκονται και πάλι μπροστά σε μια επικίνδυνη κλίμακα κλιμάκωσης. Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η κρίση θα επανέλθει, αλλά σε ποια μορφή, με ποια ένταση και με ποιο κόστος για τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και της διεθνούς τάξης ασφαλείας.
Για τις ναυτικές δυνάμεις της Δύσης, για το ΝΑΤΟ και για τα κράτη που εξαρτώνται από την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, η κρίση αυτή αποτελεί υπενθύμιση ότι η στρατηγική σταθερότητα δεν επιτυγχάνεται μόνο με στρατιωτική ισχύ. Απαιτεί πολιτική βούληση, αξιόπιστη αποτροπή και, κυρίως, μια διπλωματία ικανή να αντιμετωπίζει όχι μόνο τα συμπτώματα αλλά και τις βαθύτερες αιτίες των συγκρούσεων.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).