Το Στενό του Ορμούζ ως κέντρο βάρους της κρίσης

Strait_of_Hormuz-svg-en.svg

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Τα πρόσφατα αμερικανικά πλήγματα εναντίον ιρανικών στόχων στην περιοχή του Στενού του Ορμούζ μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται ως τακτικές απαντήσεις σε συγκεκριμένες προκλήσεις. Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτουν κάτι πολύ σημαντικότερο. Αποκαλύπτουν μια σταδιακή μετάβαση από τη διαχείριση της κρίσης στην άσκηση εξαναγκαστικής πίεσης, με στόχο τη μεταβολή των στρατηγικών υπολογισμών της Τεχεράνης.

Η κατάρριψη αμερικανικού στρατιωτικού ελικοπτέρου δημιούργησε μια κατάσταση που η Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αγνοήσει. Καμία μεγάλη δύναμη δεν μπορεί να αφήσει αναπάντητη μια άμεση επίθεση εναντίον των ενόπλων δυνάμεών της χωρίς να διακινδυνεύσει την αξιοπιστία της και να υπονομεύσει την αποτρεπτική αξία της στρατιωτικής της παρουσίας.

Ωστόσο, τα επακόλουθα πλήγματα και η ολοένα πιο αυστηρή ρητορική του Προέδρου Τραμπ δείχνουν ότι ο στόχος υπερβαίνει την απλή ανταπόδοση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να αποκαταστήσουν την αποτροπή, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτό τον δρόμο προς μια πολιτική και διπλωματική διευθέτηση.

Αυτή η διττή προσέγγιση αντανακλά μια θεμελιώδη πραγματικότητα της παρούσας κρίσης. Ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη φαίνεται να επιδιώκουν έναν γενικευμένο περιφερειακό πόλεμο. Και οι δύο, όμως, συμμετέχουν σε μια αναμέτρηση που αποσκοπεί στη βελτίωση της διαπραγματευτικής τους θέσης.

Το κέντρο βάρους αυτής της αντιπαράθεσης δεν είναι η Τεχεράνη. Δεν είναι η Ιερουσαλήμ. Δεν είναι καν το πυρηνικό πρόγραμμα. Είναι το Στενό του Ορμούζ.

Για δεκαετίες, το Ορμούζ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαύλους του πλανήτη. Ένα μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας και του διεθνούς εμπορίου διέρχεται από αυτό το στενό πέρασμα. Κάθε διαταραχή του έχει άμεσες επιπτώσεις στις αγορές, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στη διεθνή στρατηγική σταθερότητα.

Γι’ αυτό και η κρίση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη περιφερειακή διαφορά. Πρόκειται για μια πρόκληση απέναντι στην ακεραιότητα του διεθνούς ναυτικού συστήματος. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι απλώς μια νομική αρχή. Είναι ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.

Εάν η διεθνής κοινότητα αποδεχθεί ότι ένα κράτος μπορεί να απειλεί ή να περιορίζει τη διέλευση από έναν κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο κάθε φορά που επιδιώκει πολιτικά ανταλλάγματα, τότε οι συνέπειες θα ξεπεράσουν κατά πολύ τον Περσικό Κόλπο.

Θα επηρεάσουν την Ερυθρά Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Νότια Σινική Θάλασσα και κάθε στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα όπου αμφισβητείται η διεθνής τάξη. Το διακύβευμα, συνεπώς, υπερβαίνει το Ιράν. Αυτό που δοκιμάζεται είναι η ανθεκτικότητα της διεθνούς ναυτικής τάξης που βασίζεται σε κανόνες. Από αυτή την οπτική, ο αμερικανικός στόχος γίνεται σαφέστερος.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποδείξει ότι η εμπορική ναυτιλία μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ότι οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας μπορούν να προστατευθούν και ότι ο εξαναγκασμός μέσω απειλών κατά των διεθνών θαλάσσιων οδών δεν θα αποδώσει.

Η παρουσία αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, αεροπορικών μέσων, συστημάτων επιτήρησης και επιχειρήσεων θαλάσσιας ασφάλειας υπηρετεί ακριβώς αυτόν τον σκοπό.

Την ίδια στιγμή, το Ιράν ακολουθεί τη δική του στρατηγική. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Διατηρώντας ελεγχόμενη πίεση και αποφεύγοντας ενέργειες που θα προκαλούσαν συντριπτική αμερικανική απάντηση, επιδιώκει να αυξήσει το κόστος για τους αντιπάλους της, να παρατείνει την αβεβαιότητα και να δοκιμάσει την πολιτική αντοχή τους. Δεν πρόκειται για μια συμβατική στρατιωτική αναμέτρηση. Πρόκειται για μια αναμέτρηση διαχείρισης κλιμάκωσης.

Και οι δύο πλευρές προσπαθούν να ασκήσουν πίεση χωρίς να περάσουν το κατώφλι ενός ευρύτερου πολέμου.

Η ιστορία διδάσκει ότι αυτή είναι συχνά η πιο επικίνδυνη φάση κάθε κρίσης. Όταν πολεμικά πλοία, αεροσκάφη, συστήματα πυραύλων, μη επανδρωμένα μέσα, δυνάμεις πληρεξουσίων και πολιτικά μηνύματα λειτουργούν ταυτόχρονα σε έναν περιορισμένο επιχειρησιακό χώρο, ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών αυξάνεται δραματικά. Ένα και μόνο τακτικό περιστατικό μπορεί να παράγει στρατηγικές συνέπειες.

Γι’ αυτό η αποτροπή πρέπει να παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διπλωματία. Η στρατιωτική πίεση χωρίς πολιτικό σκοπό μετατρέπεται σε πόλεμο φθοράς. Η διπλωματία χωρίς αξιόπιστη αποτροπή μετατρέπεται σε ευσεβή πόθο. Η πρόκληση για την Ουάσιγκτον είναι να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ των δύο.

Ο Πρόεδρος Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι χρειάζεται ένα απτό αποτέλεσμα που θα μπορεί να παρουσιαστεί ως στρατηγική επιτυχία, όπως για παράδειγμα τον περιορισμό των ιρανικών δυνατοτήτων, σταθερότητα στο Στενό του Ορμούζ και απόδειξη ότι η πίεση μπορεί να παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Η επίτευξη αυτών των στόχων, όμως, απαιτεί πειθαρχία.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι η αδυναμία. Είναι η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Οι αναφορές ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει την εμπλοκή και άλλων περιφερειακών δρώντων συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών συγκράτησης ενεργειών που θα μπορούσαν να διευρύνουν τη σύγκρουση υποδηλώνουν ότι υπάρχει επίγνωση του κινδύνου.

Διότι όταν πολλαπλοί παράγοντες αρχίσουν να λειτουργούν βάσει των δικών τους χρονοδιαγραμμάτων και συμφερόντων, η διαχείριση της κρίσης καθίσταται εκθετικά δυσκολότερη.

Η στρατηγική επιταγή παραμένει σαφής:

  • Διατήρηση της θαλάσσιας ασφάλειας.
  • Προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.
  • Διατήρηση αξιόπιστης αποτροπής.
  • Διατήρηση ανοικτών διπλωματικών διαύλων.

Και πάνω απ’ όλα:

Να μην επιτραπεί σε τακτικά περιστατικά να καθορίσουν στρατηγικές αποφάσεις.

Συμπέρασμα

Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό πέρασμα. Είναι το κέντρο βάρους της παρούσας κρίσης και ταυτόχρονα μια δοκιμασία για το κατά πόσο οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν ακόμη να ελέγχουν την κλιμάκωση σε ένα ολοένα πιο κατακερματισμένο διεθνές σύστημα.

Το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί από το ποιος μπορεί να πλήξει ισχυρότερα. Θα κριθεί από το ποιος μπορεί να συνδυάσει αποτελεσματικότερα τη στρατιωτική ισχύ, τη στρατηγική υπομονή και την πολιτική κρίση.

Διότι, τελικά, το πραγματικό μέτρο της ισχύος δεν είναι η ικανότητα κλιμάκωσης. Είναι η ικανότητα ελέγχου της κλιμάκωσης, διατηρώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις για την ειρήνη.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS)και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!