Η Ελλάδα χρειάζεται μια Στρατηγική Ανταγωνισμού για τη μακρά αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο
photo credit to: eutrophication&hypoxia (flickr) Satellite Image of the Mediterranean Sea Photo Credit: NASA
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Για δεκαετίες, η Ελλάδα αξιολογούσε την ασφάλειά της πρωτίστως μέσα από το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος με την Τουρκία. Η προσέγγιση αυτή εξακολουθεί να είναι αναγκαία, αλλά πλέον δεν είναι επαρκής. Ο στρατηγικός ανταγωνισμός που εξελίσσεται στην Ανατολική Μεσόγειο δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον αριθμό των πλοίων, των αεροσκαφών ή των πυραύλων. Πρόκειται για μια μακρόχρονη αναμέτρηση αντοχής, τεχνολογικής υπεροχής, οικονομικής ανθεκτικότητας, διπλωματικής επιρροής και εθνικής συνοχής.
Η ιστορία διδάσκει ότι τα κράτη σπανίως επικρατούν όταν επιχειρούν να ανταγωνιστούν έναν ισχυρότερο αντίπαλο συμμετρικά, μέσο προς μέσο. Αντιθέτως, επιτυγχάνουν όταν αναγνωρίζουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα και τα αξιοποιούν με συνέπεια και στρατηγική διορατικότητα. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει το μέγεθος ή τη δομή των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Οφείλει να διαμορφώσει ένα στρατηγικό περιβάλλον στο οποίο κάθε απόπειρα αναθεωρητισμού ή εξαναγκασμού θα καθίσταται δυσανάλογα δαπανηρή και τελικά αναποτελεσματική.
Η θάλασσα αποτελεί το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα της χώρας. Η γεωγραφική της θέση, η ναυτική της παράδοση και ο ρόλος της ως πυλώνα σταθερότητας ανάμεσα στην Ευρώπη, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα δημιουργούν πλεονεκτήματα που δεν μπορούν να αναπαραχθούν. Η πραγματικότητα αυτή επιβάλλει μια ολοκληρωμένη θαλάσσια στρατηγική, η οποία θα ενοποιεί τη ναυτική ισχύ, την αεροπορική υπεροχή, τα μη επανδρωμένα συστήματα, τις δυνατότητες κυβερνοάμυνας, τις διαστημικές εφαρμογές επιτήρησης και τις ανθεκτικές υποδομές των νησιών σε ένα ενιαίο πλέγμα αποτροπής.
Εξίσου κρίσιμη είναι η τεχνολογική υπεροχή. Οι μελλοντικές συγκρούσεις θα κριθούν από εκείνους που θα μπορούν να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να αξιοποιούν ταχύτερα την πληροφορία, να επιχειρούν με αυτόνομα συστήματα και να προστατεύουν τις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές τους. Η επένδυση στην τεχνητή νοημοσύνη, στον ηλεκτρονικό πόλεμο, στην κυβερνοάμυνα και στην εγχώρια καινοτομία δεν αποτελεί πλέον επιλογή εκσυγχρονισμού· αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα.
Η αποτροπή, όμως, δεν περιορίζεται στη στρατιωτική ισχύ. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνδυασμό με τις στρατηγικές συνεργασίες που έχει αναπτύξει με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κυπριακή Δημοκρατία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και άλλους εταίρους στην περιοχή, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Οι συνεργασίες αυτές μετατρέπουν κάθε κρίση από ένα διμερές ζήτημα σε υπόθεση ευρύτερης περιφερειακής και διατλαντικής ασφάλειας, ενώ παράλληλα ενισχύουν τη διεθνή νομιμότητα, το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Η οικονομική ανθεκτικότητα αποτελεί έναν ακόμη πυλώνα εθνικής ισχύος. Η ενεργειακή διαφοροποίηση, οι ασφαλείς λιμενικές και θαλάσσιες υποδομές, η αναβάθμιση των ελληνικών ναυπηγείων, η ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και οι επενδύσεις στις κρίσιμες τεχνολογίες μειώνουν τις στρατηγικές εξαρτήσεις και αυξάνουν την εθνική αυτονομία. Μια ισχυρή οικονομία ενισχύει την εθνική ασφάλεια εξίσου αποτελεσματικά με ένα σύγχρονο πολεμικό πλοίο ή ένα προηγμένο μαχητικό αεροσκάφος.
Ίσως όμως η σημαντικότερη πρόκληση βρίσκεται στο εσωτερικό. Η μακροχρόνια ανταγωνιστικότητα της χώρας εξαρτάται από το ανθρώπινο κεφάλαιό της. Η διατήρηση και η αξιοποίηση των νέων επιστημόνων, των μηχανικών, των ερευνητών, των επιχειρηματιών και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της καινοτομίας και της εθνικής ισχύος. Ο ανταγωνισμός του 21ου αιώνα θα κριθεί εξίσου στα πανεπιστήμια, στα ερευνητικά κέντρα και στις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας όσο και στα επιχειρησιακά στρατηγεία.
Η στρατηγική ανταγωνισμού δεν είναι στρατηγική σύγκρουσης. Είναι στρατηγική έξυπνης αποτροπής. Στόχος της είναι να καταστήσει σαφές ότι κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης της κυριαρχίας ή των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας θα αποτυγχάνει, επιβάλλοντας παράλληλα απαράδεκτο πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κόστος σε όποιον επιχειρήσει να την υλοποιήσει.
Σκοπός δεν είναι η κλιμάκωση ούτε η αντιπαλότητα για την αντιπαλότητα. Σκοπός είναι η διατήρηση της ειρήνης μέσω αξιόπιστης αποτροπής, στρατηγικής υπομονής και εθνικής ανθεκτικότητας.
Η Ελλάδα χρειάζεται να υπερβεί τη λογική των αποσπασματικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και των ετήσιων αμυντικών προϋπολογισμών. Χρειάζεται μια συνεκτική εθνική στρατηγική που θα συνδέει την αμυντική πολιτική, την τεχνολογική καινοτομία, την οικονομική ανάπτυξη, τη διπλωματία και τις διεθνείς συνεργασίες σε ένα ενιαίο στρατηγικό όραμα.
Η στρατηγική ανταγωνισμού δεν αποσκοπεί στην προετοιμασία για τον πόλεμο. Αποσκοπεί στο να καταστήσει τον πόλεμο μια παράλογη επιλογή για οποιονδήποτε θα επιχειρούσε να αμφισβητήσει την ειρήνη, τη σταθερότητα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Αυτό είναι το διαχρονικό δίδαγμα της επιτυχημένης στρατηγικής σκέψης και αυτό οφείλει να καθοδηγεί τη χώρα μας στις δεκαετίες που έρχονται.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).
Γιατί το Κογκρέσο έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει την επιστροφή της Τουρκίας στα F-35