Τα διδάγματα από  το Ορμούζ εκτείνονται από την Ασία έως την Ευρώπη

Main_maritime_shipping_routes

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

 

 

Η εξελισσόμενη αντιπαράθεση στα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη κρίση στη Μέση Ανατολή. Αποτελεί μια προειδοποίηση για το μέλλον της ίδιας της παγκοσμιοποίησης. Αυτό που παρακολουθούμε είναι η ανάδυση μιας «οικονομίας των στενών διαύλων» (chokepoint economy), ενός κόσμου όπου ο έλεγχος των στενών θαλάσσιων περασμάτων μετατρέπεται σε καθοριστικό εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος, οικονομικού εξαναγκασμού και στρατηγικού ανταγωνισμού.

Για δεκαετίες, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας θεωρούνταν ένα αυτονόητο και αόρατο θεμέλιο του διεθνούς εμπορίου. Η απρόσκοπτη διέλευση πλοίων από στρατηγικές θαλάσσιες οδούς αντιμετωπιζόταν ως δεδομένη και όχι ως κάτι που έπρεπε να προστατευθεί. Σήμερα, αυτή η παραδοχή αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το πιο άμεσο παράδειγμα. Περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου διέρχεται από αυτόν τον στενό διάδρομο που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον υπόλοιπο κόσμο. Η τρέχουσα αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν κατέδειξε πόσο γρήγορα μια περιφερειακή διαμάχη μπορεί να εξελιχθεί σε παγκόσμια οικονομική απειλή. Εκατοντάδες πλοία που αναμένουν έξω από τα στενά δεν αποτελούν απλώς μια υλικοτεχνική δυσκολία, αποτελούν μια ορατή υπενθύμιση του πόσο ευάλωτη παραμένει η παγκόσμια οικονομία απέναντι σε διαταραχές που συμβαίνουν σε λίγα μόνο κρίσιμα θαλάσσια σημεία.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν αρχίζει ούτε τελειώνει στο Ορμούζ.

Στα δυτικά, το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ έχει μετατραπεί σε ζώνη διαρκούς αστάθειας, όπου επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων έχουν διαταράξει μία από τις σημαντικότερες διαδρομές που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Στα ανατολικά βρίσκεται το Στενό του Μάλακκα, ο πλέον πολυσύχναστος θαλάσσιος διάδρομος του πλανήτη, μέσω του οποίου διέρχεται σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου. Καθοριστικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και μεγάλου μέρους της Νοτιοανατολικής Ασίας, το Μάλακκα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευπάθειες του διεθνούς εμπορικού συστήματος.

Πέρα από αυτά, υπάρχουν και άλλα στρατηγικά περάσματα, όπως τα Στενά της Ταϊβάν, το Στενό της Κορέας, τα Στενά των Δαρδανελίων, το Γιβραλτάρ, η Διώρυγα του Παναμά και τα Στενά της Δανίας. Καθένα από αυτά λειτουργεί ως ζωτική αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο. Καθένα θα μπορούσε να μετατραπεί σε σημείο πίεσης, διαταραχής ή αντιπαράθεσης σε μια μελλοντική κρίση.

Συλλογικά, αυτές οι θαλάσσιες οδοί αποτελούν τη φυσική υποδομή της παγκοσμιοποίησης. Η σημασία τους σημαίνει ότι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός διεξάγεται πλέον όχι μόνο μέσω στρατιωτικών αναπτύξεων και οικονομικών κυρώσεων, αλλά και μέσω του ελέγχου, του περιορισμού ή της εμπορευματοποίησης της πρόσβασης στις θαλάσσιες οδούς.

Για την Ασία, οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα βαθιές. Η περιοχή φιλοξενεί τις μεγαλύτερες οικονομίες εισαγωγής ενέργειας και μεταποίησης στον κόσμο, αλλά δεν διαθέτει ακόμη έναν θεσμοθετημένο συλλογικό μηχανισμό αφιερωμένο στην ενεργειακή ασφάλεια. Η πρόσφατη διαταραχή στο Ορμούζ ενίσχυσε έτσι τις εκκλήσεις για τη δημιουργία ενός Ασιατικού Συμφώνου Ενεργειακής Συνεργασίας, ενός θεσμικού πλαισίου που θα συντονίζει τη θαλάσσια ασφάλεια, τα στρατηγικά αποθέματα ενέργειας, την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη συνεργασία στην καθαρή ενέργεια.

Μια τέτοια πρωτοβουλία αναγνωρίζει την κρίσιμη πραγματικότητα, ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να διαχωριστεί από τη θαλάσσια ασφάλεια. Μια παρόμοια πρωτοβουλία είχαμε προτείνει και για τη Μεσόγειο με ανάλυση «Το σταυροδρόμι της Μεσογείου Ασφάλεια, Διπλωματία και το Μέλλον μιας Συμμαχικής Ναυτικής Δύναμης»

Η δυνατότητα εισαγωγής ενέργειας εξαρτάται από ασφαλείς θαλάσσιες οδούς. Τα στρατηγικά αποθέματα έχουν αξία μόνο εφόσον οι γραμμές μεταφοράς παραμένουν ανοικτές. Η οικονομική ανθεκτικότητα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την προστασία των στρατηγικών θαλάσσιων στενών.

Όμως τα διδάγματα του Ορμούζ δεν αφορούν μόνο την Ασία. Η Ευρώπη είναι εξίσου εκτεθειμένη στους κινδύνους της οικονομίας των στενών.

Η Διώρυγα του Σουέζ παραμένει αναντικατάστατη για το εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Το Στενό του Γιβραλτάρ αποτελεί την πύλη μεταξύ Ατλαντικού και Μεσογείου. Ο Βόσπορος και τα Δαρδανέλια συνδέουν τη Μαύρη Θάλασσα με τις παγκόσμιες αγορές. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή σε αυτούς τους διαδρόμους θα είχε άμεσες συνέπειες για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την ενεργειακή ασφάλεια.

Ως ναυτική χώρα, η Ελλάδα κατανοεί αυτή την πραγματικότητα καλύτερα από τις περισσότερες. Ο ελληνόκτητος στόλος παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους παγκοσμίως. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, της προσδίδει ιδιαίτερη στρατηγική αξία στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Ελλάδα, η σταθερότητα στη θάλασσα δεν αποτελεί μια αφηρημένη αρχή του διεθνούς δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής ευημερίας και εθνικής ασφάλειας.

Γι’ αυτό και η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει παθητικός παρατηρητής.

Η θαλάσσια ασφάλεια είναι αδιαίρετη. Μια απειλή κατά της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ μετατρέπεται τελικά σε απειλή για τον Πειραιά. Η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα δεν διακρίνει γεωγραφικές περιφέρειες. Μια διαταραχή σε ένα στρατηγικό πέρασμα αναπόφευκτα μεταδίδεται σε όλα τα υπόλοιπα.

Η απάντηση οφείλει επομένως να είναι συλλογική. Κανένα κράτος, ούτε καν οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν μπορεί να εγγυηθεί μόνο του την ασφάλεια όλων των κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων. Τα ευρωπαϊκά κράτη πρέπει να ενισχύσουν τις ναυτικές τους δυνατότητες, να επεκτείνουν την επίγνωση του θαλάσσιου πεδίου και να εμβαθύνουν τη διαλειτουργικότητα με συμμάχους και εταίρους. Συνοδείες εμπορικών πλοίων, επιχειρήσεις ναρκοπολέμου, αποστολές κατά της πειρατείας και κοινές ασκήσεις πρέπει να αποτελέσουν κεντρικά στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής προστασίας του διεθνούς εμπορίου.

Παράλληλα, το διεθνές νομικό πλαίσιο που διέπει τις θάλασσες πρέπει να προστατευθεί. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της διεθνούς θαλάσσιας τάξης. Οι αρχές της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της ελεύθερης διέλευσης αποτελούν το νομικό θεμέλιο ενός ανοικτού θαλάσσιου χώρου. Οι αρχές αυτές πρέπει να υποστηρίζονται όχι μόνο μέσω της διπλωματίας αλλά και μέσω αξιόπιστης παρουσίας και επιβολής τους στη θάλασσα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προσπάθεια αυτή. Η διατήρηση ενός παγκόσμια αναπτυσσόμενου ναυτικού, η προωθημένη παρουσία σε καίριες περιοχές και η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας με συμμάχους παραμένουν απαραίτητες για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής ασφάλειας πάνω στην οποία στηρίζεται το διεθνές εμπόριο. Ωστόσο, η κατανομή των βαρών είναι εξίσου σημαντική. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, ο Καναδάς και οι περιφερειακοί εταίροι οφείλουν να συμβάλουν πιο ενεργά στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών όταν αυτές απειλούνται.

Το δίδαγμα του Ορμούζ είναι σαφές. Η εποχή των αδιαμφισβήτητων και ανεμπόδιστων θαλάσσιων οδών έχει παρέλθει. Εισερχόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση στα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα μπορεί να περιορίζεται, να διαπραγματεύεται, να φορολογείται ή ακόμη και να εργαλειοποιείται.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, ο εφησυχασμός δεν αποτελεί επιλογή.

Η ασφάλεια των παγκόσμιων θαλάσσιων κοινών αγαθών πρέπει να διαφυλαχθεί ενεργά. Για την Ασία, αυτό σημαίνει τη δημιουργία μηχανισμών συλλογικής ενεργειακής και θαλάσσιας ανθεκτικότητας. Για την Ευρώπη, σημαίνει την αναγνώριση ότι οι μακρινές διαταραχές μετατρέπονται πολύ γρήγορα σε τοπικές κρίσεις. Και για ναυτικές χώρες όπως η Ελλάδα, σημαίνει την ανάληψη ενός ευρύτερου ρόλου στην προστασία των θαλάσσιων οδών που στηρίζουν το παγκόσμιο εμπόριο.

Η οικονομία των διαύλων ξεκινά από το Ορμούζ. Οι συνέπειές της όμως εκτείνονται πολύ πέρα από τον Περσικό Κόλπο. Φθάνουν σε ολόκληρη την Ασία, διασχίζουν τη Μεσόγειο και αγγίζουν την καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας. Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας δεν είναι απλώς να αντιμετωπίσουμε την επόμενη κρίση, αλλά να οικοδομήσουμε τους θεσμούς, τις συνεργασίες και τις δυνατότητες που θα αποτρέψουν τα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα από το να μετατραπούν σε μόνιμα εργαλεία γεωπολιτικού εξαναγκασμού.

 


Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα
 είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS)και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!