Το παράδοξο των 60 ημερών: Πώς οι Εγχώριες Ελίτ θα διαμορφώνουν το μέλλον της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν

hand-moving-transparent-chess-pieces_23-2148198808

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε την Κυριακή μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν τερματίζει τον πόλεμο. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός 60 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα γίνει διαπραγμάτευση για τα κύρια ζητήματα του πολέμου.

Υπάρχουν δύο διαστάσεις που θα καθορίσουν την επιτυχία αυτών των διαπραγματεύσεων:

  • Η μία είναι η ικανότητα των δύο πλευρών να καταλήξουν σε συμβιβασμό.

  • Η άλλη είναι η προθυμία της κοινής γνώμης γενικά, καθώς και συγκεκριμένων παρατάξεων εντός της κάθε χώρας, να επαναλάβουν τον πόλεμο εάν οι συνομιλίες αποτύχουν.

Ο βαθμός της εθνικής αλληλεγγύης όσον αφορά έναν πόλεμο επηρεάζει πάντα το αποτέλεσμα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι θεμελιώδης.

Τρία έθνη εμπλέκονται σε αυτόν τον πόλεμο: οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν και το Ισραήλ. Οι διαπραγματεύσεις κατά τη διάρκεια της κατάπαυσης του πυρός θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική πολιτική σκηνή, καθώς κάθε έθνος παρουσιάζει εσωτερικές διαιρέσεις, οι οποίες είναι διαφορετικής φύσης και δείχνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Η εσωτερική κατάσταση 

1. Ηνωμένες Πολιτείες

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διαφωνία σχετικά με τη σκοπιμότητα του πολέμου και το οικονομικό τίμημα που καταβάλλεται είναι σημαντική. Η δικαιολόγηση του πολέμου βασίστηκε στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ωστόσο, πολλοί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είδαν τον πόλεμο ως παραβίαση των αρχών με τις οποίες πολιτεύτηκε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στην προεκλογική του εκστρατεία – συγκεκριμένα, την υπόσχεση «όχι πια άλλοι ατέρμονοι πόλεμοι», σαν αυτούς που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ τα τελευταία 80 χρόνια. Άλλοι Ρεπουμπλικάνοι συμφωνούσαν ότι ο πόλεμος άξιζε τον κόπο προκειμένου να αποτραπεί το Ιράν από το να γίνει πυρηνική δύναμη.

Οι Δημοκρατικοί αντιτάχθηκαν στον πόλεμο ουσιαστικά λόγω της αποστροφής τους προς τον Τραμπ. Ορισμένοι από τους επικριτές του πολέμου και στα δύο κόμματα πίστευαν ότι αυτός δεν εξυπηρετούσε το αμερικανικό συμφέρον, αλλά διεξαγόταν λόγω της ισραηλινής επιρροής στον Τραμπ. Επιπλέον, πολλοί έγιναν εχθρικοί προς τον πόλεμο όταν άρχισε να γίνεται αισθητό το οικονομικό κόστος, και συγκεκριμένα η άνοδος των τιμών του πετρελαίου. Σε αυτό το σημείο, με τις λεπτομέρειες του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν –τον βασικό λόγο που δόθηκε για τον πόλεμο– να βρίσκονται ακόμη υπό διαπραγμάτευση, και με την πίεση της κοινής γνώμης προς τον Τραμπ καθώς και τις απειλές για τον έλεγχο του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικάνους, ο πρόεδρος βρίσκεται σε δύσκολη διαπραγματευτική θέση.

2. Ισραήλ

Στο Ισραήλ, ο πόλεμος διεξήχθη για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η απειλή της πυρηνικής ισχύος του Ιράν. Ο άλλος ήταν η υποστήριξη και χρηματοδότηση από το Ιράν μη κρατικών ισλαμιστικών δυνάμεων, κυρίως της Χεζμπολάχ. Επομένως, ο στόχος του Ισραήλ στον πόλεμο ήταν να επιφέρει την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Τον Οκτώβριο του 2024, το Ισραήλ εισέβαλε στον Λίβανο, όπου είναι ανεπτυγμένες μεγάλες δυνάμεις της Χεζμπολάχ, σε μια προσπάθεια να καταστρέψει την οργάνωση.

Η κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν καλύπτει και τον Λίβανο, κάτι που οι Ισραηλινοί αρνούνται να αποδεχθούν μέχρι στιγμής, δεδομένου ότι ο Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί τη Χεζμπολάχ θεμελιώδη απειλή για το Ισραήλ. Αυτό έχει οδηγήσει σε ένα πιθανό ρήγμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενόψει των επικείμενων διαπραγματεύσεων. Για το Ισραήλ, η απώλεια της αμερικανικής υποστήριξης θα ήταν επικίνδυνη, αν όχι καταστροφική, αλλά το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον πρόωρο τερματισμό του πολέμου με τη Χεζμπολάχ. Υπάρχει ήδη σημαντική αντιπολίτευση στο Ισραήλ κατά του Νετανιάχου, και η πιθανότητα να διακινδυνεύσει μια σοβαρή ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εχθρότητα. Αυτό φέρνει τον Νετανιάχου σε δεινή θέση, η οποία θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της πολιτικής του καριέρας.

3. Ιράν

Το ίδιο το Ιράν βρίσκεται σε δύσκολη εσωτερική κατάσταση. Οι μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις πριν από την έναρξη του πολέμου αποκάλυψαν σημαντική και ευρεία εχθρότητα προς την κυβέρνηση. Η πραγματική κυβέρνηση του Ιράν είναι το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), το οποίο κατέστειλε βίαια τους διαδηλωτές.

Τώρα, όμως, το ίδιο το IRGC φαίνεται σημαντικά διχασμένο ανάμεσα σε εκείνους που είναι πρόθυμοι να καταλήξουν σε οποιαδήποτε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο περιορισμένη κι αν είναι, και σε εκείνους που βλέπουν κάτι τέτοιο ως προδοσία των θεμελιωδών αρχών που τους καθοδηγούν. Είναι πιο δύσκολο να διακρίνει κανείς τη σχετική ισχύ αυτών των δύο φραξιών απ’ ό,τι τις διαιρέσεις στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά οι φράξιες αυτές υπάρχουν, καθώς η πλευρά που κατέστειλε τις διαδηλώσεις έχει σαφώς διαφορετικές αξίες από εκείνη που είναι πρόθυμη να καταλήξει σε κατάπαυση του πυρός με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να διαπραγματευτεί.

Γεωπολιτική αναγκαιότητα εναντίον εσωτερικής πολιτικής

Σε συγκρούσεις όπου ο πληθυσμός είναι βαθιά διχασμένος, η ικανότητα συνέχισης του πολέμου είναι περιορισμένη. Αυτή τη στιγμή, φαίνεται ότι και τα τρία εμπόλεμα έθνη έχουν βαθιές πολιτικές διαιρέσεις. Επομένως, η γεωπολιτική διάσταση –η δύναμη που ωθεί τα έθνη να κάνουν πολέμους και να τους τερματίζουν– έρχεται αντιμέτωπη και στις τρεις χώρες με ισχυρές εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν τα γεωπολιτικά δεδομένα.

  • Είναι η απαίτηση των ΗΠΑ για τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν –μια γεωπολιτική επιταγή– ισχυρότερη από την εσωτερική πολιτική πραγματικότητα;

  • Είναι η γεωπολιτική ανάγκη του Ισραήλ να καταστρέψει τη Χεζμπολάχ μεγαλύτερη από τη γεωπολιτική του ανάγκη για στενούς δεσμούς με την Αμερική, και ποιο από τα δύο είναι πιο σημαντικό για τους πολίτες του;

  • Μήπως η γεωπολιτική ανάγκη του Ιράν να είναι πιο ασφαλές ως πυρηνική δύναμη βαρύνει περισσότερο από τις ιδεολογικές διαιρέσεις του έθνους –τόσο μεταξύ του IRGC και του πληθυσμού (που έχει δείξει την εχθρότητά του προς το καθεστώς), όσο και μεταξύ της φράξιας του IRGC που θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο και εκείνης που, φοβούμενη την ήττα, θέλει να τον τερματίσει;

Συμπέρασμα και προοπτικές

Μια γεωπολιτική ανάλυση αυτού του συγκεκριμένου πολέμου πρέπει να αντιμετωπίσει την πολιτική πραγματικότητα στο εσωτερικό κάθε έθνους. Η εσωτερική πολιτική θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές και τις στρατηγικές της κάθε χώρας. Στην προσπάθειά της να διαχειριστεί την εσωτερική διαφωνία, η κάθε πλευρά θα λέει πράγματα που θα αναγκάζουν τις άλλες δύο να απαντήσουν – μια δυναμική που υπονομεύει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο συμβιβασμός από όλες τις πλευρές είναι αδύνατος· ωστόσο, δεδομένης της δυναμικής και του απρόβλεπτου χαρακτήρα της πολιτικής διάστασης, μπορεί τελικά να οδηγήσει σε μια σταθερή λύση. Ενώ οι γεωπολιτικοί παράγοντες είναι πιο εύκολο να προβλεφθούν, τα πολιτικά αποτελέσματα είναι πιο αβέβαια, ειδικά από τη στιγμή που και οι τρεις χώρες είναι ολοένα και πιο διχασμένες πολιτικά.

Βρισκόμαστε σε μια παράξενη στιγμή, όπου οι ανάγκες και των τριών εθνών βρίσκονται σε ρευστότητα και η λήψη αποφάσεων διαμορφώνεται από την ασυμφωνία μεταξύ των αντίστοιχων ελίτ τους.

The Tension Between the Geopolitical and the Political in the Iran War by George Friedman

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!